Το ιστολόγιο της Προλεταριακής Σημαίας παύει να λειτουργεί. Από αυτό το Σαββατοκύριακο συγχωνεύεται με την ιστοσελίδα του ΚΚΕ(μ-λ) σε μια νέα κοινή ιστοσελίδα της οποίας η διεύθυνση θα είναι η http://www.kkeml.gr/.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Ιαν 2014

Ρωσία: τα «τυφλά κτυπήματα» και η πολιτική διάστασή τους.

Σχεδόν ολόκληρη η Ρωσία βρίσκεται σε κατάσταση συναγερμού. Αιτία τα δύο απανωτά «τυφλά κτυπήματα» από επιθέσεις αυτοκτονίας Τσετσένων ισλαμιστών που αιματοκύλησαν την πόλη Βόλγκογκραντ (το ηρωικό Στάλινγκραντ) στις 29 και 30 Δεκεμβρίου, με τραγικό απολογισμό τουλάχιστον 34 νεκρούς μέχρι στιγμής και 100 τραυματίες, από τους οποίους αρκετοί σε κρίσιμη κατάσταση. Η πρώτη βομβιστική επίθεση έγινε στο πολυσύχναστο σιδηροδρομικό σταθμό και η δεύτερη σε τρόλεϊ. Αν και, μέχρι στιγμής, καμιά οργάνωση δεν έχει αναλάβει την ευθύνη για τις βομβιστικές επιθέσεις, ο άνθρωπος που τίθεται στο επίκεντρο όλων αυτών των αιματηρών υποθέσεων είναι ο Ντοκού Ουμάροφ, τσετσενικής καταγωγής και τελευταίος επιζών από τους στρατιωτικούς ηγέτες του πολέμου της Τσετσενίας.
Υπολογίζεται πως από το 2000, όταν ο Πούτιν παίρνει τα ηνία της Ρωσίας, έχουν πραγματοποιηθεί περίπου 120 επιθέσεις αυτοκτονίας που έχουν κοστίσει συνολικά τη ζωή σε περισσότερους από 1.000 ανθρώπους και σε όλες τις περιπτώσεις οι καμικάζι είτε προέρχονταν από την μουσουλμανική περιφέρεια της Τσετσενίας είτε σχετίζονταν άμεσα με το γειτονικό Νταγκεστάν. Μόλις τον περασμένο Οκτώβρη ανατινάχτηκε, επίσης στο Βόλγκογκραντ, λεωφορείο με 6 νεκρούς.
Στην παρούσα φάση, τόσο ο τόπος όσο και ο χρόνος του κτυπήματος δείχνουν να έχουν ιδιαίτερη σημασία σε ότι αφορά τόσο τις άμεσες όσο και τις μεσο-μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Ως γνωστόν στο Σότσι, το θέρετρο της Μαύρης Θάλασσας που βρίσκεται περίπου 700 χλμ. νοτιοδυτικά του Βόλγκογκραντ πρόκειται να αρχίζουν οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες την 7η Φεβρουαρίου. Το Βόλγκογκραντ επίσης θα είναι μια από τις πόλεις που θα φιλοξενήσουν και το Μουντιάλ το 2018. Η σύνδεση των συνεπειών των επιθέσεων αυτών με την επικείμενη παγκόσμια αθλητική διοργάνωση δείχνει άμεση, ωστόσο ο γενικότερος στόχος τους συνδέεται με την ευρύτερη αντιπαράθεση των ιμπεριαλιστών στον Καύκασο και σε μια χρονική περίοδο όξυνσης των γεωπολιτικών και στρατιωτικών εντάσεων μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ.
Όπως ήταν αναμενόμενο, αξιωματούχοι από διάφορες χώρες και ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, εξέφρασαν την καταδίκη τους στις τρομοκρατικές επιθέσεις και την «ελπίδα» να εντοπιστούν οι δράστες! Ο Ρώσος ηγέτης δέχθηκε κατά σειρά τηλεφωνικά συλλυπητήρια από όλους σχεδόν του ηγέτες της Δύσης. Εντύπωση ωστόσο προκάλεσε η στάση του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ που εκτός από τα συλλυπητήριά του, ανακοινώνει ότι δεν θα μεταβεί στους Ολυμπιακούς του Σότσι!! Πάντως μποϋκοτάζ των αγώνων δεν ανακοινώθηκε μέχρι στιγμής, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται κάτι τέτοιο και ανάλογα με τις εξελίξεις.
Από την πλευρά τους, τα αμερικανικά ΜΜΕ σχολίασαν ιδιαίτερα την αρχική σιωπή του Ρώσου ηγέτη, τονίζοντας μάλιστα πως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ καταδίκασε τα χτυπήματα πιο νωρίς από την ίδια τη ρωσική κυβέρνηση. Τελικά στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του ο πρόεδρος της Ρωσίας επισήμανε ότι η κυβέρνησή του θα συνεχίσει τον «σκληρό και συνεπή αγώνα της εναντίον των τρομοκρατών ως την πλήρη εξόντωσή τους».
Τα χτυπήματα αυτά πλήττουν αναμφίβολα την εικόνα του Ρώσου προέδρου Πούτιν, που μέσα στο 2013 σημείωσε μία σειρά από μεγάλες διπλωματικές –και όχι μόνο– νίκες και έρχονται ουσιαστικά να «χαλάσουν» μια χρονιά που έδειχνε να εξελίσσεται εξαιρετικά για τον ίδιο και τη Ρωσία. Συνοπτικά: επέβαλε την ατζέντα του στο μέτωπο της Συρίας, αποτρέποντας μια αμερικανική επέμβαση και διασώζοντας τον Σύρο πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ. Επανέφερε την Ουκρανία πιο κοντά στη ρωσική επιρροή απομακρύνοντάς την από την ΕΕ. Χορήγησε άσυλο στον Αμερικανό πληροφοριοδότη Εντουαρντ Σνόουντεν, εμφανιζόμενος έτσι ως υπερασπιστής των δημοκρατικών ελευθεριών. Αλλά και στο εσωτερικό μέτωπο κατόρθωσε να «καθαρίσει» κάθε αντιπολιτευόμενη φωνή και έπειτα να φανεί μεγαλόψυχος, απελευθερώνοντας τον Χοντορκόφσκι και τις Pussy Riot ( ρωσική φεμινιστική πανκ-ροκ μπάντα και ακτιβιστική ομάδα διαμαρτυρίας). Πρόσφατα, οι Times του Λονδίνου ανακήρυξαν τον Πούτιν, «διεθνές πρόσωπο της χρονιάς» για το 2013. Το ίδιο είχαν κάνει πριν και οι συντάκτες του εξωτερικού δελτίου της αμερικανικής εφημερίδας Washington Post.
Η σημαντικότερη ωστόσο επιτυχία του αφορά την Ουκρανία. Η υπογραφή συμφωνίας με τον Γιανουκόβιτς για δανειοδότηση της χώρας αυτής με 15 δισ. ευρώ και μείωση της τιμής του φυσικού αερίου κατά το 1/3 των διεθνών τιμών, συνιστά μια σημαντική οπισθοδρόμηση στα σχέδια της Ουάσιγκτον και της ΕΕ, που τα τελευταία χρόνια, μανιωδώς προσπαθούσαν να επεκτείνουν την επιρροή τους στην Ουκρανία και σε βάρος των γεωπολιτικών συμφερόντων της Ρωσίας.
Στο φόντο όλων των παραπάνω, ο Πούτιν ετοιμαζόταν για τη γιορτή (συνολικού κόστους 50 δισ. δολ.) των Χειμερινών Ολυμπιακών του Σότσι. Μια γιορτή που ο στόχος της ήταν να προβάλει σε ολόκληρο τον κόσμο την εικόνα μιας ισχυρής, σταθερής και ακμάζουσας Ρωσίας. Όχι μόνο το «πάρτι» χάλασε αλλά και η επιχείρηση εξωραϊσμού της κατάστασης πραγμάτων στη Ρωσία, στην οποία απέβλεπε ο Πούτιν με την αμνηστία που χορήγησε πρόσφατα, είναι υπό αίρεση. Ακόμη και αν δεν ακολουθήσουν ανάλογα πλήγματα, στο αμέσως επόμενο διάστημα, το αστυνομοκρατούμενο και στρατοκρατούμενο Σότσι ρίχνει μία βαριά σκιά στην εικόνα της ισχυρής και σταθερής Ρωσίας, ο ηγέτης της οποίας μέχρι πριν λίγο αισθανόταν τόσο ασφαλής, ώστε να αμνηστεύει αντιπάλους ολιγάρχες και αντιφρονούντες
Το ότι παίζονται ευρύτερα συμφέροντα πίσω από τη σύγκρουση Ρωσίας και Τσετσένων ισλαμιστών - αποσχιστών στην ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου είναι δεδομένο. Έτσι και η δυναμική επάνοδος της ισλαμιστικής τρομοκρατίας στη Ρωσία ήταν «θέμα χρόνου», δηλαδή «κατάλληλου χρόνου»! Γιατί στη πραγματικότητα είναι στοιχείο άγριων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε μια περιοχή με τεράστια γεωστρατηγική σημασία, σταυροδρόμι στις διαδρομές της Ενέργειας - τα πετρέλαια της Κασπίας είναι δίπλα - που δείχνει ότι θα έχει μια ακόμη πιο άγρια συνέχεια.
Σήμερα οι φονταμενταλιστές του Καυκάσου, τόσο στη Τσετσενία όσο και κυρίως στο Νταγκεστάν, και οι σπόνσορές τους στη Μέση Ανατολή, (μια και είναι γνωστή και αρκετά τεκμηριωμένη η εμπλοκή των καθεστώτων της Αραβικής Χερσονήσου στη στήριξή τους), και όλων όσοι αισθάνονται ότι τα συμφέροντα τους έχουν πληγεί στη Συρία, θεωρούν ότι έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν εντός της ρωσικής επικράτειας! Στόχος να εμποδιστεί η εξάπλωση της ρωσικής ισχύος στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της περιοχής και γενικότερα.
Από την μια μπορεί ο στόχος αυτός να ενοποιεί τους ιμπεριαλιστές της Δύσης, από την άλλη ωστόσο διαφαίνονται σοβαρές αποκλείσεις σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο μέσο. Υπάρχει αντίλογος πως μια τέτοια προσπάθεια αποσταθεροποίησης της περιοχής εκ των πραγμάτων επισπεύδει την πλήρη παλινόρθωση της ρωσικής ισχύος, καθώς νομιμοποιεί την επάνοδο της πλήρους ρωσικής επικυριαρχίας και ελέγχου από το Αζερμπαϊτζάν, μέχρι και το μακρινό Τατζικιστάν. Υπάρχουν προσεγγίσεις στα δυτικά ΜΜΕ που εκτιμούν πως η ύπαρξη ισλαμιστικών καθεστώτων στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία θα δώσει στη Μόσχα τον ίδιο ρόλο που διατήρησε το Παρίσι μετά το τέλος της αποικιοκρατίας στην πρώην γαλλική υποσαχάρια Αφρική, τον ρόλο του ηγεμονικού επικυρίαρχου εγγυητή της σταθερότητας ολόκληρης της περιοχής. Το θέμα είναι, αν η Ρωσία, με το βάθος της στρατηγικής ισχύος που διαθέτει, θα αρκεστεί σε ένα τέτοιο ρόλο. Οι κινήσεις της δείχνουν να έχει μεγαλύτερες φιλοδοξίες.
Πάντως το ισχυρότερο επιχείρημα περιστρέφεται γύρω από το ότι η «επένδυση» στην ισλαμιστική τρομοκρατία του Βόρειου Καυκάσου ώστε να δημιουργηθεί μια ζώνη διαχωρισμού ανάμεσα στη Μόσχα και στις τρεις ανεξάρτητες δημοκρατίες του Νότιου Καυκάσου, (Γεωργία, Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν), υπερτίμησε τη δυνατότητα εφαρμογής μιας ελεγχόμενης αποσταθεροποίησης, με αποτέλεσμα μακροπρόθεσμα να ευνοούνται τα σχέδια της Μόσχας.
Πάντως τα τελευταία «τυφλά» τρομοκρατικά κτυπήματα αφήνουν πολλά ανοιχτά ερωτήματα στο τι θα ακολουθήσει μέχρι την έναρξη των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Σότσι, τόσο από την πλευρά των «τρομοκρατών» όσο και από τα μέτρα - αντίμετρα της Ρωσίας.

Χ. Β

Τουρκία
Νέα επεισόδια στην ενδοαστική σύγκρουση που πυροδοτεί ο ιμπεριαλισμός

Η Τουρκία είναι αρκετά μεγάλη και σύνθετη χώρα για να ερμηνεύονται ή να αποδίδονται όλες οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και συγκρούσεις στις εξωτερικές παρεμβάσεις. Είναι όμως και αρκετά μικρή και σε κρίσιμη γεωστρατηγική περιοχή για να αγνοούνται οι ιμπεριαλιστικές προτεραιότητες και συμφέροντα. Με αυτήν την διπλή προσέγγιση, η πολιτικο-κοινωνική κρίση που ξέσπασε το περσινό καλοκαίρι και συνεχίζεται με νέα επεισόδια και ακόμη δεν έχει κορυφωθεί στην γειτονική χώρα είναι συνδυασμένο αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Όπως έχουμε ξαναγράψει, η Τουρκία είναι ένα καζάνι που βράζει από κοινωνικές, εθνικές και πολιτικές αντιθέσεις και το άνοιγμα του καπακιού ήταν η αρχή για απρόβλεπτες εξελίξεις. Το ερώτημα όμως είναι θεμιτό να τίθεται ακόμη και αν δεν είναι το ευκολότερο πράγμα να δοθούν κατηγορηματικές απαντήσεις. Υπήρξε κάτι που λειτούργησε σαν επικρουστήρας για την ανάδυση της κρίσης και της αντιστροφής του κλίματος και των συσχετισμών αναφορικά με τον Ερντογάν και το κυβερνητικό AKP, που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ισχυροί και αδιαφιλονίκητοι κυρίαρχοι στο πολιτικό παιγνίδι ισχύος στην Άγκυρα;
Κατά την γνώμη μας, σημείο καμπής υπήρξε η παταγώδης αποτυχία των περιφερειακών φιλοδοξιών της ηγετικής ομάδας περί τον Ερντογάν που συντέθηκε κυρίως με το συριακό αδιέξοδο και την ανατροπή του Μόρσι και των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο. Η αδυναμία αλλά και η απροθυμία του Ερντογάν να προσαρμοστεί στις αλλαγές της αμερικάνικης αλλά και ευρωπαϊκής πολιτικής, σε συνδυασμό με κινήσεις που θεωρήθηκαν πως υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια, πυροδότησαν ισχυρή δυσαρέσκεια στην Ουάσιγκτον και σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Σε ένα προηγούμενο σημείωμα για τις εξελίξεις στην Τουρκία, με αφορμή τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που εξήγγειλε ο Ερντογάν το φθινόπωρο, γράφαμε: «Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα η κυβέρνηση των AKP και ο θεωρούμενος πανίσχυρος πρωθυπουργός βρέθηκαν με την πλάτη στο τοίχο, μέσα σε συνθήκες μεγάλης ρευστότητας και κάτω από καταιγιστικές εξελίξεις σε ένα πλήθος εσωτερικών και εξωτερικών μετώπων. Η αφύπνιση της κοσμικής και αριστερής αντιπολίτευσης, το οικονομικό ξεφούσκωμα αλλά και η μεγάλη αποτυχία στο συριακό ζήτημα σε συνδυασμό με την παλινόρθωση στην Αίγυπτο στρίμωξαν τον Ερντογάν και ανέδειξαν τις αντιφάσεις της πολιτικής και τα όρια των φιλοδοξιών της ηγετικής ομάδας στην Άγκυρα. Οι προσπάθειες να ελιχθεί στο εσωτερικό με το προτεινόμενο πακέτο και να εκβιάσει όπως με την περίπτωση της ενδεχόμενης αγοράς κινέζικων πυραύλων στο εξωτερικό μέτωπο, αποτελούν κινήσεις που στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να αποδειχθούν ανεπαρκείς και αργοπορημένες ή και να μετατραπούν σε μπούμερανγκ». Δεν μπορούμε να ξέρουμε σε ποιο βαθμό οι κινέζικοι πύραυλοι ήταν η σταγόνα στο γεμάτο ποτήρι (γιατί είναι αλήθεια, ενόχλησαν και προκάλεσαν πολλά αμερικάνικα και νατοϊκά διαβήματα που διέρρευσαν στα ΜΜΕ) αλλά σίγουρα προστέθηκαν στην ακολουθία των κινήσεων της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής που έχουν θεωρηθεί ανεξέλεγκτες και προβληματικές. Ειδικά σε μια περίοδο μεγάλης ρευστότητας σε όλη την περιοχή και ποικίλων επαναπροσδιορισμών που κάνουν τα επιτελεία των ιμπεριαλιστών.
Αρκετοί αναλυτές συνέδεσαν την τελευταία κρίση με την αναμέτρηση που ξέσπασε στο εσωτερικό του ισλαμικού στρατοπέδου ανάμεσα στην κυβέρνηση Ερντογάν και τον πνευματικό ηγέτη Φετχουλλάχ Γκιουλέν. Σύγκρουση που προϋπήρχε για καιρό και κορυφώθηκε με την κυβερνητική απόφαση να ελέγξει το εκπαιδευτικό δίκτυο που έχει δημιουργήσει στην χώρα. Στην εκτίμηση αυτή συνέβαλλε η αντίδραση Ερντογάν που στοχοποίησε τον Γκιουλέν και τους δικαστικούς και αστυνομικούς παράγοντες που πρωταγωνίστησαν στις αποκαλύψεις και τις διώξεις.
Τα οικονομικά σκάνδαλα που αποκαλύφθηκαν και ο παράνομος πλουτισμός και αποθησαυρισμός που πιστοποιήθηκε με τις εισαγγελικές και αστυνομικές έρευνες, όπως κάθε φορά συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι το πρόσχημα για τις μάχες εξουσίας και ισχύος που γίνονται στο παρασκήνιο. Όλοι γνωρίζουν πως η διαφθορά είναι το άλλο πρόσωπο της αστικής κυβερνητικής εξουσίας και τα λεγόμενα σκάνδαλα είναι ένας από τους ζωτικούς τρόπους λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος, τόσο στην Ανατολή όσο και στην προηγμένη Δύση. Το ζήτημα είναι αλλού. Ποιος παίρνει την πρωτοβουλία να σπάσει την ομερτά, να τα αξιοποιήσει στις ενδοαστικές και ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, ποιος ή ποιοι ωφελούνται από την αποκάλυψη τους. Αν και πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί στην υιοθέτηση των κυρίαρχων ερμηνειών για το ποιος πυροδότησε τις αποκαλύψεις και ποιος κρύβεται πίσω από τις δήθεν ανεξάρτητες έρευνες δικαστικών και αστυνομίας, φαίνεται πως ο Γκιουλέν κάθε άλλο παρά μακριά από την πολιτική είναι, όπως διατείνεται στα κηρύγματά του. Φιλοξενούμενος για χρόνια στις ΗΠΑ, με πολύ σαφείς θέσεις για το ριζοσπαστικό και αντί-δυτικό ισλάμ, χρησιμοποιείται για να στριμωχτεί –τουλάχιστον- ο Ερντογάν και να προσαρμοστεί στην νέα φάση. Ο τελευταίος προσπαθεί να κάνει καινούριους ελιγμούς, να ρίξει γέφυρες στους στρατιωτικούς και να χρησιμοποιήσει την εναπομείνασα λαϊκή υποστήριξη για να αντιδράσει στις επιθέσεις που δέχεται. Παράλληλα, προχωρά σε σαρωτικές αλλαγές στην αστυνομία και επιδιώκει να ελέγξει το ανώτατο δικαστικό σώμα. Η αναμέτρηση αυτή, που αφορά τις αστικές καθεστωτικές δυνάμεις και τα ξένα αφεντικά της τουρκικής ελίτ, θα συνεχιστεί και πιθανόν θα κορυφωθεί στο επόμενο διάστημα. Ασφαλείς προβλέψεις είναι δύσκολο να γίνουν για την έκβασή της.

Δ.Π.

23 Δεκ 2013

Κίνα-Ζώνη Αναγνώρισης Αεράμυνας
Αμυντική κίνηση ή κάτι περισσότερο;

Η ανακήρυξη από την Κίνα, στις 23 του Νοέμβρη, της λεγόμενης Αναγνωριστικής Ζώνης Αεράμυνας (Air Defense Identification Zone, ADIZ, στην διεθνή ορολογία) στην ανατολική κινέζικη θάλασσα πυροδότησε ένα νέο κύκλο γεγονότων σε μια μεγάλη περιφερειακή αντιπαράθεση με παγκόσμια, όμως, σημασία. Η ζώνη, που περιλαμβάνει και μέρος του διαφιλονικούμενου τομέα των οκτώ βραχονησίδων που οι γιαπωνέζοι ονομάζουν Σενκάκου και οι κινέζοι Diaoyu, εκτείνεται κατά το μισό εντός της ζώνης που έχει ανακηρύξει η Ιαπωνία στα νότια και εισέρχεται εν μέρει και στις αντίστοιχες ζώνες της Νότιας Κορέας και της Ταιβάν. Οι ADIZ, που δεν προβλέπονται από καμιά διεθνή συνθήκη και δεν ρυθμίζονται από κάποιο διεθνή οργανισμό, είναι αμερικάνικη επινόηση και αργότερα υιοθετήθηκαν και από τις υπόλοιπες -κυρίως- παράκτιες χώρες. Η γιαπωνέζικη και η κορεάτικη ADIZ ανακηρύχτηκαν από τις αμερικάνικες ένοπλες δυνάμεις, η πρώτη μεταπολεμικά και η δεύτερη το 1951, και αυτό, αν μη τι άλλο, σχετικά με την σύγχρονη αντιπαράθεση, έχει μια σημασία για τον ρόλο των αμερικανών στην περιοχή. Οι ADIZ, τέλος, αφορούν τον έλεγχο και την αναγνώριση πολιτικών αεροσκαφών που εισέρχονται στον ορισμένο εναέριο χώρο και διακρίνονται από το γνωστό FIR για την διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας.
Αν και η αντιπαράθεση υπερβαίνει κατά πολύ την όποια συμβολική, γεωστρατηγική ή πιθανή οικονομική σημασία του συμπλέγματος των οκτώ νησίδων, έχει αξία να σημειωθεί πως την ευθύνη για την κλιμάκωση των τελευταίων χρόνων γι’ αυτά κυρίως την έχει το Τόκιο. Από το 1996, με προκάλυμμα υπερεθνικιστικές ομάδες και ρεβανσιστές πολιτικούς σαν τον πρώην δήμαρχο του Τόκιο, Σιντάρο Ισιχάρα, προσπάθησε να επιβάλλει ντε-φάκτο την κυριαρχία του πάνω σε αυτά. Κατασκεύασε φάρους, εκπόνησε σχέδιο για ελικοδρόμιο στο Uotsuri και το 2012 ανακοίνωσε την εθνικοποίηση των τριών από τα οκτώ νησιά. Αντέδρασαν οργισμένα όχι μόνο το Πεκίνο αλλά και η Σεούλ και η κυβέρνηση της Ταϊβάν. Παράλληλα, η Ιαπωνία, με το πρόσχημα της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης που μπορεί να διεκδικήσουν νησιά, ατόλες έως και βραχονησίδες, προσπαθεί να επιβάλλει όρους κυριαρχίας σε μια τεράστια περιοχή στον Ειρηνικό. Μόνο μια ματιά στον χάρτη που δημοσιεύτηκε με αφορμή την κινέζικη εξαγγελία δείχνει το μέγεθος της ιαπωνικής ADIZ, που φτάνει στα 100 χιλιόμετρα τις ακτές της Ταϊβάν και πολύ κοντά στις ακτές της νότιας Κορέας και της Κίνας. Οι γιαπωνέζοι μάλιστα, αφότου ανέλαβαν την διαχείριση της ADIZ το 1969 από τους αμερικανούς, την επέκτειναν δύο φορές μονομερώς. Μια το 1972 και μια το 2010. Το 2010 μάλιστα, η απόφαση για επέκταση αγνόησε τις αντιδράσεις της Ταϊβάν ενώ Κίνα και Ρωσία δεν έχουν αναγνωρίσει εξαρχής τα όρια της γιαπωνέζικης ADIZ.
Η κινέζικη εξαγγελία, όπως ήταν φυσικό, προξένησε αντιδράσεις από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Η Ουάσιγκτον σχεδόν αμέσως έστειλε δύο βομβαρδιστικά Β-52 από το Γκουάμ να διασχίσουν για δυο ώρες και είκοσι λεπτά την διαφιλονικούμενη περιοχή, δίχως να προειδοποιήσουν τις κινεζικές αρχές. Αργότερα ανακοίνωσαν πως δεν ήταν οπλισμένα, θέλοντας να δείξουν πως επιθυμούν να διατηρήσουν σε πολιτικο-διπλωματικό επίπεδο την κρίση, αλλά με αυτόν τον τρόπο έσπευσαν να κάνουν σαφή την θέση τους πως δεν διαπραγματεύονται την κεκτημένη στρατιωτική παρουσία τους στην περιοχή. Έμπρακτη αμφισβήτηση της ζώνης πραγματοποίησαν αργότερα και μαχητικά αεροπλάνα της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας, με τους Κινέζους να μην αντιδρούν έμπρακτα σε καμία από αυτές τις κινήσεις. Η οδηγία των αμερικανικών αρχών προς τις αεροπορικές εταιρίες να σέβονται τις οδηγίες (ΝΟΤΑΜ) τρίτων χωρών, η οποία θεωρήθηκε σαν έμμεση αποδοχή της κινέζικης δικαιοδοσίας, αποτελεί κίνηση διαφύλαξης της ασφάλειας των εμπορικών πτήσεων και προσπάθεια αποφυγής κάποιου ανεπιθύμητου γεγονότος και όχι αναγνώριση της κινέζικης πρωτοβουλίας. Η Ουάσινγκτον διαμέσου του αντιπροέδρου Μπάιντεν φρόντισε να συνταχθεί με τις γιαπωνέζικες θέσεις και να διαβεβαιώσει για την σταθερή στάση της απέναντι στην λεγόμενη κινέζικη επιθετικότητα.
Η πρωτοβουλία του Πεκίνου, από την μια πλευρά, απαντά στην αυξανόμενη γιαπωνέζικη μιλιταριστική αφύπνιση αλλά και στην διαφαινόμενη προσπάθεια των Αμερικανών να δημιουργήσουν μια πολιτικο-στρατιωτική περίμετρο επιτήρησης και ανάσχεσης. Αποτελεί και μήνυμα και υποθήκη για μελλοντικές κινήσεις. Από την άλλη, έχει και πλευρές που υπερβαίνουν μια αποκλειστικά αμυντική κίνηση. Η Κίνα με αυξημένη αυτοπεποίθηση επιδιώκει να αποκτήσει βαρύνοντα, περιφερειακό αλλά και παγκόσμιο ρόλο, να επεκτείνει και να διασφαλίσει τις οικονομικές εξορμήσεις της, να διαφυλάξει παλιούς εμπορικούς και ενεργειακούς δρόμους και να ανοίξει καινούριους και να αυξήσει την οικονομική και πολιτική επιρροή της σε πολλές κατευθύνσεις. Μια από τις προϋποθέσεις γι’ αυτούς τους στόχους είναι η αναβάθμιση της περιφερειακής επιρροής που ασκεί και η εξουδετέρωση αντίρροπων κινήσεων που κυρίως γίνονται με μαέστρο τις ΗΠΑ και από κοντά την Ιαπωνία. Γι’ αυτό τον λόγο, το Πεκίνο έχει δρομολογήσει ένα τεράστιο σχέδιο επιχειρησιακής αναβάθμισης του πολεμικού ναυτικού του. Το 2015, το πρώτο κινέζικο αεροπλανοφόρο, το «Λιαονίν», που ήδη έχει μπει σε δρομολόγια, θα είναι πλήρως φορτωμένο με μαχητικά αεροπλάνα ενώ το δεύτερο αεροπλανοφόρο κτίζεται σε ναυπηγείο της Σαγκάης. Πρόσφατα έγινε γνωστή, επίσης, η ναυπήγηση μιας μεγάλης σειράς νέων αντιτορπιλικών τα οποία αποτελούν ένα σημαντικό βήμα αναβάθμισης για τις κινεζικές ναυπηγήσεις πολεμικών πλοίων. Η αναβάθμιση των δυνατοτήτων του πολεμικού ναυτικού της Κίνας, που τώρα υστερεί σημαντικά απέναντι στην αμερικάνικη παρουσία στην περιοχή αλλά και στην γιαπωνέζικη ναυτική ισχύ, αποτελεί προϋπόθεση για να μεταβληθούν οι ισορροπίες και οι συσχετισμοί στον Ειρηνικό και να υλοποιηθούν πρωτοβουλίες σαν αυτήν με την ζώνη αεράμυνας.
Η τελευταία κρίση, με αφορμή την ανακήρυξη της κινέζικης Ζώνης Αναγνώρισης Αεράμυνας, έδειξε πως στην περιοχή συσσωρεύεται σταδιακά, αλλά και γρήγορα, μια επικίνδυνη στρατιωτική-πολεμική δυναμική. Η εξίσωση είναι ως συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις περίπλοκη, οι διασταυρώσεις συμμαχιών και αντιθέσεων ποικίλες και τα συμφέροντα εν πολλοίς ασυμβίβαστα. Σύμφωνα με ένα πρόσφατο ρεπορτάζ της «Φωνής της Ρωσίας», «(...) όλες οι χώρες της περιοχής με γοργούς ρυθμούς αναπτύσσουν τις δυνάμεις του Πολεμικού Ναυτικού τους. Για παράδειγμα, η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία αυξάνουν σε αριθμό και ναυπηγούν νέους τύπους αποβατικών πλοίων και υποβρυχίων. Η Ιαπωνία ήδη διαθέτει 6 αντιτορπιλικά ενταγμένα σε μοίρες και εξοπλισμένα με αμερικανικά οπλικά συστήματα πολλαπλών χρήσεων Aegis. Τρία πλοία με παρόμοια συστήματα εμφανίστηκαν στο Στόλο της Νότιας Κορέας. Οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να ενισχύσουν σημαντικά τη ναυτική τους παρουσία στον Ειρηνικό ωκεανό, να δημιουργήσουν μεγάλη ναυτική βάση στο Γκουάμ και να εγκαταστήσουν εκεί πρόσθετες αεροπλανοφόρες επιθετικές μονάδες». Το ρεπορτάζ εξηγούσε με αυτό τον τρόπο γιατί θα πρέπει το παροπλισμένο γιγαντιαίο ρωσικό καταδρομικό «Ναύαρχος Ναχίμοφ» να εκσυγχρονιστεί και να σταλεί στα νερά του Ειρηνικού με την διαδικασία του κατεπείγοντος.
Αν και φαίνεται πως καμιά πλευρά δεν θέλει σε αυτήν την φάση μια ραγδαία κλιμάκωση της κρίσης και ανεξέλεγκτες καταστάσεις, σίγουρο είναι πως τα σύννεφα στην περιοχή θα γίνονται όλο και πιο σκοτεινά. Οι κίνδυνοι για τους λαούς της περιοχής από την ιμπεριαλιστική παρουσία, κύρια την αμερικάνικη, τις μιλιταριστικές ρεβανσιστικές πολιτικές της Ιαπωνίας αλλά και από τις αντιδραστικού χαρακτήρα φιλοδοξίες της κινέζικης αστικής τάξης θα μεγαλώνουν συν τω χρόνω. Στον βαθμό φυσικά που οι λαοί θα συνεχίσουν δέχονται να είναι στρατευμένοι στις σημαίες των εκμεταλλευτών και των καταπιεστών τους και δεν προσπαθήσουν να βάλουν φραγμό στα πολεμικά σχέδια κάθε λογής αντιδραστικών.
Δ.Παυλίδης

ΟΥΚΡΑΝΙΑ:
Προς νέες ισορροπίες ή προς μετωπική αντιπαράθεση;

Αμηχανία, με έντονα στοιχεία σύγχυσης, φαίνεται να επικρατεί στα διάφορα κέντρα της Ε.Ε. εξαιτίας της τροπής που πήραν οι εξελίξεις στην Ουκρανία με τη μη υπογραφή της αναμενόμενης σύνδεσής με την Ε.Ε. και την ταυτόχρονη φημολογία (γιατί επίσημα διαψεύδεται) ότι η Ουκρανία θα υπογράψει τελωνειακή σύνδεση με τη λεγόμενη «Ευρασιατική Ένωση». Ήδη σε αυτήν την τελωνειακή ένωση προχώρησαν η Λευκορωσία, το Καζακστάν αλλά και η Αρμενία, η οποία επίσης αρνήθηκε να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προτιμώντας τη Ρωσική! Όλα αυτά διαμορφώνουν νέα δεδομένα .
Η πρώτη ανοικτή αντιπαράθεση Ρωσίας–Δυτικών εκδηλώνεται με αφορμή την υπουργική σύνοδο του ΟΑΣΕ στο Κίεβο την προηγούμενη βδομάδα. Ακόμη και το ΝΑΤΟ πήρε θέση υπέρ των «ειρηνικών» κινητοποιήσεων, προκαλώντας την απορία του ρώσου ΥΠΕΞ Λαβρόφ: «Δεν καταλαβαίνω γιατί το ΝΑΤΟ εκδίδει τέτοιες ανακοινώσεις» δήλωσε. Από την πλευρά της η Μόσχα, και σε σκληρή γλώσσα, καταγγέλλει το Βερολίνο για «ανάμιξη στα εσωτερικά» της Ουκρανίας, αναφερόμενη στην παρουσία του γερμανού υπουργού Εξωτερικών Γκίντο Βεστερβέλε σε συγκέντρωση της αντιπολίτευσης στην πλατεία Ανεξαρτησίας.
Το όλο σκηνικό, όπου ΗΠΑ και Ε.Ε. επιβεβαιώνουν τη στήριξή τους στη φιλοδυτική
αντιπολίτευση ενώ η Ρωσία καταγγέλλει τη δυτική «υστερία», στηρίζοντας τον Γιανουκόβιτς,
αντανακλά την όξυνση της αντιπαράθεσης μέσα στους κόλπους της αστικής τάξης της χώρας, όπου μερίδες της επιλέγουν να συνταχτούν με την Ε.Ε. και άλλες με τη Ρωσία. Οι μερίδες τα συμφέροντα των οποίων είναι συνδεδεμένα με τη Ρωσία δείχνουν να έχουν σαφή υπεροχή σε αυτή τη φάση.
Όσο για τα αντικυβερνητικά συλλαλητήρια που κάλεσε η αντιπολίτευση με βασικό αίτημα την παραίτηση του προέδρου της χώρας Βίκτορ Γιανουκόβιτς και συνεχίζονται για δεύτερη βδομάδα, περιορίζονται πλέον στο Κίεβο και στην πλατεία της Ανεξαρτησίας. Πράγμα που δείχνει πως το 2004 δεν μπορεί να επαναληφθεί στις σημερινές συνθήκες. Εκ των πραγμάτων λοιπόν η Ε.Ε. αναγκάζεται να παίξει το χαρτί της μετριοπάθειας.
Έτσι ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο ζήτησε από τον πρόεδρο της Ουκρανίας η επίλυση των διαφορών με την αντιπολίτευση να γίνει με διάλογο και για το λόγο αυτό έστειλε την Κάθριν Άστον, υπεύθυνη για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας της Ε.Ε. στο Κίεβο να βοηθήσει.
Γενικότερα η γραμμή που φαίνεται να υιοθετείται αναγκαστικά από την Ε.Ε. είναι να κρατήσει ανοιχτές τις «πόρτες» για την Ουκρανία στη λογική πως η διαπραγμάτευση της σύνδεσης έχει ολοκληρωθεί και είναι έτοιμη προς υπογραφή οποτεδήποτε ο κ. Γιανουκόβιτς ή ο όποιος διάδοχός του βρουν τη δύναμη να αψηφήσουν τη Ρωσία! «Μέχρι τότε -γράφει το έγκυρο «Σπίγκελ»- η Ευρώπη θα πρέπει να αναζητήσει τρόπους για να εκτονώσει τις άσχημες οικονομικές αναταράξεις της Ουκρανίας. Αυτό θα έδειχνε πως το να μην παίζει με τους κανόνες της Μόσχας και να κινείται δυτικότροπα δεν επιβάλλει ένα ανυπόφορο τίμημα» (εννοείται στην Ουκρανία).
Ωστόσο, όλες σχεδόν οι αναλύσεις των μεγάλων ευρωπαϊκών ΜΜΕ, πέραν του ότι αντανακλούν την αμηχανία των ευρωπαίων ηγετών, επιχειρούν και έναν πρώτο απολογισμό της εξέλιξης αυτής. Το ίδιο περιοδικό στην ηλεκτρονική έκδοσή του αναφέρεται στην «ανικανότητα των ευρωπαίων γραφειοκρατών να παρακολουθήσουν τους χειρισμούς του Κρεμλίνου ή τους πολιτικούς υπολογισμούς του Κιέβου» για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Και σε άλλο σημείο σημειώνει πως οι ευρωπαίοι ηγέτες «εσφαλμένα εκτιμούσαν ότι το Κίεβο θα στρεφόταν αυτόματα στη Δύση επειδή ο μισός περίπου πληθυσμός είναι υπέρ των στενότερων σχέσεων με την Ε.Ε. και γιατί περισσότεροι είναι οι ουκρανοί μετανάστες στη Δύση παρά στη Ρωσία»!
Όταν ο Πούτιν ξεκαθάρισε τελεσιγραφικά πως, από τη στιγμή που η συμφωνία με την Ε.Ε., θα είναι με όρους ελεύθερης αγοράς, τότε και η Ρωσία για όλα τα οικονομικά και εμπορικά ζητήματα που αφορούν τη διμερή της συνεργασία με την Ουκρανία θα «παίζει» επίσης με όρους αγοράς, δεν απειλούσε μόνο το λαό της Ουκρανίας (άσχετα αν οι συνέπειες κύρια αυτόν θα έπλητταν). Απειλούσε πρώτα και κύρια ένα δυναμικό κομμάτι της άρχουσας τάξης και ιδιαίτερα αυτούς που κρατούν το εμπόριο και τη βιομηχανία της χώρας στα χέρια τους και οι οποίοι εξαρτώνται σχεδόν ολοκληρωτικά από τη Ρωσία.
Η πρόταση των Βρυξελλών υπηρετούσε κατά βάση έναν πολιτικό στόχο που μεταφράζεται: «Υπογράψτε τώρα τη συμφωνία και στη συνέχεια βλέπουμε». Πάνω σε αυτό λέγεται επίσης πως ουκρανοί διπλωμάτες από τις Βρυξέλλες υποστήριζαν πως σε όλες τις συζητήσεις πριν το ναυάγιο οι Ευρωπαίοι έλεγαν πως οι όροι για τη μεσολάβησή τους προκειμένου το ΔΝΤ να στηρίξει την ουκρανική οικονομία θα ήταν χειρότεροι από αυτούς που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα!
Ενώ λοιπόν η Ε.Ε. δεν μπορούσε παρά να προσφέρει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα θεωρητικά πλεονεκτήματα, η Ρωσία τα πρόσφερε άμεσα και εκβιαστικά. Έτσι και τα ο¬φέ¬λη από τη σύ¬ν¬δε¬ση με την Ε.Ε. (αν το Κίε¬βο πα¬ρ’ ό¬λα αυ¬τά α¬πο¬φα¬σί¬σει να την υ¬πο¬γρά¬ψει) δεν θα μπο¬ρούσαν να κα¬λύ¬ψουν τις α¬πώ¬λειες που θα υπήρχαν α¬πό τη Ρω¬σία. Και η Ρωσία το ξεκαθάρισε. Δεν θα έπαιζε το ρόλο της «πονόψυχης μητέρας», από τη στιγμή μάλιστα που οι αντίπαλοί της στο συγκεκριμένο παιγνίδι όλα τα χτυπήματα τα ρίχνανε «κάτω από τη ζώνη». Στη βάση όλων αυτών, αν γινόταν πραγματικότητα η σύνδεση της Ουκρανίας με την Ε.Ε., τότε πιθανά οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που βλέπουμε σήμερα να ωχριούσαν μπροστά σε αυτές που θα εκδηλώνονταν.

Σίγουρα οι εξελίξεις σχετικά με τον στρατηγικό (και όχι απλά το οικονομικό) προσανατολισμό της Ουκρανίας υπερβαίνουν τα όρια της εξωτερικής πολιτικής του Κιέβου. Αφορούν από τη μια τις επιδιώξεις της Ρωσίας να οριοθετήσει το στρατηγικό της χώρο επανεντάσσοντας τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στη σφαίρα επιρροής της (αυτό που η ρωσική διπλωματία αποκαλεί «εγγύς εξωτερικό») και από την άλλη τις επιδιώξεις της Δύσης, συνολικά, για ένα δυναμικό άνοιγμά της προς τα ανατολικά. Σήμερα αυτό μοιάζει να ακυρώνεται, αναγκάζοντας διπλωμάτες και αναλυτές να μιλούν για αναγκαιότητα επανακαθορισμού των σχέσεων πρωταρχικά με τη Ρωσία.
Η Σύνοδος λοιπόν στο Βίλνιους που ετοιμάζανε οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, σύμφωνα με τον αναλυτή της «Ελ Παΐς», ήταν στην πραγματικότητα «σύνοδος για γεωπολιτική αναμέτρηση», αλλά «δεν είχε διοργανωθεί για να είναι τέτοια». Έτσι έχουμε μια τα¬κτι¬κή νί¬κη για τη Ρω¬σία με στρατηγικές προδιαγραφές. Το Κίεβο γύρισε την πλάτη στη Δύση και η ΕΕ είναι αντιμέτωπη με ένα διπλωματικό χάος, με ένα επιπλέον δεδομένο: «ότι η διπλωματία του χρήματος έχει κλονιστεί και από τον απόηχο της κρίσης του ευρώ». Χρειάζεται μια νέα γεωπολιτική στρατηγική απέναντι στη Ρωσία, και επειδή η ΕΕ μόνη της δεν το μπορεί, έρχονται τα παρήγορα λόγια από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, όπως τα διατυπώνει ο αρθρογράφος των «Τάιμς της Ν. Υόρκης», που αμφιβάλλει ότι «η Ρωσία κέρδισε τη διελκυστίνδα για την Ουκρανία» από τη Δύση και προβλέπει πως «η αντιπαράθεση αυτή δεν αποκλείεται να καταλήξει μέχρι και στη διαίρεση» της χώρας σε «Ανατολική» και «Δυτική»! Είναι φανερό ότι η διεκδίκηση σφαιρών επιρροής των ιμπεριαλιστών θα συνεχιστεί και στο πεδίο της Ανατολικής Ευρώπης και αλλού. Η Ου¬κρα¬νία σήμερα αποτελεί ένα σημαντικό πε¬δίο αναμέτρησης με¬τα¬ξύ της Ρω¬σίας, α¬πό τη μία, και των Η¬ΠΑ-Ευ¬ρω¬παϊκής Ένω¬σης, α¬πό την ά-λ¬λη, με «στρατιώτες–θύματα» τον ίδιο το λαό της.

Χ.Β.

16 Δεκ 2013

Νέλσον Μαντέλα
Είναι αναγκαίο το ένα να διαχωρίζεται στα δυο

του Mike Ely*

Δεν θα προσπαθήσω να συνοψίσω την ιστορία του αγώνα της Νότιας Αφρικής (Αζανίας) για την απελευθέρωση, ή να μπω σε λεπτομέρειες για το ρόλο του Νέλσον Μαντέλα. Αυτά θα γίνουν όταν χρειαστεί.
Όμως στο μέσο των μονόπλευρων τοποθετήσεων για τον Μαντέλα (συμπεριλαμβανομένων, φυσικά, και αυτών των καταπιεστών και των Μέσων τους) χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε κάτι: ο Μαντέλα είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα και όσοι από μας μισούμε και αντιτασσόμαστε στην καταπίεση δεν μπορούμε απλά να τον εκθειάσουμε μονόπλευρα.
Συμμετείχε (όπως όλοι γνωρίζουμε) στον αγώνα για την ανατροπή του απαρτχάιντ. Όμως μέσα σ΄ αυτό το κίνημα εκπροσωπούσε μια τάση που αντιτάχτηκε στο σοσιαλιστικό δρόμο, αντιτάχτηκε στην απαλλοτρίωση της καπιταλιστικής βιομηχανίας, αντιτάχτηκε στην απαλλοτρίωση της γης από τους καπιταλιστές γαιοκτήμονες. Και (εν μέρει λόγω της επιρροής του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, και της προθυμίας των καταπιεστών να συνδιαλλαγούν μαζί του) το αποτέλεσμα του αγώνα κατά του απαρτχάιντ ήταν η αλλαγή της μορφής του καπιταλισμού (και του τέλους της ωμής αποικιακής-ρατσιστικής κυριαρχίας) χωρίς αυτό να σημάνει την πραγματική απελευθέρωση του λαού.
Αλλαγή υπήρξε. Ήταν μια πραγματική αλλαγή. Όμως απείχε πολύ από την απελευθέρωση επειδή δεν άγγιξε ούτε μια τρίχα από το κοινωνικό σύστημα (εκτός από το να κάνει χώρο στην κορυφή για μερικούς ακόμη αφρικανούς καπιταλιστές). Αυτό σε αντίθεση με πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις που (όπως και ο Μαντέλα) αγωνίστηκαν ενάντια στις αποικιακές μορφές καταπίεσης, αλλά που επιδίωξαν (μέσα από τον αντι- αποικιακό αγώνα) να ανοίξουν δρόμους προς το σοσιαλισμό και τη γνήσια λαϊκή εξουσία.
Και ένας από τους λόγους για τους οποίους εκθειάζεται σ΄ όλον τον κόσμο από τις ίδιες αυτές δυνάμεις που στήριξαν το απαρτχάιντ και κέρδισαν απ΄ αυτό (όπως ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός) είναι ότι ο Μαντέλα ήταν συστατικό στοιχείο μιας ρήξης στη Νότια Αφρική που απέφυγε την επανάσταση και (χάρις σ΄ αυτόν προσωπικά) η μεταπολίτευση κράτησε σταθερά τη Ν. Αφρική (και την γύρω περιοχή) στην παγκόσμια καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική αγορά, σταθερά υποταγμένη στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό και καπιταλισμό και κέντρο σταθερότητας σε έναν κόσμο που έχει ανάγκη την επανάσταση.
Ο εκθειασμός τους δεν είναι κυρίως γιατί έβαλε τέλος στην καταπίεση, αλλά γιατί απέτρεψε να αποτελέσει η Ν. Αφρική ένα ρήγμα στο παγκόσμιο σύστημα καταπίεσης. Και θα πρέπει να μάθουμε το τι αυτοί υποστηρίζουν ώστε εμείς (λόγω της φύσης μας, των συμφερόντων και στόχων μας) να ΜΗΝ υποστηρίξουμε. Θα πρέπει να μελετήσουμε την ιστορία για να μάθουμε πώς να προχωρήσουμε την σύγκρουση και τον αγώνα για αλλαγή σε μια φάση όπου ο σοσιαλιστικός δρόμος να γίνει πραγματικότητα σε κάθε χώρα.
Ο Μαντέλα ήταν (τελικά) ο καταλύτης ενός συμβιβασμού, που άλλαξε τις μορφές εξουσίας, έδωσε τέλος σε ορισμένες μορφές καταπίεσης αλλά που (στην πράξη) άφησε το λαό εκτός εξουσίας και σε διαρκή ανάγκη για απελευθέρωση.

* Το κείμενο με τίτλο “Nelson Mandela: The need to divide one into two” δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://kasamaproject.org/threads/entry/nelson-mandela-the-need-to-divide-one-into-two

6 Δεκ 2013

ΝΕΠΑΛ Εκλογική ανατροπή, πολιτική τιμωρία.

Σχεδόν η απόλυτη ανατροπή, συνέβη στην εκλογική αναμέτρηση στις 19 του Νοέμβρη στο Νεπάλ, για την σύνθεση της δεύτερης Συντακτικής Συνέλευσης, συγκριτικά με τους συσχετισμούς των εκλογών του 2008. Αν και αρκετοί συστηματικοί παρατηρητές των εσωτερικών εξελίξεων στην χώρα διέβλεπαν μια αισθητή υποχώρηση στην πολιτική και εκλογική επιρροή του κόμματος των Πρατσάντα-Μπαταράι, δηλαδή του πρώην ενωμένου μαοϊκού κόμματος, κανείς δεν περίμενε τέτοια διάσταση. Το ΕΚΚΜ, το οποίο στις προηγούμενες εκλογές ήρθε πρώτο με διαφορά συγκεντρώνοντας 3,1 εκατομμύρια ψήφους, ποσοστό 30,5% και 229 έδρες στην βουλή, έμεινε αυτήν την φορά τρίτο σε σημαντική απόσταση από τα δύο αστικά παραδοσιακά κόμματα. Το φίλο-ινδικό Κογκρέσο που προηγείται με βραχεία κεφαλή του σοσιαλδημοκρατικού ΕΜΛ. Και τα δύο εξέλεξαν 196 από τους 240 βουλευτές, που αναδείχνονται με το πλειοψηφικό σύστημα ανά περιφέρεια ενώ το ΕΚΚΜ κέρδισε μόλις 26. Για να γίνει κατανοητή η εντυπωσιακή ανατροπή, στις εκλογές του Απρίλη του 2008 το ΕΚΚΜ είχε βγει πρώτο σε 120 περιφέρειες εκλέγοντας αντίστοιχο αριθμό βουλευτών και τα δύο κόμματα- τότε- είχαν εκλέξει αθροιστικά μόνο 70 βουλευτές! Για το μέρος της βουλής (335 θέσεις) που εκλέγεται με αναλογικό τρόπο σύμφωνα με την συνολική δύναμη των κομμάτων, η καταμέτρηση μέχρι το βράδυ της Πέμπτης 28/11 δεν είχε ολοκληρωθεί . Τα μέχρι εκείνη την στιγμή αποτελέσματα επιβεβαίωναν τους συσχετισμούς των περιφερειών με τα δύο κόμματα, Κογκρέσο και ΕΜΛ να συγκεντρώνουν 4,6 εκατομμύρια ψήφους και το ΕΚΚΝ 1,4 εκατομμύρια. Τέταρτο κόμμα έρχονταν το φιλοβασιλικό RPP με 621 χιλιάδες ψήφους ενώ το Φόρουμ των Μαντέζι έπαιρνε την πέμπτη θέση με 257 χιλιάδες. Σημαντικά στελέχη του ΕΚΚΝ δεν εκλέχτηκαν, ο Πρατσάντα έχασε την εκλογή στην περιφέρεια 10 του Κατμαντού για να πάρει την έδρα σε μια περιφέρεια της επαρχίας μόλις και μετά βίας, ενώ και ο Μπαταράι που κέρδισε με άνεση στην γενέτειρα του, την Γκόργκα, συγκέντρωσε τους μισούς ψήφους που πήρε το 2008.
Σε αντίθεση με την προπαγάνδα των δυτικών και εγχώριων καθεστωτικών ΜΜΕ, η αποχή ήταν ο πρωταγωνιστής των εκλογών και ο παράγοντας που φαίνεται να καθόρισε εν πολλοίς το εκλογικό αποτέλεσμα. Συγκριτικά πάντα με το 2008, οι νεπαλέζοι που γράφτηκαν στους εκλογικούς καταλόγους ήταν λιγότεροι κατά 5,5 εκατομμύρια ( άπω 17,6 εκατ. σε 12,2 εκατ.). Διαφορά εντυπωσιακή ακόμα και για μια χώρα σαν το Νεπάλ, όπου η γεωγραφία, η έλλειψη κρατικών υποδομών και το μορφωτικό επίπεδο αποτελούν σημαντικά εμπόδια για μια ασφαλή και πλήρη απογραφή . Το 2008 πήγαν στις κάλπες 11,2 εκατομμύρια νεπαλέζοι ενώ τώρα μόνο 8,6 εκατομμύρια, δηλαδή 2,6 εκατομμύρια λιγότεροι. Το ποσοστό συμμετοχής 77% που ανακοινώθηκε από την κεντρική εκλογική επιτροπή και θεωρήθηκε επιτυχία των εκλογών, είναι λοιπόν εντελώς παραπλανητικό. Σε σχέση με τους εκλογικούς καταλόγους του 2008, το ποσοστό είναι περίπου 48% !
Αν και είναι νωρίς για τελεσίδικα συμπεράσματα είναι αναμφισβήτητο πως ορισμένοι βασικοί πολιτικοί και όχι τεχνικοί παράγοντες έχουν επιδράσει σε αυτήν την μαζική εκλογική διαφυγή. Κατά πρώτον το μεγάλο κύμα απογοήτευσης που έχει δημιουργηθεί στις λαϊκές μάζες από την πολιτική και τις επιλογές της ηγεσίας Πρατσάντα- Μπαταράι και το γεγονός πως η ζωή τους ελάχιστα άλλαξε ύστερα από την λήξη του ένοπλου αγώνα. Απογοήτευση που συχνά γίνεται οργή ειδικά στις περιοχές-κοιτίδες του δεκαετούς επαναστατικού αγώνα, περισσότερο μάλιστα στους κόλπους των πρώην ανταρτών και των οικογενειών τους. Κατά δεύτερον και σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, το κάλεσμα για μποϊκοτάρισμα των εκλογών που έκανε το ΚΚΝ(Μαοϊκό), η ομάδα δηλαδή στελεχών και μελών που αποσχίστηκαν από το ενιαίο μαοϊκό κόμμα. Ο νέος τρόπος εγγραφής στους καταλόγους με χρήση βιομετρικών στοιχείων, το αυξανόμενο κύμα μετανάστευσης στο εξωτερικό και η επίσπευση των προεκλογικών διαδικασιών για να μην έρθει ο βαρύς χειμώνας, σε συνδυασμό με τυπικές και άτυπες πρακτικές αποκλεισμών των χαμηλών κοινωνικών ομάδων από τις δυνάμεις του καθεστώτος και τις τοπικές ελίτ, ενίσχυσαν πιθανόν την εκλογική αποχή άλλα λειτούργησαν συμπληρωματικά στους δυο κύριους πολιτικούς παράγοντες.
Ο Πρατσάντα αιφνιδιασμένος μετά τα πρώτα αποτελέσματα και εμφανώς σε κατάσταση σύγχυσης ανακοίνωσε την απόσυρση των κομματικών εκπροσώπων από τις εφορευτικές επιτροπές, ζήτησε να σταματήσει η καταμέτρηση και απείλησε με αποχή από την Συντακτική. Κατηγόρησε τις αντιδραστικές δυνάμεις πως νόθευσαν την εκλογή και ζήτησε να συσταθεί μια επιτροπή διερεύνησης των καταγγελιών. Τόσο στην συνέντευξη τύπου όσο και αμέσως μετά, ήταν εμφανής ο διχασμός στην ηγεσία του κόμματος, ανάμεσα στον Πρατσάντα που χρεώνεται αντικειμενικά την ήττα και υπέστη την ταπείνωση της μη εκλογής στην πρωτεύουσα και στον Μπαταράι που δίχως ιδιαίτερες ταλαντεύσεις προωθεί την πολιτική ατζέντα του. Ο τελευταίος φρόντισε με διαρροές να κάνει γνωστό πως διαφωνεί με τους λεονταρισμούς του Πρατσάντα και έσπευσε να συναντηθεί με το αμερικάνο πρέσβη δίνοντας διαβεβαιώσεις πως το κόμμα δεν θα υπονομεύσει την πολιτική διαδικασία. Εφτασε μάλιστα στο σημείο-προκαταλαμβάνοντας τον κομματικό απολογισμό- να δηλώσει το αμίμητο. Πως μπορεί το κόμμα μπορεί να ηττήθηκε αλλά η πολιτική του ατζέντα νίκησε! Εν τέλει μέσα σε 48 ώρες το κλίμα άλλαξε, ο οργισμένος Πρατσάντα πήρε πίσω τις απειλές και η κεντρική επιτροπή σε μια εθιμοτυπική συνεδρίαση της, αποφάσισε να λάβει μέρος στην σύνθεση της Συντακτικής. Για τον ηγέτη του κόμματος που υπέστη έτσι ένα ισχυρό διασυρμό, έμεινε μόνο η απαίτηση σύστασης μιας εξεταστικής επιτροπής, αίτημα που ξανά-διατυπώθηκε ενώ η καταμέτρηση ολοκληρώνονταν. Στο διάστημα της σαράντα - oχτάωρης θεατρικής κρίσης όλοι οι παράγοντες εντός και εκτός των συνόρων που ήθελαν να γίνουν γρήγορα οι εκλογές πήραν σαφή θέση αναγνωρίζοντας το αποτέλεσμα και πιέζοντας για αποδοχή του . Ινδία, ΗΠΑ,Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και η Κίνα και η Ρωσία χαιρέτισαν την ολοκλήρωση των εκλογών και άμεσα η έμμεσα ζήτησαν να γίνει σεβαστό το αποτέλεσμα.
Θα ήταν πολύ επιφανειακή μια εκτίμηση που θα έβλεπε πως στο Νεπάλ εκτυλίσσετε μια επιστροφή στο παρελθόν. Η κοινωνική και πολιτική εξέλιξη σημαδεύτηκε καθοριστικά από τον δεκαετή νικηφόρο επαναστατικό αγώνα ο οποίος καταφερε να ανατρέψει την μοναρχία και να κινητοποιήσει εκατομμύρια Νεπαλέζων με ριζοσπαστικά αιτήματα και στόχους. Από την άλλη όμως είναι φανερό πως το εκλογικό αποτέλεσμα αποτυπώνει μια σοβαρή αρνητική εξέλιξη, προϊόν των αδιεξόδων, των αντιφάσεων και των ασυγχώρητων συμβιβαστικών πολιτικών της ηγεσίας Πρατσάντα-Μπαταράι. Πολιτικές που έσπειραν σύγχυση και απογοήτευση, αφόπλισαν το επαναστατικό λαϊκό κίνημα, επιδόθηκαν σε μια ακολουθία παρασκηνιακών βυζαντινισμών και εν τέλει φρέναραν την δυναμική των κοινωνικών αλλαγών και ανατροπών. Ο αφοπλισμός και η διάλυση του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού και η παρωδία ενσωμάτωσης του στον αστικό πρώην βασιλικό στρατό. Η διάλυση των πολιτικών οργανώσεων του κόμματος με κυριότερη αυτή της επαναστατικής νεολαίας. Η κατάργηση των επαναστατικών θεσμών στην ύπαιθρο, η απόφαση για επιστροφή αγροτικών εκτάσεων σε γαιοκτήμονες, οι πολιτικοί συμβιβασμοί με την Ινδία, η άνευ αρχών πολιτική συμμαχιών κλπ. Όλα αυτά μαζί με την διαδεδομένη, όχι αβάσιμα, αντίληψη πως η πρώην επαναστατική ηγεσία εγκαταστάθηκε αναπαυτικά στις πολυτελείς βίλες στην πρωτεύουσα ξεχνώντας τα βάσανα του λαού αποτελούν αρκετά ικανοποιητικές ερμηνείες για το ότι σημαντικά λαϊκά κομμάτια πήραν αποστάσεις από τις εκλογές και το ψηφοδέλτιο του ΕΚΚΜ.
Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι σαφές πως αποτελεί μια σημαντική επιτυχία όλων εκείνων των καθεστωτικών δυνάμεων που επεδίωξαν με ποικίλους τρόπους να ελέγξουν τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις και να τις βάλουν σε μια τροχιά αντιδραστικής σταθεροποίησης. Και μια σαφή ήττα της πολιτικής και των αποφάσεων της ηγεσίας Πρατσάντα-Μπαταράι, ένα δίδυμο που ίσως και να πλησιάζει στο τέλος της κοινής πορείας του . Φυσικά στο Νεπάλ υπάρχει ένας πλούτος δυνάμεων και αντιθέσεων που δεν επιτρέπει εύκολα να ολοκληρωθούν τα σχέδια πλήρους ελέγχου των λαϊκών και εθνικών κινημάτων. Το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο για την ευρύτερη πορεία των εξελίξεων και θα μας δοθεί η ευκαιρία να επανέλθουμε με πιο συνολικές εκτιμήσεις.

* Είχε ολοκληρωθεί το κείμενο όταν τα ΜΜΕ στο Νεπάλ ανακοίνωσαν μια πρώτη εκτίμηση του αριθμού των εδρών που λαμβάνουν τα μεγάλα κόμματα στην Συντακτική. Το Κογκρέσο 196, το ΕΜΛ 175 και το ΕΚΚΜ 80. Τα δύο πρώτα διαθέτουν απόλυτη πλειοψηφία στο σύνολο των 601 εδρών αλλά όχι τα 2/3 για την ψήφιση του νέου Συντάγματος.

Δ. Παυλίδης

5 Δεκ 2013

Ουκρανία – Ρωσία – ΕΕ
Η ρωσο-ουκρανική κρίση και το υπόβαθρό της

Τα τελευταία χρόνια, και πάντα προς το τέλος της χρονιάς, στις ρωσο-ουκρανικές σχέσεις η ένταση αυξάνεται. Πρόσχημα το φυσικό αέριο και τα ενεργειακά γενικότερα. Φέτος, αυτή την περίοδο, η κλιμάκωση της διαμάχης άρχισε λίγο νωρίτερα.
Αυτή τη φορά, όμως, η διαμάχη δείχνει να παίρνει μια νέα τροπή που κάνει την «κόντρα» να είναι διαφορετική από τις προηγούμενες. Αφετηρία, και βασική αιτία, της νέας κρίσης η πρόθεση της Ουκρανίας να υπογράψει συμφωνία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ρωσία αντέδρασε άμεσα και αποφασιστικά και, παρά τις προσπάθειες του φιλορώσου προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς να ισορροπήσει μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας, η συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Ουκρανίας κατέληξε σε ναυάγιο.

Προσωρινή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν
Ανακατατάξεις και επανασχεδιασμοί σε ένα εύφλεκτο τοπίο

του Τάσου Σαπουνά
Τελικά τα ξημερώματα της περασμένης Κυριακής 24 Νοεμβρίου, στην έδρα του ΟΗΕ στη Γενεύη της Ελβετίας, υπογράφηκε προσωρινή συμφωνία διάρκειας έξι μηνών ανάμεσα στο Ιράν και τη γνωστή ως Ομάδα των 5+1 (δηλαδή τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ -ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Αγγλία- και η Γερμανία) όσον αφορά τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και τη συνδεόμενη με αυτόν ελάφρυνση των κυρώσεων εις βάρος του από τις ΗΠΑ, την ΕΕ αλλά και τον ΟΗΕ.

Η συμφωνία και οι «ερμηνείες» της
Τα βασικά σημεία της συμφωνίας περιλαμβάνουν από τη μεριά της ιρανικής ηγεσίας τον περιορισμό του εμπλουτισμού του ουρανίου στις πυρηνικές εγκαταστάσεις της χώρας έως το 5%, να εξουδετερώσει όλο το εμπλουτισμένο σε ποσοστό 20% ουράνιο που το Ιράν έχει αποθηκευμένο, να μην κατασκευάσει νέους φυγοκεντρητές (νέας γενιάς), να διακόψει τις εργασίες στο πυρηνικό εργοστάσιο παραγωγής πλουτωνίου στο Αράκ (καθώς και να παραδώσει όλα τα στοιχεία σχετικά με τη λειτουργία του) και να μην κατασκευάσει νέο ανάλογο εργοστάσιο. Τέλος, να επιτρέψει την καθημερινή, απρόσκοπτη και απροειδοποίητη πρόσβαση των επιθεωρητών της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (AIEA) στις πυρηνικές εγκαταστάσεις εμπλουτισμού στη Νατάνζ και τη Φόρντο.
Από την πλευρά τους, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και ειδικότερα οι δυτικές συναίνεσαν σε μια «περιορισμένη, προσωρινή, στοχευμένη» άρση των κυρώσεων, που εκτιμάται περίπου σε 7 δισ. δολάρια καθώς και δεσμεύτηκαν να μην προβούν σε νέες κυρώσεις, με την προϋπόθεση το Ιράν να μην παραβεί τις δεσμεύσεις του.
Πριν στεγνώσει το μελάνι της συμφωνίας, εκφράστηκαν και δύο διαφορετικές ερμηνείες της, από τις ΗΠΑ (και τη «Δύση») από τη μια και από το Ιράν από την άλλη. Ο μεν αμερικανός ΥΠΕΞ, Τζον Κέρι, δήλωσε πως «το πρώτο στάδιο της συμφωνίας δεν λέει ότι το Ιράν έχει δικαίωμα στον εμπλουτισμό ουρανίου, παρά τις διάφορες ερμηνείες». Από την πλευρά της η Τεχεράνη δηλώνει ότι αυτό αναγνωρίζεται, ερμηνεύοντας την αναφορά που γίνεται στη συμφωνία όσον αφορά τον περιορισμό του εμπλουτισμού ουρανίου στο 5% σαν έμμεση και de facto αναγνώριση αυτού του δικαιώματος. Ουσιαστικά… και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο! Διότι επειδή ακριβώς αυτή η συμφωνία είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού, δίνει τη δυνατότητα, όχι μόνο από αυτά που αναφέρει αλλά και από αυτά που δεν αναφέρει, στην κάθε πλευρά να την ερμηνεύει σύμφωνα με την οπτική και τα συμφέροντά της.
Έτσι, ο Τζον Κέρι συμπλήρωσε με νόημα πως αυτό που λέει το κείμενο της συμφωνίας είναι πως στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης συμφωνίας, και εφόσον φτάσουμε σε αυτήν, το Ιράν θα έχει το δικαίωμα στην ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας, γεγονός που προϋποθέτει ένα πρόγραμμα εμπλουτισμού που θα καθοριστεί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Ουσιαστικά, ο αμερικανός ΥΠΕΞ παρακάμπτει το γεγονός ότι πράγματι υπάρχει μια de facto αναγνώριση αυτού του δικαιώματος του Ιράν με την υπογεγραμμένη συμφωνία, για να τονίσει προς την ιρανική ηγεσία ότι η νομιμοποίηση και ανοιχτή αναγνώριση του ιρανικού δικαιώματος στον εμπλουτισμό ουρανίου περνάει μέσα από την… Ουάσιγκτον και πάντως με την προϋπόθεση το Ιράν να επιμείνει στην κατεύθυνση συμβιβασμού και συνδιαλλαγής με τη Δύση.

ΗΠΑ: μπροστά σε στρατηγικούς επανασχεδιασμούς για τη Μέση Ανατολή;
Είναι φανερό πως αυτήν τη συμφωνία την προώθησαν με κάθε τρόπο οι επιτελείς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Και δεν χρειαζόμασταν τις «αποκαλύψεις» για μυστικές επαφές των υπουργών Εξωτερικών και άλλων υψηλόβαθμων παραγόντων των Αμερικανών και των Ιρανών για να το καταλάβουμε. Σημειωτέον ότι αυτές οι μυστικές επαφές ξεκίνησαν τον Ιούνιο, πριν από τις ιρανικές εκλογές, δηλαδή επί πρωθυπουργίας Αχμαντινετζάντ, και επιταχύνθηκαν μετά τη νίκη του «μετριοπαθούς μεταρρυθμιστή» Ροχανί. Για να επισημοποιηθούν, όπως έχουμε γράψει, με αφορμή την πρόσφατη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Οι ΗΠΑ, λοιπόν, πίεζαν όλο το προηγούμενο διάστημα, και πίεζαν σε κάθε κατεύθυνση (φανερή και κρυφή) και ξεπερνώντας μια σειρά εμπόδια. Με αυτό το τελευταίο δεν εννοούμε την έτσι κι αλλιώς σκληρή διαπραγμάτευση με την ιρανική ηγεσία, αλλά τις… γαλλικές αντιρρήσεις που είχαν τινάξει στον αέρα έναν προηγούμενο κύκλο επαφών, αλλά και τη δυσαρέσκεια του Ισραήλ όπως και μιας σειράς καθεστώτων της περιοχής (π.χ. Σαουδική Αραβία) για την οποία –εντάξει, γνωρίζουν ποιος είναι το αφεντικό αλλά ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πώς μπορεί να εκφραστεί. Αυτά από τους «φίλους και συμμάχους». Από την άλλη, τα βήματα προσέγγισης έπρεπε να είναι τέτοια που να μη δίνουν στον αναβαθμισμένο από την πρόσφατη επιτυχία του στο Συριακό ρώσικο ιμπεριαλισμό να βάλει σφήνες σε μια συμφωνία που ανοίγει προοπτικές που δεν τις καλοβλέπει.
Και φυσικά αυτή η σημαντική απόφαση για άνοιγμα δρόμων συνεννόησης με το Ιράν είχε, έχει και θα έχει να αντιμετωπίσει ένα τμήμα της ίδιας της αμερικανικής αστικής ιμπεριαλιστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού που, όπως επανειλημμένα έχουμε αναφέρει, στο δίλημμα κυριαρχία ή ηγεμονία επιλέγει την πρώτη. Και στο πεδίο της Μέσης Ανατολής έχει συναρθρώσει-συνδέσει αυτήν την επιλογή με μια δυναμική αν όχι στρατιωτική αντιμετώπιση του Ιράν. Οπότε θεωρεί αυτού του είδους τις επιλογές της αμερικανικής ηγεσίας (όπως και την πρόσφατη για τη Συρία που αποδέχτηκε τη ρώσικη πρόταση που όμως είχε κάνει ο... Κέρι) τουλάχιστον προβληματικές για τις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ.
Αυτή η αποφασιστικότητα λοιπόν με την οποία κινήθηκε η Ουάσιγκτον μπορεί να νοηθεί μόνο σε συνάρτηση με μια ευρύτερη προσπάθεια από την πλευρά της να μπει σε μια τροχιά άρσης των σοβαρών προβλημάτων, έως και αδιεξόδων, που συναντούσε το ξεδίπλωμα των στρατηγικών της κατευθύνσεων στην περιοχή και όχι μόνο. Διότι στο («παλιό» πια) βάλτωμα στο Ιράκ, οι αραβικές εξεγέρσεις πρόσθεσαν «αταξία», «ανισορροπία» και δημιούργησαν –το λιγότερο- νέες, πιο περίπλοκες παραμέτρους στις σχέσεις-αντιθέσεις-συσχετισμούς μεταξύ των κρατών στην περιοχή, που επηρεάζουν σοβαρά και τη δράση του αμερικανικού παράγοντα, ενώ σαν τελευταίο ηχηρό καμπανάκι λειτούργησαν και οι εξελίξεις γύρω από το συριακό ζήτημα, που πιθανά επιτάχυνε σκέψεις και σχεδιασμούς.
Ήδη αναλυτές αναφέρουν πως αυτή η συμφωνία ανοίγει το δρόμο για μια σε βάθος επαναπροσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν. Όχι ότι είναι εύκολο, όπως δεν θα είναι εύκολο και το προχώρημα της προσωρινής αυτής συμφωνίας και πολύ περισσότερο η επίτευξη μιας μόνιμης συμφωνίας. Ο Ομπάμα στις δηλώσεις του αμέσως μετά τη συμφωνία ανέφερε πως αυτή είναι το πρώτο σημαντικό βήμα για την επίλυση του θέματος που αφορά το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, επισημαίνοντας ωστόσο πως υπάρχουν ακόμη «τεράστια προσκόμματα» στο θέμα αυτό. Αλλά τα έως τώρα δεδομένα δείχνουν πως ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός θέλει να κινηθεί σε μια τέτοια τροχιά, με προσεκτικά και σταθερά βήματα. Μια τέτοια εξέλιξη στην κατάληξή της, συνιστά μια εκ βάθρων ανατροπή των δεδομένων που υπήρχαν στην περιοχή και θα προκαλέσει γεωπολιτικούς σεισμούς μεγάλων διαστάσεων. Διότι το κέρδισμα του Ιράν από τις ΗΠΑ, έστω και με μια ενδιάμεση περίοδο ευμενούς ουδετερότητάς του απέναντι στις ΗΠΑ, θα προσέδιδε άλλες πολλαπλάσιες δυνατότητες στους αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς (περίσφυξη Ρωσίας και Κίνας, στρίμωγμα Ευρωπαίων κ.λπ.).

Ιρανική ηγεσία: κινείται με κύριο γνώμονα τις φιλοδοξίες
Όσον αφορά το Ιράν, γράψαμε πρόσφατα και επιμένουμε πως ένα τμήμα της ηγεσίας του εκτιμά πως η παραπέρα προώθηση της χώρας τους σαν περιφερειακής δύναμης με αυξημένο ρόλο και θέση περνά μέσα από τη συνεννόηση με τον… σατανά. Γιατί δεν είναι μόνο πως «δεν φτάνει» η σχέση με τη Ρωσία για μια τέτοια αναβάθμιση. Αλλά και γιατί η Ρωσία αποτελεί, όπως έχει επισημάνει ο Ζ. Μπρεζίνσκι, φυσικό ανταγωνιστή του Ιράν στην περιοχή, κάτι που θα εκφράζεται ολοένα και περισσότερο ενόσω η Ρωσία ανασυγκροτείται. Συμπληρωματικά και ενισχυτικά αυτής της προσέγγισης της ιρανικής ηγεσίας με τις ΗΠΑ λειτούργησε η άρση των κυρώσεων που, αν και δεν ομολογούνταν, είχε φέρει την ιρανική κοινωνική και οικονομική κατάσταση στα πρόθυρα ασφυξίας. Έτσι οι κυρώσεις λειτουργούσαν πολλαπλασιαστικά στις επιπτώσεις της παγκόσμιας κρίσης που είχαν αρχίσει να εκφράζονται με έντονο τρόπο, δημιουργώντας φόβους για αποσταθεροποίηση του καθεστώτος. Δεν πρέπει να ήταν έξω από τις σκέψειες της ιρανικής ηγεσίας ότι ένα τέτοιο έδαφος θα δημιουργούσε συνθήκες για λαϊκές αντιδράσεις οι οποίες θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις ΗΠΑ. Άρα οι κυρώσεις αποτελούσαν επίσης έναν εκβιασμό, αλλά και μια διαρκή υπενθύμιση των ορίων που μπορεί η Δύση, και πιο συγκεκριμένα οι ΗΠΑ, να βάλουν στις φιλοδοξίες της ιρανικής ηγεσίας. Με βάση τα προηγούμενα, δεν μας βρίσκουν σύμφωνους ερμηνείες που τοποθετούν σαν κύριο χαρακτηριστικό στη στάση του Ιράν το κέρδισμα χρόνου.

Ευρωπαϊκές συμφωνίες και δυσαρέσκειες – Η στάση της «Ανατολής»
Ο εγγλέζικος ιμπεριαλισμός στοιχήθηκε πιο εύκολα απ’ ό,τι το κάνει τελευταία στην επιλογή των αμερικανών επιτελών για επίτευξη συμφωνίας. Η πάλαι ποτέ αποικιοκράτιδα δύναμη, ευελπιστεί πως ανοίγονται ρόλοι και θέσεις για να παίξει και αυτή στο παιχνίδι της Μέσης Ανατολής. Την ίδια θετική στάση κράτησε και η Γερμανία, που θεωρεί, με δεδομένο ότι παραμένει (παρά τη χαλάρωση του πλαισίου που έχει πετύχει τα τελευταία χρόνια) στρατηγικά ακρωτηριασμένη και υπό επιτήρηση, ότι ευνοείται όταν το παιχνίδι μετατοπίζεται από το στρατιωτικό στο διπλωματικό-οικονομικό.
Αντίθετα ο γαλλικός ιμπεριαλισμός μπορεί να μην έδειξε τη δυσαρέσκειά του, εφαρμόζοντας το γαλλικό άλλωστε σαβουάρ βιβρ, αλλά ήταν εμφανής η προσπάθειά του διαμέσου του υπουργού των Εξωτερικών του να προσδώσει στη συμφωνία λίγο γαλλικό άρωμα. Που όμως δεν αναιρεί το πραγματικό γεγονός πως, ακόμα και αν λήφθηκαν υπόψη κάποιες γαλλικές ανησυχίες, η συμφωνία επετεύχθη παρά τη θέληση της Γαλλίας. Και συνιστά άρα ένα δεύτερο, μετά το άδειασμα στο Συριακό, πλήγμα της γαλλικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής.
Από την άλλη πλευρά, τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα χαιρέτισαν τη συμφωνία. Μάλιστα ο ρώσος ΥΠΕΞ Λαβρόφ ανέφερε χαρακτηριστικά πως «δεν υπάρχουν χαμένοι». Αυτό το τελευταίο μάλλον αποτελεί μια διπλωματική έκφραση της αμηχανίας και των σοβαρών προβληματισμών του ρώσικου ιμπεριαλισμού. Διότι αυτός γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τι προοπτικές μπορεί να ανοίξει μια επαναπροσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν, προοπτικές που θα δυναμιτίσουν τις ρώσικες προσπάθειες αντιαμερικανικής συνεργασίας στην περιοχή που χρονολογούνται εδώ και πάνω από δέκα χρόνια.

Ισραήλ, μοναρχίες του Κόλπου, καθεστώτα της περιοχής
Η πιο ηχηρή και κάθετη καταδίκη της συμφωνίας υπήρξε, όπως ήταν αναμενόμενο, από το Ισραήλ. Έχοντας οικοδομήσει μια πολιτική που θέτει την εξουδετέρωση του Ιράν στο επίκεντρο μιας οποιασδήποτε περιφερειακής διευθέτησης στο χώρο της Μέσης Ανατολής, η συμφωνία αυτή ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να υπάρξει για την προβοκατόρικη και ακραία αντιδραστική ισραηλινή ηγεσία. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που η ηγεσία αυτή μίλησε για «διπλωματική νίκη του Ιράν», εκτοξεύοντας για μια ακόμη φορά τις στρατιωτικές απειλές της προς την Τεχεράνη. Νομίζουμε όμως ότι αυτή η στάση εμπεριέχει και την «ανάγνωση» των επόμενων βημάτων. Δηλαδή η ισραηλινή στάση δεν εμφορείται απλά από μια εμμονική αντιιρανική πολιτική, αλλά αντιλαμβάνεται πως μια επαναπροσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν θα αλλάξει το ειδικό βάρος του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή.
Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός ωστόσο απαίτησε, και αυτό έγινε δεκτό, χαμήλωμα των τόνων από την πλευρά του Ισραήλ. Ταυτόχρονα οι, ΗΠΑ διά στόματος Ομπάμα, εγγυήθηκαν για πολλοστή φορά την «ασφάλεια του Ισραήλ», κάνοντας όμως σαφές προς τη σημερινή ισραηλινή ηγεσία το ποιος είναι αυτός που χαράζει τα βήματα πυρηνικής αποτροπής του Ιράν.
Σφόδρα δυσαρεστημένη για τη συμφωνία είναι και η Σαουδική Αραβίς, που βλέπει σ’ αυτήν τις δυνατότητες που ανοίγονται στον μεγάλο ανταγωνιστή της στην περιοχή, το Ιράν, εάν και εφόσον τα πράγματα εξελιχθούν προς τα εκεί. Από κει και πέρα, Κουβέιτ και Κατάρ, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, χαιρέτισαν τη συμφωνία παρά τις ανησυχίες τους, ενώ πιο ένθερμοι υποστηρικτές της εμφανίστηκαν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν.
Η Συρία επικρότησε τη συμφωνία, θεωρώντας τη μια επιπλέον συμβολή στη διπλωματική λύση του δικού της ζητήματος. Άλλωστε, παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, συνεχίζονταν οι συζητήσεις μεταξύ υψηλόβαθμων αξιωματούχων των ιμπεριαλιστών για την προετοιμασία της Γενεύης ΙΙ όσον αφορά το συριακό ζήτημα, στην ομώνυμη πόλη. Ακόμα και η Τουρκία χαιρέτισε τη συμφωνία και προσπαθεί να βρει ρόλο και θέση στις ανακατατάξεις που κυοφορούνται στην περιοχή.

Τι μέλλει γενέσθαι;
Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως αυτή η συμφωνία θα περπατήσει απρόσκοπτα. Ήδη έχουμε σημάδια πριν από τη συμφωνία που δείχνουν πως η επέμβαση των ιμπεριαλιστών στην περιοχή της Μέσης Ανατολής έχει ενεργοποιήσει μια σειρά δυνάμεις που -είτε κινούνται σαν άμεσα ενεργούμενα των ιμπεριαλιστών ή περιφεριακών δυνάμεων (ή και των δύο) είτε έχουν και μια σχετική αυτονομία- αποδεικνύουν πως το κουβάρι στην περιοχή είναι αρκετά μπλεγμένο για να λυθεί εύκολα.
Μία μέρα πριν από την επανέναρξη των συνομιλιών για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα (που κατέληξε στη συμφωνία της 24 Νοέμβρη) είχαμε τη βομβιστική επίθεση στην ιρανική πρεσβεία της λιβανικής πρωτεύουσας από εξτρεμιστές σουνίτες που έχουν σχέση με Αλ Κάιντα και λέγεται ότι χρηματοδοτούνται από Σαουδική Αραβία. Δύο μέρες μετά ήλθε η επίθεση με όλμους κατά της Σαουδικής Αραβίας από ιρακινή σιιτική οργάνωση που λέγεται ότι έχει επαφές και με το Ιράν. Παράλληλα έχουμε το σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο Τουρκίας–Αιγύπτου που οδήγησε στην εκατέρωθεν απέλαση των πρεσβευτών τους, ενώ συνεχίζει να παράγει εξελίξεις και αντιθέσεις η χαίνουσα πληγή της Συρίας. Αυτά λοιπόν που επισημαίνουμε για αυτό το εύφλεκτο και ταυτόχρονα μπλεγμένο κουβάρι της Μέσης Ανατολής, μιας περιοχής που συγκεντρώνει πάνω της τις αλληλοδιασταυρούμενες και αντιθετικές επιδιώξεις ιμπεριαλιστών και περιφερειακών δυνάμεων, αναδεικνύουν το εξής απλό και ταυτόχρονα πολύ σύνθετο και απρόβλεπτο: ότι οι εξελίξεις σε καμία των περιπτώσεων δεν θα είναι «ομαλές»... Και ανοίγουν μια προοπτική έντονων ανακατατάξεων και ταυτόχρονα έναν νέο, ακόμα πιο επικίνδυνο για τους λαούς, κύκλο ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

22 Νοε 2013

Η διπλωματία και τα ιμπεριαλιστικά παιχνίδια με πρόσχημα το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν

Είναι φανερό πως το τελευταίο διάστημα υπάρχει έντονη κινητικότητα σε διπλωματικό επίπεδο με επίκεντρο το Ιράν και το πυρηνικό του πρόγραμμα. Μάλιστα, αν πιστέψουμε τα διεθνή ΜΜΕ, η συμφωνία θα ήταν γεγονός το προηγούμενο Σαββατοκύριακο αν η «όψιμη» αντίδραση της Γαλλίας δεν την μπλοκάριζε! Χαρακτηριστικά, το τηλεγράφημα του επίσημου ιρανικού πρακτορείου ειδήσεων IRNA ανέφερε τον γάλλο υπουργό Εξωτερικών ως μοναδικό υπεύθυνο για τη μη επίτευξη συμφωνίας.
Στο όλο «θετικό» κλίμα συνέβαλε και η ξαφνική αναβάθμιση του επιπέδου των διαπραγματεύσεων σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών όταν την περασμένη Παρασκευή άρχισαν να καταφτάνουν στη Γενεύη οι υπουργοί Εξωτερικών με πρώτο τον αμερικανό Τζον Κέρι. Πάντως, μια μέρα πριν ο υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Ριάμπκοφ, που είναι επικεφαλής της ρωσικής αντιπροσωπείας στη Γενεύη, με δηλώσεις του στο πρακτορείο Ria Novosti το είχε προαγγείλει. «Υπάρχουν πολλά προβλήματα που αφορούν τα συμφέροντα πολλών χωρών. Για το λόγο αυτό αναβαθμίζονται (οι διαπραγματεύσεις) σε επίπεδο υπουργών».
Η εσπευσμένη άφιξη λοιπόν την περασμένη Παρασκευή στη Γενεύη πολλών υπουργών Εξωτερικών είχε αφήσει να φανεί ότι επίκειται η επίτευξη μιας συμφωνίας, ωστόσο οι απαιτήσεις για «περαιτέρω διευκρινίσεις επί ορισμένων θεμάτων» που προέβαλε ο γάλλος ΥΠΕΞ, Φαμπιούς εμπόδισαν να υπάρξει μια τέτοια κατάληξη.
Έτσι οι συνομιλίες των 5+1 (δηλαδή τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ συν τη Γερμανία) και της ιρανικής αντιπροσωπείας στις 7-9 Νοέμβρη δεν είχε κάποια κατάληξη,αλλά συμφώνησαν να επαναλάβουν τις διαπραγματεύσεις στις 20 του Νοέμβρη. Αυτός θα είναι ο τρίτος γύρος διαπραγματεύσεων μέσα σε έξι μόλις βδομάδες. Ο πρώτος είχε διεξαχθεί στα μέσα Οκτωβρίου, επίσης στη Γενεύη, και ο οποίος το μόνο που έκανε ήταν να επιβεβαιώσει τη θέληση των μερών να συνεχίσουν τις συνομιλίες στις αρχές του Νοέμβρη.
Ωστόσο η έντονη διπλωματική κινητικότητα με επίκεντρο το Ιράν δείχνει να ξεκινά αμέσως μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Χασάν Ροχανί τον περασμένο Ιούνιο. Ο μετριοπαθής κληρικός -που ήταν πρώην διαπραγματευτής για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν- από την αρχή της νέας θητείας του, που ο ίδιος τη χαρακτήρισε ως «μια νίκη της μετριοπάθειας έναντι του εξτρεμισμού», ανοίγει το ζήτημα μιας συμφωνίας για τα πυρηνικά του Ιράν και σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μάλιστα, κατά την επίσκεψή του στον ΟΗΕ το Σεπτέμβριο και σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ουάσινγκτον Ποστ», διατύπωσε για πρώτη φορά ότι επιθυμεί η χώρα του να καταλήξει σε συμφωνία με τις παγκόσμιες δυνάμεις όσον αφορά το πυρηνικό της πρόγραμμα μέσα σε διάστημα τριών με έξι μηνών.
Σήμερα λοιπόν οι εξελίξεις δείχνουν να ακολουθούν μια «ομαλή» διπλωματική διαδρομή! Ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα προχώρησε πιο πέρα δηλώνοντας πως: «Η διεθνής κοινότητα θα μπορούσε να εξετάσει τη χαλάρωση των κυρώσεων κατά του Ιράν στα πρώτα στάδια των διαπραγματεύσεων για μια συμφωνία σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης». Στο ίδιο μήκος κύματος ο βρετανός υπουργός Εξωτερικών Ουίλιαμ Χέιγκ δήλωνε στο BBC από τη Γενεύη πως «μια συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα» είναι στο τραπέζι και μπορεί να επιτευχθεί τις προσεχείς εβδομάδες», προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι μια πιθανή συμφωνία «δεν θα ικανοποιούσε όλο τον κόσμο», αναφερόμενος σαφώς στο Ισραήλ.
Η εξέλιξη αυτή, που αναμένεται η συνέχειά της σε λίγες μέρες, ανέδειξε και ένα κάποιο στρίμωγμα της Ρωσίας (μικρό ή μεγάλο θα φανεί γρήγορα) και σε πλήρη αντιδιαστολή με την αναλόγου μεγέθους συμφωνία για τη Συρία το προηγούμενο διάστημα. Αναδείχθηκε μια μεταστροφή στάσης της Ρωσίας την τελευταία στιγμή, δηλωτικό ότι έτρεξε πίσω από πρωτοβουλίες άλλων. Η δήλωση του Σεργκέι Λαβρόφ ότι «Χρειάζεται πολιτική βούληση για τα πυρηνικά του Ιράν» αντανακλά την αμηχανία της ρωσικής πλευράς στην ταχύτητα των εξελίξεων στη φάση αυτή. Λες και πρόκειται για κάποιο τεχνικό ζήτημα!
Πάντως τις σχετικές δηλώσεις από μεριάς Ρωσίας γι’ αυτές τις επαφές που έγιναν και θα συνεχιστούν στις 20 του Νοέμβρη ανέλαβε να τις κάνει ο εκπρόσωπος Τύπου του υπουργείου, Αλεξάντερ Λουκασέβιτς. Δηλώσεις του κινούνται σε θετικότερο μήκος κύματος σε σχέση με εκείνες του υφυπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Ριάμπκοφ. Ο Ριάμπκοφ, ως ο βασικός διαπραγματευτής της Ρωσίας για το θέμα του Ιράν στη Γενεύη, είχε δηλώσει ότι «οι δύο πλευρές βρίσκονται ακόμη πολύ μακριά και δεν υπάρχει καμία εγγύηση περαιτέρω προόδου προς την άρση του αδιεξόδου».
Το γεγονός ότι σήμερα πολλοί ιμπεριαλιστές, και ιδιαίτερα οι Αμερικάνοι, μιλούν με θερμά λόγια για τη δυνατότητα επίτευξης συμφωνίας, προδικάζει μια εξέλιξη σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση: δηλαδή στην παραπέρα όξυνση των ανταγωνισμών. Δεν είναι μόνο ότι οι ιμπεριαλιστές δεν εννοούν το ίδιο πράγμα όταν μιλούν για επίτευξη συμφωνίας, που έτσι κι αλλιώς σαν κείμενο, εάν και εφόσον υπάρξει, θα είναι ανοικτό σε πολλές ερμηνείες και προσεγγίσεις. Είναι το γεγονός πως από την άποψη στρατηγικών συσχετισμών είναι ένα ανοικτό ζήτημα και αφορά ολόκληρη την περιοχή.
Και, όπως παρατηρείται , ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία, αυτή δεν πρέπει να ερμηνευτεί μόνο σαν
κέρδισμα χρόνου για κάποιες πλευρές (που γενικά ισχύει και αυτό) αλλά ως μια δραστική τροποποίηση των σταθερών στις οποίες στηρίζονται οι σημερινοί συσχετισμοί. Ένα γενικότερο «ανακάτεμα της τράπουλας στη σημερινή φάση» για την περιοχή όπου παραμένουν πολλά ζητήματα ανοιχτά και σε εκκρεμότητα και με πολλούς παίκτες (ιμπεριαλιστές) να μπαίνουν στο παιχνίδι έστω και ετεροχρονισμένα.
Και ενώ η συγκρατημένη έως και αμήχανη στάση της Ρωσίας μπορεί να εξηγηθεί, από την άλλη η στάση της Γαλλίας γεννά κάποια ερωτηματικά. Το να λέει ο υπουργός Εξωτερικών Λοράν Φαμπιούς
ότι δεν υπάρχει «καμιά βεβαιότητα σε αυτό το στάδιο» για την επίτευξη μιας συμφωνίας, παραπέμπει σε μια στάση που δείχνει συνολικότερη διάσταση με την πρόταση συμφωνίας για την οποία εργάζονται εντατικά εδώ και πολλούς μήνες οι Αμερικανοί. Κάποιες διπλωματικές προσεγγίσεις την ερμηνεύουν ως μια προσπάθεια των γάλλων ιμπεριαλιστών να μπουν στις διαπραγματεύσεις με «τσαμπουκά» σε μια απόπειρα αναβάθμισης του διεθνούς ρόλου τους. Και βέβαια εξακολουθούν να είναι «χολωμένοι» με το άδειασμά τους και τη συμφωνία Ρωσίας–ΗΠΑ για τη Συρία, πριν από λίγο καιρό. Ο Φαμπιούς επίσης, ως επιπλέον δικαιολογία, υπογράμμισε την ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι «ανησυχίες» του Ισραήλ για τα θέματα ασφάλειας.
Το Ισραήλ και ειδικότερα ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου αντιδρούν εντονότατα σε όποια συμφωνία, σε αυτή τη φάση, με το Ιράν. Δήλωσε ότι η χώρα του θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να πείσει τη διεθνή κοινότητα να αποτρέψει τη συμφωνία και πριν από την επανάληψη των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη στις 20 Νοεμβρίου, γιατί, «σύμφωνα με όλη την πληροφόρηση που φθάνει στο Ισραήλ, η συμφωνία που συζητείται είναι ΄΄κακή και επικίνδυνη΄΄». Γενικότερα καταγγέλλει τις ΗΠΑ και τον Ομπάμα για βιασύνες και κακούς υπολογισμούς, παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις του Κέρι ότι: «Ο πρόεδρος Ομπάμα είναι έτοιμος να υπογράψει μια συμφωνία που θα εγγυάται την ασφάλεια των συμμάχων μας στην περιοχή. Θα συνεχίσουμε, όπως κάναμε μέχρι τώρα, να τους υπερασπιζόμαστε απέναντι σε κάθε εξωτερική απειλή», υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι «θα υπάρξει μια καλή συμφωνία ή δεν θα υπάρξει συμφωνία».
Ωστόσο, η στάση του Ισραήλ στο συγκεκριμένο ζήτημα ανάγεται (ακόμα και από αξιωματούχους του Ισραήλ όπως ο Τζιόρα Έιλαντ, ειδικός σε θέματα εθνικής ασφαλείας) στην από χρόνια αντιπαράθεση της κυβέρνησης Νετανιάχου με την πολιτική Ομπάμα σε μια σειρά ζητήματα που αφορούν την περιοχή και ιδιαίτερα το Παλαιστινιακό. Είναι γεγονός ωστόσο πως η όποια διεύρυνση των δυνατοτήτων επιλογών των ΗΠΑ στην περιοχή είναι αναπόφευκτο να μειώνει προοπτικά το σημερινό ρόλο του Ισραήλ. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός (όπως και κάθε ιμπεριαλιστής) στην προσπάθεια να ενισχύσει τον έλεγχό του δεν αποκλείει τέτοιες πρωτοβουλίες, ακόμα και αν διακυβεύονται κεκτημένα «φίλων».
Γεγονός είναι πως και αυτές οι συνομιλίες, άσχετα με την κατάληξή τους, όχι μόνο δεν θα κλείσουν το ζήτημα αλλά θα διευρύνουν και άλλο το πεδίο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων!
Χ.Β.

20 Νοε 2013

ΚΚ Φιλιππίνων
Οργή για την κυβέρνηση Ακίνο, κάλεσμα για διεθνή βοήθεια

Το ΚΚ Φιλιππίνων (ΚΚΦ) καλεί όλο τον φιλιππινέζικο λαό, και αυτούς που βρίσκονται στο εξωτερικό, να κινητοποιηθούν και να συγκεντρώσουν τα μεγαλύτερα δυνατά ποσά και εφόδια για τα θύματα του πρόσφατου υπερτυφώνα Yolanda (διεθνής ονομασία Haiyan).
Υπολογίζεται ότι εννέα εκατομμύρια άνθρωποι, περίπου το 10% του πληθυσμού των Φιλιππίνων, έχει υποστεί την οργή του τυφώνα που θεωρείται ο μεγαλύτερος στην καταγεγραμμένη ιστορία, και ο οποίος σάρωσε 36 απο τις 72 επαρχίες της χωρας. Η πλειονότητα των θυμάτων είναι μικροί αγρότες, εργάτες γης, ψαράδες, ορεσίβιοι, εργάτες και άλλοι φτωχοί άνθρωποι που είναι και οι πιο ευάλωτοι στις φυσικές καταστροφές. Μεγάλες εκτάσεις γης πλημμύρισαν με θαλασσινό νερό με αποτέλεσμα την τεράστια καταστροφή υποδομών, σπιτιών, ιδιοκτησιών και καλλιεργήσιμης γης. Υπάρχουν φόβοι ότι ο αριθμός των νεκρών μπορεί να φτάσει σε αρκετές χιλιάδες.
Οι επαναστατικές δυνάμεις του ΚΚΦ συμπάσχουν με τον φιλιππινέζικο λαό, ιδιαίτερα με αυτούς που έχουν χάσει φίλους και μέλη οικογενειών και που υποφέρουν από το μεγάλο πλήγμα.
Το ΚΚΦ καλεί όλες τις προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις να οργανωθούν άμεσα και να συγκεντρώσουν χρήματα και εφόδια για την ανακούφιση και την ανοικοδόμηση και να σιγουρευτούν ότι αυτά θα φτάσουν στις πληγείσες περιοχές. Ιδιαίτερη προσοχή είναι φυσικό να δοθεί στη Tacloban και τις επαρχίες της Ανατολικής Visayas. Πρέπει επίσης να δοθεί προσοχή σε άλλες περιοχές στην κεντρική Visayas, το Panay, το Negros, το Masbate, το Mindoro, το Palawan καθώς και στο Bicol, το Νότιο Tagalog και το Ανατολικό και Βόρειο Mindanao.
Η εθνική κινητοποίηση για πόρους είναι απαραίτητη, για να μπορέσει να επεκταθεί η βοήθεια σε όλες τις περιοχές που χτυπήθηκαν από την καταιγίδα. Πρέπει να υπάρξει ο κατάλληλος εθνικός συντονισμός και συνεργασία, για να γίνει δυνατή σωστή διανομή της βοήθειας. Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε όσους έχουν ανάγκη άμεσης ιατρικής βοήθειας, στα παιδιά και τους ηλικιωμένους.
Το ΚΚΦ καλεί στη δημιουργία οργανώσεων των πληγέντων, ώστε να διευκολυνθεί η διανομή της βοήθειας και να αποτραπεί κατάσταση χάους. Ο λαός χρειάζεται αυτές τις οργανώσεις, ώστε να συγκεντρώνει και να παρέχει πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση και τις ανάγκες.
Οι δυνάμεις του Νέου Λαϊκού Στρατού (ΝΛΣ) που δρουν στις κατεστραμμένες περιοχές, έχουν αλλάξει αμέσως τη μέθοδο των επιχειρήσεών τους και στράφηκαν σε προσπάθειες έρευνας, διάσωσης, ανακούφισης και αναδιοργάνωσης. Στις ζώνες μετώπου των ανταρτών, οι επιτροπές των συνοικιών, οι προσωρινές επαναστατικές κυβερνητικές μονάδες και οι επαναστατικές μαζικές οργανώσεις κινητοποιήθηκαν αμέσως, για να βοηθήσουν το λαό και να οργανώσουν την ανασυγκρότηση, να βοηθήσουν στην συνέχιση της παραγωγής καθώς και σε άλλες πλευρές της ζωής τους.
Με γνώμονα αυτή την πολιτική, οι εμπλεκόμενες διοικήσεις του ΝΛΣ, συμπεριλαμβανομένης της διοίκησης του όρους Amandewin (στο νησί Leyte) καθώς και καθοδηγητικές επιτροπές του ΚΚΦ, μπορούν να εκδώσουν τις κατάλληλες εντολές ανακωχής στις μονάδες τους, θέτοντας τον ΝΛΣ σε κατάσταση άμυνας, όμως πάντα σε επαγρύπνηση για εχθρικές επιθετικές ενέργειες. Καλούνται να διευκολύνουν την δίοδο σε οργανώσεις και οργανισμούς που μεταφέρουν εφόδια και να προστατέψουν τους διασώστες και διανομείς βοήθειας. Ο λαός θα πρέπει να αντισταθεί σθεναρά στη συνεχιζόμενη καταστολή του φιλιππινέζικου στρατού, ιδιαίτερα σε περιοχές που έχουν πληγεί από τη θύελλα.
Ο φιλιππινέζικος λαός είναι εξοργισμένος από την αργή και ανεπαρκή αντίδραση του καθεστώτος Ακίνο. Ο Aκίνο κατηγόρησε τον φιλιππινέζικο λαό ότι ήταν απροετοίμαστος για την καταστροφή. Αμέσως μετά την καταστροφή, η κυβέρνηση Aκίνο ήταν παντελώς απούσα από την περιοχή της Tacloban και άλλες επαρχίες. Ο λαός κατηγορεί τον Ακίνο ότι, με πρόσχημα την καταστροφή, θέλησε να προωθήσει το αντιλαϊκό σχέδιο «Προεδρικό Πρόγραμμα για τη Διανομή Κοινωνικών Κονδυλίων», όταν στην πράξη δεν έδωσε παρά ελάχιστα ποσά για την καταστροφή. Από την άλλη, το ΚΚΦ ευχαριστεί τα τοπικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης που χρησιμοποίησαν όλα τα μέσα τους για την παροχή πληροφοριών στα θύματα. Ο φιλιππινέζικος λαός καλωσορίζει τις ντόπιες και διεθνείς οργανώσεις βοήθειας, των οποίων η συμβολή είναι ανεκτίμητη.
Το ΚΚΦ καλεί όλες τις διεθνείς πολιτικές οργανώσεις να δώσουν τη μέγιστη δυνατή βοήθεια στα θύματα. Το ΚΚΦ καταγγέλλει την κυβέρνηση Ακίνο και την κυβέρνηση των ΗΠΑ που εκμεταλλεύτηκαν την καταστροφή, για να αναπτύξουν περισσότερα πολεμικά πλοία και στρατιώτες σε διάφορες περιοχές, παραβιάζοντας την κυριαρχία της χώρας. Το ΚΚΦ καλεί τις ξένες κυβερνήσεις που θέλουν να βοηθήσουν να το κάνουν μέσα από πολιτικές οργανώσεις ή οργανισμούς.

*Η ανακοίνωση, με ημερομηνία 11 του Νοέμβρη 2013, δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική σελίδα www.philippinerevolution.net.

4 Νοε 2013

Γερμανία: Ουσιαστικά και τυπικά κυρίαρχος στο πολιτικό παιχνίδι η Μέρκελ

Με υπηρεσιακή κυβέρνηση συνεχίζει η Γερμανία, μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από τις εκλογές και μέχρι να συγκροτηθεί το νέο κυβερνητικό σχήμα, που, όπως όλα δείχνουν, θα είναι συγκυβέρνηση χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών. Οι εκλογές αυτές αλλά και το αποτέλεσμα που έδωσαν, δεν συνιστούσαν από μόνες τους κάτι κρίσιμο για την γερμανική πολιτική σκηνή. Και σε αυτό σύγκλιναν όλες οι πολιτικές αναλύσεις που επεξεργάζονταν μετεκλογικά σενάρια. Βέβαια, για το πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας που φημίζεται για την σταθερότητά του, η οποιαδήποτε σεναριολογία, για να έχει ρεαλιστική βάση, πρέπει να στηρίζεται στο ένα και μοναδικό δεδομένο: ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην συγκροτηθεί ισχυρό κυβερνητικό σχήμα μετά τις εκλογές.
Ως γνωστόν, οι χριστιανοδημοκράτες (CDU) της Μέρκελ, μαζί με τους χριστιανοκοινωνιστές (CSU), κέρδισαν μεν με άνεση τις βουλευτικές εκλογές της 22ης Σεπτεμβρίου αλλά απέτυχαν να συγκεντρώσουν ένα ποσοστό που θα τους επέτρεπε να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Από την άλλη, οι βασικοί και παραδοσιακοί εταίροι τους, οι φιλελεύθεροι, έμειναν εκτός βουλής και έτσι δεν προέκυψε μια άμεση συνέχεια του προηγούμενου κυβερνητικού σχήματος. Πάντως, δεν φαίνεται να αποτελεί το γεγονός αυτό κάποιο σοβαρό πολιτικό πρόβλημα. Άλλωστε, κάτι τέτοιο προβλεπόταν αρκετό καιρό πριν τις εκλογές.
Έτσι, μετά και το πρώτο γύρο των διαβουλεύσεων (που ορίζει το τυπικό της διαδικασίας και που αφορά όλα τα κόμματα), ξεκίνησαν επισήμως, το απόγευμα της περασμένης Δευτέρας, οι τελικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών (CDU), Χριστιανοκοινωνιστών (CSU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD), για να συγκροτηθεί «μεγάλος συνασπισμός». Αυτό θα συμβεί για τρίτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας. Τα ζητήματα στα οποία επικεντρώνεται η όλη διαπραγμάτευση αφορούν «εσωτερικά» θέματα και ειδικότερα τα οικονομικά, όπως ο προϋπολογισμός, η φορολογία και οι σχέσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης με τα κρατίδια, η καθιέρωση ελάχιστου μισθού κλπ. Επικεφαλής των διαπραγματεύσεων για τους Χριστιανοδημοκράτες, ο πρώην (και νυν υπηρεσιακός) υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο κυβερνήτης του Αμβούργου, Όλαφ Σολτς, ως επικεφαλής της αντιπροσωπείας του SPD. Ο Όλαφ Σολτς προαλείφεται από το SPD, ως αντικαταστάτης του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για υπουργός Οικονομικών. Αλλά, από ότι φαίνεται, οι σοσιαλδημοκράτες παζαρεύουν αυτή τη θέση, με αντάλλαγμα περισσότερα υπουργεία, κάτι που, όπως δείχνουν τα πράγματα (και το «Spiegel»), θα οδηγήσει και σε μεγαλύτερο κυβερνητικό σχήμα.
Περιττό να πούμε, πως είναι σχεδόν βέβαιο, ότι και σε αυτόν τον «μεγάλο συνασπισμό» θα δεσπόζουν όχι μόνο η Μέρκελ και οι συντηρητικές ιδέες της αλλά – και κυρίως- οι πολιτικές που ευνοούν τη γερμανική κεφαλαιοκρατία και οι οποίες εφαρμόστηκαν με μεγάλη επιτυχία το προηγούμενο διάστημα από τη Μέρκελ. Ούτως ή άλλως, οι Σοσιαλδημοκράτες σε πολύ λίγα πράγματα διαφωνούν με τη Χριστιανοδημοκρατία και αυτά είναι σε δευτερεύοντα και καθόλου ουσιώδη ζητήματα.
Συνοπτικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως εκείνο που επιδιώκεται ως βασικός στόχος από την Άγκελα Μέρκελ, με την έναρξη της τρίτης θητείας της ως καγκελάριος, είναι η κυριαρχία της πολιτικής της Γερμανίας στην «ευρωζώνη» και γενικότερα σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η Γερμανίδα καγκελάριος λέγεται ότι ετοιμάζεται επίσης να κινήσει τέτοιες διαδικασίες, ώστε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όχι μόνο να εγκρίνει ή να απορρίπτει, αλλά και να εκτελεί και να εφαρμόζει τους κρατικούς προϋπολογισμούς των κρατών – μελών τόσο της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτά, φυσικά, πρέπει να προστεθεί και ο απόλυτος έλεγχος πάνω στο δημόσιο δανεισμό των κρατών, των εθνικών σχεδίων διασφάλισης της ανταγωνιστικότητας αλλά και της εφαρμογής των (αντι)κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.
Μέσα σε αυτό το κλίμα περιστρέφεται και δημοσίευμα του (πάντα έγκυρου) «Spiegel», την περασμένη εβδομάδα, το οποίο, ωστόσο, είναι αρκετά ασαφές και ελλειμματικό σε απαντήσεις που απαιτούνται σχετικά με ζητήματα που σχετίζονται με τις πιθανές αντιδράσεις των άλλων ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Για παράδειγμα, και σε όλα όσα πιθανολογούνται για την νέα θητεία της Μέρκελ, θα πρέπει να υπάρξει αναθεώρηση των πολλών Συνθηκών και ιδιαίτερα του Δημοσιονομικού Συμφώνου, με την ταυτόχρονη συνταγματική μεταρρύθμιση και στη Γερμανία. Επίσης, θα πρέπει το Βερολίνο να αποδεχθεί και ένα κάποιο είδος «πολιτικής ενοποίησης» ενώ παραμένει παντελώς άγνωστος ο χρονικός ορίζοντας που θα τα θέσει όλα αυτά η καγκελάριος. Το δημοσίευμα στο «Spiegel» αφήνει να υπονοηθεί ότι η Μέρκελ προφανώς τα θέτει όλα αυτά και για ένα πολύ απλό και πρακτικό λόγο. Επιθυμεί η προεκλογική εκστρατεία ενόψει των Ευρωεκλογών της ερχόμενης άνοιξης να επικεντρωθεί στην παραπάνω πρόταση και να απομακρυνθεί από όλα τα άλλα φλέγοντα ζητήματα. Σε τελική ανάλυση, αυτό που προτείνει η Μέρκελ είναι ένα διαρκές Μνημόνιο για την Ευρωζώνη και την Ε.Ε., με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών σε ρόλο διευρυμένης και μόνιμης τρόικας και φυσικά κάτω από το ασφυκτικό έλεγχο της Γερμανίας. Ωστόσο, μια τέτοια πρόταση, που θα έρθει να επιβεβαιώσει και να ενισχύσει τον ασφυκτικό έλεγχο της Γερμανίας σε όλη την Ευρώπη, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα μπορέσει να γίνει αποδεκτή από τους μεγάλους ανταγωνιστές εταίρους της, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ήδη τεράστια προβλήματα και βρίσκονται κάτω υπό ασφυκτική πίεση. Τόσο η Ιταλία όσο και η Γαλλία κινούνται πλέον στα όρια των αντοχών τους, σε ό,τι αφορά τη μόνιμη διακύβευση των ιδιαίτερων συμφερόντων τους και όχι μόνο σε ό,τι αφορά το ευρωπαϊκό περιβάλλον!
Είναι φανερό πως η λεγόμενη «γηραιά ήπειρος» βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά από αδιέξοδα, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά, τα οποία διαρκώς εντείνονται, ως αποτέλεσμα σκληρών και άγριων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Τόσο η Ε.Ε, ως σύνολο, όσο και ειδικότερα η ευρωζώνη, και με τα υλικά που φτιάχτηκε από τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές (εύθραυστες ισορροπίες, εκβιαστικοί συμβιβασμοί, ανταγωνισμοί κλπ), έχει δεχτεί ένα ισχυρότατο πλήγμα τα τελευταία χρόνια το οποίο –αν μη τι άλλο– δείχνει πλέον ότι η εποχή των καμουφλάζ και των φτιασιδωμάτων της έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η οραματική, όσο υποκριτική, «κοινή πορεία» της Ευρώπης δεν φαίνεται ότι θα μπορεί να συνεχιστεί για πολύ ακόμη, γιατί απλά πείθει ολοένα και λιγότερους. Με αυτή την έννοια, η σταθερότητα που αποπνέει σήμερα το πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας, είναι στη πραγματικότητα αρκετά πλασματική. Βρίσκεται ουσιαστικά υπό την αίρεση όλων αυτών των αστάθμητων εξελίξεων που συνεπάγεται η συνεχιζόμενη όξυνση των πολιτικών και κοινωνικών αντιθέσεων, στο σύνολο σχεδόν του ευρωπαϊκού χώρου και όχι μόνο του Νότου.
Χ.Β.

Υποκλοπές και υποκρισία υψηλού επιπέδου.
Αντιθέσεις ακόμα …υψηλότερου

του Τάσου Σαπουνά
Οι πληροφορίες που «αποκάλυψε» την προπερασμένη Δευτέρα 21 του Οκτώβρη η παρισινή Le Monde όσον αφορά την παρακολούθηση από την NSA (Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας) των ΗΠΑ της γαλλικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στα Ηνωμένα Έθνη και στην Ουάσιγκτον αποδείχτηκαν η θρυαλλίδα για να ανοίξει ένας γύρος αντιπαράθεσης μεταξύ ευρωπαίων και αμερικανών για το εν λόγω ζήτημα εν μέσω πια πολλαπλασιασμού των «αποκαλύψεων». Πρόσφατα είχαμε και τη διατάραξη των σχέσων ΗΠΑ- Βραζιλίας με αφορμή την «αποκάλυψη» ότι η NSA παρακολουθούσε το κινητό και το email της προέδρου της χώρας. Που έδωσε τη δυνατότητα στην πρόεδρο Ντίλμα Ρούσεφ να εξαγγείλει τη δημιουργία εθνικού συστήματος προστασίας για τις επικοινωνίες της χώρας.

Τα γεγονότα
Η Le Monde επίσης, για να γυρίσουμε στην Ευρώπη, στις «αποκαλύψεις» της που αντλούνται από το υπόμνημα που ...υπέκλεψε από την NSA ο πρώην πράκτορας της CIA, Έντουαρντ Σνόουντεν, αναφέρει πληροφορίες για 70,3 εκατομμύρια παρακολουθήσεις-υποκλοπές στις επικοινωνίες γάλλων πολιτών σε ένα διάστημα 30 ημερών. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε το Die Spiegel που κατηγόρησε ευθέως τον Ομπάμα ότι ήταν σε γνώση του η παρακολούθηση της Α. Μέρκελ από την NSA των ΗΠΑ. Ενώ ζήτησε ευθύνες από την αμερικανική κυβέρνηση που παρακολουθεί καθημερινά εκατοντάδες εκατομμύρια επικοινωνίες σε όλη την επικράτεια μιας «φίλης και συμμάχου» χώρας. Η …αγγλική Guardian, ρίχνοντας και αυτή με τη σειρά της λάδι στη φωτιά, και επικαλούμενη και αυτη στοιχεία που έδωσε ο Έντουαρντ Σνόουντεν, αναφέρεται σε υπόμνημα του 2006 σύμφωνα με το οποίο η NSA παρακολουθούσε τις τηλεφωνικές συνομιλίες 35 ηγετών. Φυσικά όλες οι «αποκαλύψεις» αναφέρουν και εκτεταμένες επιχειρήσεις βιομηχανικής κατασκοπίας υπέρ των αμερικανικών επιχειρήσεων. Ακολούθησαν το ιταλικό περιοδικό «L’ Espresso» και η ισπανική «El Pais». Η τελευταία πρόσθεσε την Ισπανία στον κατάλογο των εκκταομυρίων υποκλοπών της αμερικανικής NSA, ενώ η «L’ Espresso» είχε άρωμα... Βρεττανίας: «αποκάλυψε» ότι η GCHQ η ομόλογη της NSA βρεττανική υπηρεσία (η οποία βρίσκονταν σε αγαστή συνεργασία με την NSA) επιδίδονταν συστηματικά όχι μόνο σε παρακολουθήσεις πολιτών και πολιτικών αλλά και σε βιομηχανική κατασκοπία σε βάρος ιταλικών επιχειρήσεων.

«Έτοιμες από καιρό»
Σαν έτοιμες λοιπόν από καιρό «υποδέχτηκαν» οι καγκελαρίες της ηπειρωτικής Ευρώπης αυτές τις «αποκαλύψεις» των παρακολουθήσεων της (NSA) των ΗΠΑ και των ...αγγλοσαξόνων. Οι ευρωπαίοι με επικεφαλής τη Γερμανία και τη Γαλλία άνοιξαν με αφορμή τις παρακολουθήσεις τα ζητήματα σχέσεων και συμμαχικών συμπεριφορών απέναντι στις ΗΠΑ. Μάλιστα η πρώτη μέρα της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής αφιερώθηκε στο ζήτημα αυτό όπου ομόφωνα (και αυτό έχει τη σημασία του για το κλίμα που επιχειρούν να διαμορφώσουν ο γερμανικός και ο γαλλικός ιμπεριαλισμός) εκδόθηκε ψήφισμα (με την ανοχή προφανώς της Αγγλίας που νιώθει στριμωγμένη) από τους «28». Σ’ αυτό ζητούνται εξηγήσεις για τις παρακολουθήσεις αλλά τίθεται και η ανάγκη μιας συμφωνίας που να διευκρινίζει τις αμοιβαίες σχέσεις των δύο πλευρών όσον αφορά τη «συλλογή πληροφοριών» (sic!). Να σημειώσουμε πως άσχετα εάν ήταν ή όχι τυχαίο, πάντως αποδείχτηκε αξιοποιήσιμο πως η ατζέντα αυτής της Συνόδου περιελάμβανε και την ψηφιακή οικονομία.
Βέβαια αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι πως οι λόγοι των «αποκαλύψεων» αυτών οι οποίες προήλθαν από την ευρωπαϊκή πλευρά έχουν να κάνουν με τα σοβαρά ζητήματα που απασχολούν όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και των δύο πλευρών του Ατλαντικού, και όχι μόνο αυτές. Και φυσικά συνιστά μέγιστη υποκρισία όλων των πλευρών να ...πέφτουν από τα σύνεφα για κάτι που αποτελεί εγγενές στοιχείο του καπιταλιστικού–ιμπεριαλιστικού συστήματος και των αντιθέσεων/ανταγωνισμών που το διέπουν. Γι αυτό και δεν θα κουράσουμε τους αναγνώστες μας για τα αυτονόητα. Απλά θα θέλαμε να υπογραμίσουμε πως αυτές αποτελούν ισχυρές ενδείξεις, και θα εξηγηθεί παρακάτω γιατί, πως για τους λαούς ξημερώνουν ακόμα πιο άσχημες μέρες.

Οι αιτίες πίσω από τις αφορμές
Αυτό που πρέπει να αναζητηθεί είναι η όσο γίνεται πιο συγκεκριμένη «ένταξη» των επεισοδίων αυτών στην τωρινή συγκυρία. Πρέπει να θυμίσουμε πως οι πρώτες «αποκαλύψεις» αυτού του χαρακτήρα είχαν γίνει το περασμένο καλοκαίρι πάλι από το «Die Spiegel» και την «Guardian» και το θέμα είχε μείνει σε κάποια όρια. Τότε κάποια δημοσιεύματα –και στον ελληνικό τύπο- αναφερόμενα στον χωροχρόνο των αποκαλύψεων, και μιλώντας κύρια για τη γερμανική πλευρά, συνέδεαν αυτή τη διαδικασία των «αποκαλύψεων» με την υπό διαπραγμάτευση συμφωνία για τη δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Μιας ζώνης που δικαίως ονομάστηκε οικονομικό ΝΑΤΟ μιας και αφορά συναλλαγές ύψους 500 με 600 δις δολλαρίων και η οποία γι αυτόν ακριβώς το λόγο (δηλαδή θα αποτελέσει μια στρατηγική συμφωνία σε οικονομικό επίπεδο) θα πάρει πολύ καιρό για να διευκρινιστεί το μέχρι που και αν μπορεί να προχωρήσει. Τότε θεωρήθηκε πως το Spiegel εξέφραζε τις ανησυχίες που –εν μέσω προεκλογικής περιόδου- δεν μπορούσαν να εκφραστούν από τα επίσημα χείλη της γερμανικής αστικής τάξης. Ανησυχίες τόσο όσον αφορά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των αμερικανών έναντι των ευρωπαίων, με πρώτο το ότι αποτελούν μια ενιαία χώρα, και άρα θα μπρούσαν –όπως το έχουν κάνει όχι μια και δύο φορές- να χρησιμοποιήσουν τις ενδοευρωπαϊκές αντιθέσεις για την προώθηση της κυριαρχίας τους στον ευρωπαικό χώρο. Επίσης –ο γερμανικός ιμπεριαλισμός- είχε υπόψην του και κάποια δείγματα ανταλλαγμάτων που θα μπορούσαν να δωθούν από τις ΗΠΑ σε Γαλλία (εξαίρεση της κινηματογραφικής τους βιομηχανίας από τη συμφωνία, κάποια ευνοϊκή ρύθμιση για τα αγροτικά προϊόντα της) και Αγγλία (αποδοχής από την πλευρά των ΗΠΑ ειδικών διατάξεων που ζητεί ως παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κέντρο). Προκειμένου να προωθηθεί η συμφωνία και να στριμωχθεί ο κύριος ευρωπαίος ανταγωνιστής των ΗΠΑ, η Γερμανία. Εμείς χωρίς να απαξιώνουμε τις παραπάνω αναλύσεις θεωρούμε πως και αυτές πρέπει να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ώστε να μπορεί να ερμηνευθεί αυτή η με οποιαδήποτε αφορμή όξυνση της έντασης μεταξύ υποτίθεται σύμμαχων χωρών.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε το 2008 και ακόμα καλά κραττεί, «συναντήθηκε» στο ξεδίπλωμά της με τη διαπάλη ξαναμοιράσματος του κόσμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτές οι δύο διαδικασίες βρίσκονται πια σε αξεδιάλυτη σύμπλεξη και αυτό «σπρώχνει», οδηγεί σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων. Πόλεμο κεφαλαίων και ιμπεριαλιστών που αφορά ...τα πάντα. Από τα νομίσματα και τα επιτόκια, και το ποια κεφάλαια θα απαξιωθούν. Τη σύγκρουση για την κατάληψη και τον έλεγχο πηγών ενέργειας και δρόμων μεταφοράς τους. Τον έλεγχο και την απόσπαση από τον/τους αντίπαλο/αντιπάλους περιοχών που προμηθεύουν πρώτες ύλες. Την ανταγωνιστική κούρσα στο πεδίο των νέων τεχνολογιών (έξυπνα υλικά, βιοτεχνολογία και νανοτεχνολογία, διάστημα) που προυποθέτει ολοένα και ανώτερες συγκροτήσεις στα πεδία της έρευνας, απαιτεί κεφάλαια, και μπορεί όσο και εάν προχωρά να ανεβάζει τους πόντους του καθένα στο οικονομικό αλλά και στο στρατιωτικό-στρατηγικό πεδίο. Μια διαπάλη ιμπεριαλιστικών κεφαλαίων και χωρών που παίρνει όλο και περισσότερο όλο και πιο συχνά πολιτικο-στρατιωτικές μορφές και περιεχόμενο. Και μάλιστα σε μια κατάσταση όπου οι στρατηγικές συμμαχίες μπορεί να αναζητούνται εναγωνίως αλλά δεν έχουν φτιαχτεί και όπως φαίνεται να πρέπει να διανυθεί δρόμος ως προς αυτό, πράγμα που περιπλέκει τα ζητήματα για τον κάθε ιμπεριαλιστή.
«Ειδικότερα» νομίζουμε πως οι «αποκαλύψεις» εντάσσονται στην ανάγκη των ιμπεριαλιστών της ηπειρωτικής Ευρώπης να ξαναθέσουν προς τις ΗΠΑ το ζήτημα των ρόλων και της θέσης τους και να υπογραμμίσουν προς εκείνη την πλευρά πως δεν μπορεί να τους αντιμετωπίζει σαν απλούς αξιωματικούς, αλλά και να τεθούν από την πλευρά τους τα όρια της παρέμβασης του αμερικανικού παράγοντα στον ευρωπαϊκό χώρο. Φυσικά θα αντέτεινε κανείς πως σε αυτή τη φάση και μετά την εκλογή Ομπάμα, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός φαίνονταν να αφήνει πίσω τις μονομερείς ενέργειες και την λογική-πρακτική των «προθύμων» και να μπαίνει «στον κόπο» να συννενοηθεί με τον άλλο πυλώνα του «δυτικού ελεύθερου κόσμου» την ΕΕ, δηλαδή τους γερμανογάλλους. Ωστόσο το τελευταίο διάστημα είχαμε μια απ’ ευθείας συννενόηση ΗΠΑ-Ρωσίας στο συριακό ζήτημα που «άδειασε» το Παρίσι, το οποίο είχε και έχει επενδύσει διάφορες προσδοκίες στο πεδίο αυτό. Από την άλλη, υπάρχει μια συνεχώς κλιμακούμενη πίεση, μέσω του ΔΝΤ αλλά όχι μόνο, των ΗΠΑ, για την «ανάληψη» για να το πούμε ...κόσμια, μεγαλύτερου μέρους της κρίσης από την ΕΕ και ειδικότερα από την Γερμανία. Όλα αυτά μαζί με τα σοβαρά ζητήματα που άπτονται των οικονομικών και εμπορικών συναλλαγών και στα οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, συσσωρεύτηκαν και βρήκαν την ευκαιρία να εκφραστούν μέσω των «αποκαλύψεων»; Νομίζουμε πως αποτελεί μια ερμηνεία που δεν μπορεί να προσπεραστεί εύκολα.

Η εσωτερική διάσταση
Από κει και πέρα, δεν γίνεται να μην επισημάνουμε και την ενδοαστική κόντρα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, που αφορά αυτό που συνοπτικά έχουμε αναφέρει σαν δίλλημα μεταξύ κυριαρχίας ή ηγεμονίας. Η οποία έχει ήδη παράξει τη σοβαρή διαμάχη Ομπάμα και ρεπουμπλικάνων για τον προϋπολογισμό. Σε μια φάση μάλιστα που η πλευρά της «κυριαρχίας» που εκπροσωπείται –ας πούμε περισσότερο- από το ρεπουμπλικάνικο κόμμα, είναι σφόδρα δυσαρεστημένη με την αμερικανική αναδίπλωση στο συριακό ζήτημα που επέτρεψε και την αναβάθμιση της ρώσικης παρουσίας στα παγκόσμια πράγματα. Αντικειμενικά λοιπόν, η έκθεση του Ομπάμα στα μάτια των άλλων δυτικών ηγετών, υποσκάπτει τον ίδιο και την πολιτική υπεροχή στο εσωτερικό των ΗΠΑ, δίνοντας την ευκαιρία στην άλλη πλευρά να μετατοπίσει προς όφελός της τον συσχετισμό δυνάμεων. Γι αυτό δεν είναι τυχαίο που Ρεπουμπλικάνος αξιωματούχος, την ίδια στιγμή που οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Γερμανία και τη Γαλλία με αφορμή τις αποκαλύψεις δεν βρίσκονται και στην καλύτερη κατάσταση, χρεώνει στον Ομπάμα υποχωρητικότητα και αμυντισμό στον Ομπάμα. Και όχι μόνο αυτό αλλά βρίσκει την ευκαιρία να αναφέρει και τα εξής υπερασπιζόμενος τις παρακολουθήσεις της NSA: «Η πραγματικότητα είναι πως η NSA έχει σώσει χιλιάδες ζωές, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά επίσης στη Γαλλία και στη Γερμανία και σε όλη την Ευρώπη. Οι Γάλλοι είναι από αυτούς που φωνάζουν, το γεγονός όμως είναι ότι έχουν κάνει επιχειρήσεις κατασκοπίας εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, τόσο της κυβέρνησής τους όσο και της βιομηχανίας τους. Όσο για τη Γερμανία, εκεί άρχισε η συνομωσία του Αμβούργου, που οδήγησε στην 11η Σπετεμβρίου. Είχαν συνδιαλλαγές με το Ιράν και το Ιράκ, με τη Βόρεια Κορέα. Δεν τους κατασκοπεύουμε για πλάκα...». Ουσιαστικά δηλαδή δυναμιτίζει παραπέρα το άσχημο κλίμα μεταξή ΗΠΑ και Ευρωπαίων και κάνει δυσκολότερη την επαναπροσσέγισή τους.

Αντί επιλόγου
Το επόμενο διάστημα θα αποκαλύψει (χωρίς εισαγωγικά αυτή τη φορά) αρκετά από αυτά που αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να γνωρίζουμε θα δώσει απαντήσεις στις σημερινές γκρίζες ζώνες. Ωστόσο δεν θα αλλάξει την επισήμανση που και λίγες παραγράφους πριν κάναμε: ότι αυτές οι εξελίξεις δεν είναι καλά για τους λαούς προμηνύματα...

10 Οκτ 2013

ΣΥΡΙΑ: Ανάπαυλα πριν από τη θύελλα;

του Τάσου Σαπουνά
Τελικά μετά από πολυήμερες διαπραγματεύσεις, τα ξημερώματα του περασμένου Σαββάτου, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επικύρωσε τη συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας για το χημικό οπλοστάσιο της Συρίας. Παρά τις –εξ ανάγκης- θριαμβολογίες του Μπαράκ Ομπάμα πως «δεν θα είχαμε φτάσει ως εδώ χωρίς την απειλή βίας», οι πάντες αναγνωρίζουν στην εξέλιξη μια διπλωματική –και όχι μόνο- νίκη της Ρωσίας και του Πούτιν προσωπικά. Αυτή η εξέλιξη, όμως, και αυτό πρέπει να επισημανθεί πριν από οτιδήποτε άλλο, κάθε άλλο παρά σημαίνει πως μεταβαίνουμε σε μια φάση κλεισίματος του συριακού ζητήματος και των τεράστιων πληγών που έχει ανοίξει στο «σώμα» της Συρίας και του λαού της. Είναι ανάγκη λοιπόν να δούμε τις βασικές αιτίες της στάσης των βασικών δυνάμεων που εμπλέκονται στο συριακό ζήτημα, την κατάσταση όπως εξελίσσεται στο εσωτερικό της χώρας, για να μπορούμε να δούμε τις προοπτικές που ανοίγονται.
Αρχικά να ξανατονίσουμε πως αυτό το πρωτόγνωρο, σε σχέση με αυτά που μας έχει συνηθίσει έως τώρα, μπρός-πίσω του αμερικανικού ιμπεριαλισμού πρέπει να «χρεωθεί» πρώτα απ’ όλα στο «διχασμό» που υφίσταται η ιμπεριαλιστική τάξη στις ΗΠΑ όσον αφορά τις στρατηγικές αλλά και τις τακτικές της κινήσεις στην περίοδο που διανύουμε. Σ΄ αυτό το βασικό ζήτημα επικάθονται τα σοβαρά προβλήματα που έχουν οι ΗΠΑ με τον έλεγχο της αντιπολίτευσης, προβλήματα που έχουν ενταθεί την τελευταία περίοδο, κάτι με τη σειρά του που συνδέεται αναπόσπαστα με «την επόμενη μέρα» όπως τη θέλουν οι ΗΠΑ. Αυτή η «αμφιθυμία» των ΗΠΑ τους κόστισε στο πεδίο των συμμαχιών και σίγουρα έπαιξε το ρόλο της στην «απροθυμία» του βρετανικού κοινοβουλίου.
Με βάση τα έως τώρα δεδομένα, οι ΗΠΑ φαίνεται να ακολουθούν μια «πολυδιάστατη» πολιτική με ένα στόχο: να ξαναπάρουν την πρωτοβουλία των κινήσεων και να ελέγξουν την περιοχή. Από τη μια, προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν την απόφαση του Σ.Α. του ΟΗΕ για «τα χημικά», για να επαυξήσουν την πίεση στο συριακό καθεστώς. Από την άλλη, συνεχίζουν τόσο να κραδαίνουν την απειλή της επέμβασης σε περίπτωση «μη συμμόρφωσης» του Άσαντ όσο και να εξοπλίζουν τις ελεγχόμενες από τις ίδιες δυνάμεις του λεγόμενου «Ελεύθερου Συριακού Στρατού». Βραχυπρόθεσμα αυτό που θέλουν είναι να βρεθούν από καλύτερες θέσεις στο «Συριακό» στη διάσκεψη Γενεύη ΙΙ, που προσδιορίστηκε για τα μέσα Νοεμβρίου. Αλλά και να χρησιμοποιήσουν την εξέλιξη αυτή με τη Συρία για τη συνέχιση του πλευρίσματος του Ιράν, διαδικασία που ξεκίνησε από το βήμα της πρόσφατης 68ης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (από πίσω της έχει βέβαια καιρό προετοιμασίας - οι εξελίξεις επιταχύνθηκαν μετά την εκλογή του Ροχανί στο Ιράν). Ωστόσο, είναι ανάγκη να ειπωθεί και κάτι ακόμη. Οι τελευταίες εξελίξεις μάς έχουν αποδείξει πως είναι πολύ παρακινδυνευμένη μια οποιαδήποτε «απόλυτη» πρόβλεψη. Με αυτή την έννοια, το λιγότερο είναι πως ούτε η διάσκεψη Γενεύη ΙΙ πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Το πιο σημαντικό είναι πως οι λαοί θα πρέπει να είναι έτοιμοι ακόμη και για πολύ απότομες στροφές στις αμερικανικές κινήσεις και φυσικά όχι μόνο να μην εφησυχάσουν αλλά να εντείνουν την αντιπολεμική-αντιιμπεριαλιστική διάσταση της πάλης τους.
Στο στρατόπεδο της Ρωσίας μπορεί να επικρατεί ευφορία, αλλά δεν είναι τυχαίο πως ο «πραγματιστής» και αρκετά καλός γνώστης των παγκόσμιων συσχετισμών αλλά και των προθέσεων των αντιπάλων, Πούτιν, βρέθηκε στην ανάγκη λίγες μέρες μετά τη συμφωνία για τα χημικά να υπογραμμίσει πως δεν θα είναι εύκολο αυτή να εφαρμοστεί. Διότι γνωρίζει ποιοι και με πόσες τρικλοποδιές περιμένουν σε κάθε γωνία εφαρμογής αυτής της εύθραυστης συμφωνίας. Ωστόσο, όλοι συμφωνούν πως οι κινήσεις της Ρωσίας τής έδωσαν μια νίκη, και προπαντός νομιμοποίησαν την παρουσία της στην περιοχή και τη βοήθεια που προσφέρει στο καθεστώς Άσαντ. Και αυτή είναι η πιο σημαντική εξέλιξη διότι δίνει τη δυνατότητα στον ρώσικο ιμπεριαλισμό να θέτει ανοιχτά πως «δικαιούται» να «συνεισφέρει» στην άμυνα του καθεστώτος της Συρίας όσο οι Δυτικοί «δικαιούνται» να «συνεισφέρουν» στην επίθεση ενάντιά του.
Οσο για τη στάση των υπόλοιπων Ευρωπαίων, θα άξιζε μια αναφορά στη Γαλλία, που δείχνει ανυπόμονη και εκνευρισμένη από την εξέλιξη. Φαίνεται λοιπόν πως ο γαλλικός ιμπεριαλισμός έχει επενδύσει αρκετά πράγματα στη συμμετοχή του στη δυτική επεμβατική πολιτική έναντι της Συρίας. Κάτι για το οποίο δεν αρκούν οι μνήμες του αποικιοκράτη για να ερμηνεύσουν τη στάση του. Πιο πιθανό θα θεωρούσε ο γραφών το ολοένα και μεγαλύτερο στρίμωγμα της Γαλλίας στο ευρωπαϊκό «οικοδόμημα» από τη γερμανική πολιτική και κατ’ επέκταση την ανάγκη της αστικής της τάξης να επιβεβαιώσει το ρόλο της στην Ευρώπη μέσω... της Μέσης Ανατολής (κάτι που επίσης ο γράφων θεωρεί πως δεν μπορεί να απαντήσει καθοριστικά στο γαλλικό πρόβλημα). Το ίδιο εκνευρισμένες είναι για παρόμοιους «επενδυτικούς» λόγους (αναβάθμισης της θέσης στην περιοχή κ.λπ.) δυνάμεις όπως η Τουρκία, αλλά και η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ κ.ά.
Εξίσου σημαντική με τις κινήσεις των βασικών ιμπεριαλιστικών παιχτών και των περιφερειακών δυνάμεων είναι η κατάσταση όπως διαμορφώνεται στο εσωτερικό της Συρίας. Το καθεστώς Άσαντ, που εδώ και κάποιους μήνες έχει ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων στην αντιπαράθεσή του με τους αντικαθεστωτικούς, συνεχίζει την προσπάθεια ελέγχου πόλεων και περιοχών-κλειδιών στη συριακή επικράτεια και «εκκαθάρισης» της Δαμασκού από τις αντίπαλες δυνάμεις. Με την αποδοχή από τη μεριά του της αμερικανορωσικής συμφωνίας, το καθεστώς προσπαθεί να ελιχθεί και να κερδίσει χρόνο γνωρίζοντας από πρώτο χέρι πως παραμένει στο δυτικό στόχαστρο. Ευελπιστεί πως ο συσχετισμός έξω και μέσα από τη Συρία θα του επιτρέψει τη διαιώνισή του έστω και σαν αναγκαστική λύση. Εμείς συνεχίζουμε, παρά την προσωρινή ανάπαυλα, να διατηρούμε ισχυρές επιφυλάξεις (με βάση τις δυνάμεις που δρουν ενάντιά του) σε μια τέτοια εκδοχή.
Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει πως αυτό είναι από τα λίγα αβαντάζ του καθεστώτος, αρκεί να παρακολουθήσει την ειδησεογραφία των ημερών. Σ΄ αυτήν αναφέρονται ολοένα και πιο συχνές μάχες μεταξύ του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (που είναι περισσότερο ελεγχόμενος από τους Δυτικούς - όχι χωρίς προβλήματα) με τους μαχητές της Αλ Νούσρα (του συριακού τμήματος της Αλ Κάιντα) σε πολλά σημεία της επικράτειας. Επίσης έχουμε κλιμάκωση και των μαχών που έχουν αρχίσει πριν από το καλοκαίρι στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας μεταξύ των Κούρδων της Συρίας και της Αλ Νούσρα. Εν τω μεταξύ η τουρκική ηγεσία δεν διαψεύδει πως από τα σύνορά της περνάνε καθημερινά φονταμενταλιστές και μισθοφόροι στρατολογημένοι από Σαουδική Αραβία, Τυνησία, Υεμένη, Λιβύη κ.α., συνεχίζοντας έτσι τη διαφοροποίηση των συσχετισμών στους κόλπους των πολέμιων του καθεστώτος. Γεγονότα που αυξάνουν τους πονοκεφάλους στην Ουάσιγκτον και δυσκολεύουν τα μέγιστα την απάντηση στο ερώτημα που έχει η ίδια θέσει στον εαυτό της: μετά τον Άσαντ τι;
Διανύουμε λοιπόν μια περίοδο ανάπαυλας, μια περίοδο που στο προσκήνιο βρίσκονται οι διπλωματικές κινήσεις, που όμως συνοδεύονται από παρασκηνιακές κινήσεις συσσώρευσης όρων για την επικράτηση του ενός έναντι του άλλου. Μήπως αυτό σημαίνει πως τελικά οι πιθανότητες για έναν συμβιβασμό που θα διαρκέσει είναι ισχνές; Μήπως αυτό σημαίνει τελικά πως η ανάπαυλα που διανύουμε στο συριακό ζήτημα είναι λίγο πριν από τη θύελλα;

ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ: αποτέλεσμα - σενάρια - εξελίξεις

Με τον αέρα μιας μεγάλης πρωτιάς (της μεγαλύτερης τα τελευταία 23 χρόνια) η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ και οι Χριστιανοδημοκράτες - Χριστιανοκοινωνιστές (CDU/CSU) με 41,5% (34,1% και 7,4% αντίστοιχα) έχουν τον πρώτο ρόλο για το σχηματισμό κυβέρνησης. Οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) με 25,7% ψάχνουν την τακτική που θα ακολουθήσουν αφού στρατηγικά δεν διαφωνούν με τις επιλογές της Μέρκελ. Η άνοδός τους, κατά 3% περίπου, δεν φαίνεται να τους δίνει και πολύ αέρα. Οι «Φιλελεύθεροι» (FPD) έμειναν εκτός Βουλής –για πρώτη φορά από το 1949– χάνοντας 10 μονάδες.
Εκτός Βουλής, για μερικές χιλιάδες ψήφους, έμεινε, τελικά, και το «κόμμα του μάρκου», το AfD, αλλά έκανε αρκετά αισθητή την παρουσία του. Τα κόμματα των Πρασίνων και της Αριστεράς (Die Linke) έχασαν δυνάμεις και, από 11-12% που είχε το καθένα, επανήλθαν στα ποσοστά (8-9%) του 2005.
Το αποτέλεσμα της 22ας Σεπτεμβρίου, πέρα από την άνετη πρωτιά της Μέρκελ, αποτυπώνει σοβαρές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το 2009. Τότε, αν και η Μέρκελ έχασε 2% (από το 35% έπεσε στο 33%), η μετεκλογική διαμόρφωση ήταν δεδομένη αφού το FPD έκανε εκλογικό άλμα από 8,7% στο 14%, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες καταποντίζονταν από το 34% στο 23%.
Η συνολική διαμόρφωση του μετεκλογικού τοπίου μπορεί να δίνει την αίσθηση της ευκολίας σε σχέση με το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, αλλά μπορεί να μην είναι και έτσι. Γιατί θα συναρτηθεί κατά βάση με πολιτικές παραμέτρους και όχι με κομματικά παζάρια. Μπορεί η κυρίαρχη άποψη πολιτικών αναλυτών να συγκλίνει στο ότι η Γερμανία οδεύει αναγκαστικά για μία ακόμη φορά προς «μεγάλο συνασπισμό», ωστόσο οι συνθήκες έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά από την περίοδο 2005-2009 και την τότε συγκυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών–Σοσιαλδημοκρατών με καγκελάριο τη Μέρκελ και υπουργό Οικονομικών τον Στάινμπρουκ, τον τωρινό υποψήφιο των Σοσιαλδημοκρατών. Το τέλος της θητείας εκείνης της κυβέρνησης που συνέπεσε με την έναρξη της κρίσης ανέδειξε ως βασική επιλογή του γερμανικού κεφαλαίου το δίδυμο Μέρκελ–Σόιμπλε. Το αποτέλεσμα ήταν η Μέρκελ να θριαμβεύσει στις επόμενες εκλογές και οι Σοσιαλδημοκράτες να φθάσουν στο ιστορικά χαμηλότερο ποσοστό τους. Σήμερα, επισημαίνεται από στελέχη του SPD πως αν σχηματιστεί ο «Μεγάλος Συνασπισμός» στην αντιπολίτευση θα μείνει το κόμμα της Αριστεράς (Die Linke) και ο κίνδυνος ενίσχυσής του είναι εξαιρετικά μεγάλος, ειδικά εάν η κρίση γίνει περισσότερο αισθητή και στη Γερμανία, πράγμα που κατά την άποψή τους θα δημιουργήσει άλλου είδους προβλήματα. Παρά ωστόσο τις επιφυλάξεις ενός στελεχιακού δυναμικού της σοσιαλδημοκρατίας, που φοβάται ότι το κόμμα μπορεί να καταστραφεί στην επανάληψη του εγχειρήματος του 2005-09, η ηγεσία δείχνει να αποδέχεται ότι τα συμφέροντα της γερμανικής κεφαλαιοκρατίας υπερισχύουν όλων των άλλων συμφερόντων! Άλλωστε, τόσο το SPD όσο και οι Πράσινοι έχουν κατά το πρόσφατο παρελθόν στηρίξει σημαντικές αποφάσεις στη διαδικασία της «ευρωδιάσωσης» (!) όπως επισήμανε και η Μέρκελ προεκλογικά.
Οι πρώτες διερευνητικές συνομιλίες για τη συγκρότηση του νέου «Μεγάλου Συνασπισμού» ξεκινούν την Παρασκευή 4 Οκτωβρίου στο Βερολίνο. Σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, το ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο πρέπει να συγκληθεί το αργότερο 30 ημέρες μετά τις εκλογές.
Το «κανονικό» σενάριο προβλέπει ότι σε αυτή τη συνεδρίαση θα γίνει και η εκλογή του νέου καγκελάριου, εφόσον υπάρξει η συναίνεση για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Μέχρι τότε, η σημερινή κυβέρνηση συνεχίζει κανονικά τις εργασίες της. Αν όμως οι διαπραγματεύσεις συνεχιστούν, ο ομοσπονδιακός πρόεδρος έχει την εξουσία να χαρακτηρίσει την κυβέρνηση υπηρεσιακή μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις ή κηρυχθούν άκαρπες, οπότε και διενεργούνται νέες εκλογές. Χρονικός πάντως περιορισμός για τις διαπραγματεύσεις δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα.
Σε κάθε περίπτωση, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι πολύ δύσκολα μπορεί ένα κόμμα να επιβιώσει σε επαναληπτικές εκλογές, εάν χρεωθεί την αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Στις παρούσες συνθήκες, ίσως μόνο το CDU θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια τέτοια πρόκληση, επιδιώκοντας μια ακόμη πιο ξεκάθαρη εντολή αυτοδυναμίας. Αλλά αυτό, σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις, «θα μπορούσε να είναι η χειρότερη τιμωρία για τη Μέρκελ: να είναι η ίδια αποκλειστικά υπεύθυνη για όλα», δήλωσε στο περιοδικό Der Spiegel στέλεχος του SPD. Ταυτόχρονα, από κάποιες πλευρές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας προβάλλεται πως σε επίπεδο πολιτικού περιεχομένου/προγράμματος οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες είναι αποφασισμένοι να διαπραγματευτούν σκληρά και να βάλουν τον πήχη ψηλά! Ωστόσο, τα θέματα στα οποία διατυπώθηκε η πρόθεση κόντρας στην πολιτική Μέρκελ, στο μίνι-συνέδριο του κόμματος πριν από λίγες μέρες, πρέπει να απογοήτευσαν τους μη γερμανούς σοσιαλδημοκράτες: ήταν αποκλειστικά «γερμανοκεντρικά»! Το «σχέδιο Μάρσαλ» για το Νότο, που ήθελε ο υποψήφιος του SPD, Στάινμπρουκ, προεκλογικά, ξεχάστηκε εντελώς.
Είναι φυσικό στις πολιτικές διεργασίες για το σχηματισμό της νέας γερμανικής κυβέρνησης να βαραίνουν τα εσωτερικά ζητήματα. Όμως και αυτά με τη σειρά τους συνδέονται έμμεσα και άμεσα με τη γενικότερη κατάσταση που διαμορφώνεται σήμερα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η σημερινή εικόνα της ΕΕ δεν αντανακλά μόνο τα προβλήματα που συνδέονται με την έκρηξη της ανεργίας, τη συνεχή πτώση του επιπέδου διαβίωσης,τη συρρίκνωση, μέχρι μηδενισμού, του «κράτους πρόνοιας», αλλά και τα έντονα διαφοροποιημένα επίπεδα των δεικτών αυτών από κράτος σε κράτος. Οι επιβαλλόμενες πολιτικές στο σύνολο της ΕΕ από τη Γερμανία δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να εντείνουν αυτές τις διαφοροποιήσεις και να καθιστούν τις μεταξύ τους αποκλίσεις κύριο χαρακτηριστικό της. Η «πολιτική Μέρκελ» ως βασική προϋπόθεση λειτουργίας μιας ψευδεπίγραφης «οικονομικής και νομισματικής ένωσης» επιδιώκει μεν να διασφαλίσει τη γερμανική οικονομική πραγματικότητα, όμως ταυτόχρονα ωθεί σε επισφαλή επίπεδα «ισορροπίας» και σε κατεύθυνση όξυνσης τις σχέσεις ανάμεσα στους «εταίρους» της, μικρούς και μεγάλους.
Ένα πρώτο συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι προς το παρόν για την Ευρώπη ισχύει η γραμμή Μέρκελ-Σόιμπλε (με τις διαφοροποιήσεις που αναφέραμε). Το αν αυτό, πιθανότατα, δεν θα αποτελέσει κρίσιμο σημείο τριβής για το «Μεγάλο Συνασπισμό» είναι το ένα ζήτημα. Το άλλο είναι πως όλη αυτή η διαδικασία που ξεκινά συνεπάγεται διάφορα ρίσκα. Και για τον ηγέτη του SPD Γκάμπριελ (αν τα μέλη του κόμματος απορρίψουν τη συμφωνία) και για τη Μέρκελ, που πρέπει να βρει σταθερό σύμμαχο.
Φαίνεται πάντως πως υπερισχύουν αυτοί που πιστεύουν ότι μια πανίσχυρη γερμανική κυβέρνηση μπορεί να επιβληθεί ευκολότερα –με την ανελαστικότητα που θα τη διακρίνει– οικονομικά και πολιτικά στην Ευρώπη. Ωστόσο, το ερώτημα είναι και με ποια εργαλεία. Στο εσωτερικό τής ΕΕ ο όρος «ουσιαστική διαπραγμάτευση» τείνει να εξαλειφθεί και τα λεγόμενα θεσμικά όργανα είναι πρακτικά ανενεργά. Είναι ζητούμενο λοιπόν με ποιον τρόπο το Βερολίνο θα ενισχύσει μια δεδομένη ηγεμονία στην ΕΕ.

Σε όποιο μείγμα λοιπόν διαχείρισης και να καταλήξουν οι γερμανοί πολιτικοί, χαμένοι θα είναι οι λαοί της Ευρώπης και όχι μόνο στο Νότο. Στη συνείδηση των οποίων άλλωστε έχει υποστεί σημαντική φθορά όχι μόνο η λυκοσυμμαχία της ΕΕ αλλά και η λογική της διαχείρισης ενός καπιταλισμού με «ανθρώπινο πρόσωπο». Πράγμα που, ούτως ή άλλως, ενέχει σημαντικά στοιχεία παραπέρα συνειδητοποίησης της όλης κατάστασης.
Χ.Β.