Το ιστολόγιο της Προλεταριακής Σημαίας παύει να λειτουργεί. Από αυτό το Σαββατοκύριακο συγχωνεύεται με την ιστοσελίδα του ΚΚΕ(μ-λ) σε μια νέα κοινή ιστοσελίδα της οποίας η διεύθυνση θα είναι η http://www.kkeml.gr/.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 688. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 688. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Μαΐ 2012

Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον…

Ο φασισμός

Ο φασισμός δεν έρχεται απ’ το μέλλον
Καινούργιο τάχα κάτι να μας φέρει
Τι κρύβει μεσ’ τα δόντια του το ξέρω
Καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι.

Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν
Και χάνονται βαθιά στα περασμένα
Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν
Μα όχι και το μίσος του για μένα.

Το φασισμός βαθιά κατάλαβέ τον
Δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον!

Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος
Που λούζεται στον ήλιο και στ’ αγέρι!
Το κουρασμένο βήμα του το ξέρω
Και την περίσσεια νιότη μας την ξέρει.

Μα πάλι θε ν’ απλώσει σαν χολέρα
Πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου
και δίπλα σου φτάσει κάποια μέρα
αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου.

Πολλές απαντήσεις στα ερωτήματα του δημοκρατικού κόσμου στη χώρα μας για το σοκ που προκάλεσε η είσοδος των χρυσαυγιτών στη Βουλή με 440.000 ψήφους και ποσοστό 7% βρίσκονται μέσα στο ποίημα του Μπρεχτ για το φασισμό. Δεν αρκούν, βέβαια, οι στίχοι, όσο δυνατοί και αποκαλυπτικοί και αν είναι, να εξηγήσουν αυτά που συμβαίνουν στις μέρες μας. Μπορούν, όμως, να αποτελέσουν έναν οδηγό για να «ξεκλειδώσουμε» ζητήματα και να σπάσουμε τη σύγχυση, την αυταπάτη, το φόβο αλλά και αντιδραστικές αντιλήψεις που κυκλοφορούν για την… ποιότητα του λαού μας.
Η ακροδεξιά και ο φασισμός είναι η «καβάτζα» του καπιταλιστικού συστήματος απέναντι στους εργάτες και το λαό, απέναντι στο εργατικό, επαναστατικό και κομμουνιστικό κίνημα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπου το αστικό πολιτικό προσωπικό με τις αντιλαϊκές πολιτικές που παίρνει απαξιώνεται με γοργούς ρυθμούς και αδυνατεί να κουμαντάρει το λαό.
Ο φασισμός είναι πολιτική έκφραση της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού που θέλει να επιβάλει, είτε με τη «φάλαγγα», είτε με τα «τάγματα εφόδου», είτε με τα «λεβεντόπαιδα» την πλήρη υποταγή του εργαζόμενου λαού στους αντιλαϊκούς στόχους τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι «μύχιοι πόθοι» του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου, που, πολλές φορές, μας «γνωστοποιούνται» με διάφορους τρόπους, είναι κοινωνίες-στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, με εργαζόμενους δούλους και επιβλέποντες τα φασιστοειδή ανθρωπάρια. Κοινωνίες στρατιωτικά στρατόπεδα εκπαίδευσης χιλιάδων και εκατομμυρίων νέων ανθρώπων, προετοιμάζοντάς τους να γίνουν κρέας για τα κανόνια των ιμπεριαλιστικών εξορμήσεων, στο όνομα της «πατρίδας» που, όταν πραγματικά κινδυνεύει, αυτοί βρίσκουν πάντα τρόπο να την… κάνουν (κατοχή, Κύπρος-μεταπολίτευση).
Η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται είναι «λαϊκή» και πολλές φορές και «εργατική», συγκεντρώνοντας σε πρώτη φάση ένα στρατό «αποφασισμένων» από τα πιο λούμπεν στοιχεία μέσα από το λαό και στη συνέχεια, αξιοποιώντας την εξαθλίωσή του από τη μία πλευρά και την αδυναμία και τα σοβαρά λάθη των δυνάμεων που δρουν στο πλαίσιο του λαϊκού κινήματος, εμφανίζεται σαν ο άφθαρτος σωτήρας που μπορεί να αναστηλώσει την εθνική και λαϊκή «υπερηφάνεια». Οι φασιστικές ομάδες έχουν πλήρη κάλυψη από το αστικό κράτος και έχουν πλήρη άνεση διείσδυσης μέσα σε αυτό, ειδικά στα σώματα καταστολής, στο στρατό, στις ειδικές δυνάμεις, στις λέσχες των εφέδρων, διαμορφώνοντας ένα τεράστιο δίκτυο σε νευραλγικούς τομείς, κάτω από τις ευλογίες ή την ανοχή του αστικού πολιτικού προσωπικού και με την άμεση καθοδήγηση, ειδικά στη χώρα μας και σε κάθε εξαρτημένη χώρα, των μυστικών υπηρεσιών των ιμπεριαλιστικών χωρών.
Η νέα φάση εξόρμησης του φασισμού και της ακροδεξιάς ξεκινάει με τις καταρρεύσεις του ’89-91 σαν αποτέλεσμα της «νίκης» πάνω στον κομμουνισμό και την κλιμάκωση της επίθεσης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στους λαούς, στην απελευθερωτική ιδεολογία τους, στις κατακτήσεις και τα δικαιώματά τους. Οταν οι νικητές της Δύσης αποφάσισαν ότι πρέπει να ξαναγραφεί η ιστορία, άνοιγαν ταυτόχρονα και με κάθε τρόπο το δρόμο στις πιο μαύρες δυνάμεις του συστήματος και τις έφερναν στο επίκεντρο πολλών χωρών της Ευρώπης και γενικότερα. Είτε με τις θεωρίες των δύο άκρων (φασισμός-κομμουνισμός) είτε με τη θεωρία του ενός μόνου άκρου (κομμουνισμός) και το βγάλσιμο στην παρανομία κομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων, είναι σίγουρο ότι ο στόχος τους είναι να τρομοκρατήσουν το λαό και να μην ξανασκεφτεί να συναντηθεί με τις επαναστατικές ιδέες.
Οι φασίστες είναι διπρόσωποι, σε κάθε χώρα προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες συνθήκες που αυτή βρίσκεται, στα χαρακτηριστικά τής κάθε αστικής τάξης και ανάλογα με το στόχο που κάθε φορά υπηρετούν.
Ετσι, σήμερα οι χρυσαυγίτες είναι αντιμνημονιακοί, αντι-ΕΕ, ενάντια στη διεφθαρμένη πολιτική τάξη αλλά και ενάντια στην πλουτοκρατία. Χωρίς αυτές τις κατευθύνσεις δεν θα μπορούσαν να βρουν κανένα λαϊκό έρεισμα με μόνο όπλο το ρατσισμό, τις επιθέσεις ενάντια στους μετανάστες, τον εθνικισμό και τα όνειρα για να «ξαναπάρουμε την Πόλη» αλλά και τη γενικότερη φασιστική… κουλτούρα.
Αξιοποίησαν με τον καλύτερο τρόπο την ανοχή που εξασφάλισαν στις πλατείες του περασμένου καλοκαιριού στο όνομα της άμεσης δημοκρατίας, εκμεταλλεύτηκαν και χώθηκαν, με τρόπο, μέσα σε όλες τις λαϊκές αντιδράσεις, από τα διόδια μέχρι τα χαράτσια, χωρίς να τους ενοχλήσει κανείς, έκαναν τις γνωστές παρεμβάσεις σε γειτονιές της Αθήνας, παριστάνοντας τον «προστάτη» του λαού από τους εγκληματίες, για να καθήσουν αυτοί στο σβέρκο του. Πάνω από όλα όμως το «εύφορο» έδαφος για να δυναμώσουν τα σαπρόφυτα του συστήματος το δημιούργησαν η αστική ολιγαρχία και οι ιμπεριαλιστές με την ανελέητη επίθεση στον εργαζόμενο λαό, διαμορφώνοντας συνεχώς «διεξόδους» σε όλο και πιο αντιδραστικές κατευθύνσεις εξαθλίωσης, εξάρτησης και καταστολής. Για να τσακίσουμε τους φασίστες μέσα στην κοινωνία πολιτικά, ιδεολογικά και πρακτικά πρέπει να «οργώσουμε» το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσονται αυτά τα παράσιτα για να πάρει φως και αέρα από τη ζωογόνο δύναμη του εργατικού-λαϊκού κινήματος.
Η ανάπτυξη του κινήματος για την ανατροπή της αντιλαϊκής επέλασης, η πάλη για να σπάσουμε τα δεσμά τής εξάρτησης από τους ιμπεριαλιστές πάτρωνες αποτελούν την κύρια πλευρά της απάντησης απέναντι στο φασισμό. Οσο αυτή η κατεύθυνση αδυνατίζει, όσο οι εργαζόμενοι παραμένουν στο περιθώριο της κοινωνικής πάλης, θεατές και ψηφοφόροι κυβερνητικών σχεδίων των νέων επίδοξων διαχειριστών του συστήματος, τόσο θα μεγαλώνει το «κενό» που θα το καλύπτει η «αποτελεσματική δράση» των μαύρων δυνάμεων του συστήματος. Αυτή η κύρια πλευρά της απάντησης, όμως, οφείλει να αντιμετωπίσει και αυτό καθαυτό το ζήτημα της όσο πιο πλατιάς αντιφασιστικής πάλης και την περιφρούρηση του κινήματος από τις επιθέσεις των φασιστών που συνεχώς κλιμακώνονται.
Σήμερα, μπροστά στο «φαινόμενο» της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των φασιστών με πολλές ψήφους και μεγάλο ποσοστό, εμφανίζονται απόψεις που φιλοδοξούν να αποτελέσουν οδηγό για την αντιμετώπισή τους που όμως κινούνται είτε σε λαθεμένες ή ακόμα και σε αντιδραστικές κατευθύνσεις. Πρώτα από όλα να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν εκφραζόμαστε καθόλου από τη συζήτηση που ξαναφουντώνει να βγάλει το αστικό κράτος παράνομο το ναζιστικό κόμμα, όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και έτσι θα «ξεμπερδέψουμε» με δαύτους. Αυτή η άποψη μέσα στην ευκολία της και τον πανικό της δεν βλέπει (ή μήπως κάτι άλλο συμβαίνει;) ότι με αυτόν τον τρόπο ανοίγει την όρεξη στο αστικό σύστημα να επιτεθεί στα «άκρα» από τη μία, κάτι που πολλοί εκπρόσωποί του (Πάγκαλος, Μητσοτάκης και άλλοι) αλλά και οι ιμπεριαλιστές έχουν θέσει πολλές φορές και με διάφορες αφορμές. Είναι μεγάλη αυταπάτη να πιστεύει κάποιος ότι οι ευρωπαίοι και οι άλλοι ιμπεριαλιστές θα σταματήσουν να επωάζουν το αβγό του φιδιού και θα κλείσουν τις θερμοκοιτίδες όπου αυτό αναπτύσσεται. Απλώς θα τους αλλάξουν θέση και εμφάνιση για να αποκρύπτουν όταν θέλουν και για όσο θέλουν την αποκρουστική μορφή των «νεοσσών», ακόμα και αν κάποιοι ξεφεύγουν και ανεξέλεγκτα δημιουργούν λουτρό αίματος, όπως στη Νορβηγία. Δεν μπορούμε να παραχωρήσουμε τον αντιφασιστικό αγώνα στο αστικό κράτος και τους ιμπεριαλιστές σε καμία περίπτωση! Είναι υπόθεση του εργατικού-λαϊκού κινήματος να απο-νομιμοποιήσει το φασισμό, να τον συντρίψει στο πεδίο της ταξικής πάλης, εκεί όπου κρίνονται τα πάντα για τη ζωή και το μέλλον των εργαζόμενων ανθρώπων.
Από την άλλη, η αντιπαράθεση στο φασισμό δεν μπορεί να γίνει σε «στρατιωτικό» επίπεδο γιατί αυτή είναι και η δική του επιδίωξη καθώς σε αυτό το «γήπεδο» αισθάνεται πιο ισχυρός, με την κάλυψη και την ενίσχυση των δυνάμεων καταστολής, αλλά ταυτόχρονα ο χαρακτήρας της αντιπαράθεσης μετατρέπεται σε σύγκρουση αποφασισμένων, με το λαό θεατή στη γωνία, αφαιρώντας έτσι τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά με τα οποία θα μπορούσε να μπολιαστεί αυτή η σύγκρουση, που είναι τα κυρίαρχα εφόδια για τη νίκη του λαού εναντίον του φασισμού. Και επειδή στις 9 Μάη έκλεισαν 67 χρόνια από την ήττα του φασισμού στον Β’ ΠΠ, θεωρούμε αναγκαίο να πούμε ότι η στρατιωτική ήττα του φασισμού στο πεδίο της μάχης ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής ήττας του φασισμού που «εξασφάλισαν» οι λαοί σε όλο τον κόσμο από τη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη ως το Λένινγκραντ και το Στάλινγκραντ.

Ποιος έχει ανάγκη την ανάπτυξη;
Πραγματικές ανάγκες και τα όριά τους

Κάτω από το βάρος ποιων αναγκαιοτήτων συνεδριάζει το Eurogroup για την προώθηση μέτρων ανάπτυξης στην ευρωζώνη;
Προφανώς η πίεση των πολιτικών εξελίξεων στην ευρωζώνη (Γαλλία, Ολλανδία, αλλά και Ελλάδα) παίζει σημαντικό ρόλο, αλλά υπάρχουν και πραγματικά οικονομικά ζητήματα. Το πρόβλημα εντοπίζεται πια και στον σκληρό ιμπεριαλιστικό πυρήνα.
Το τρίτο τρίμηνο του 2012 η μεταποιητική βιομηχανική δραστηριότητα στη Γερμανία σημείωσε ποσοστά πτώσης τριετίας, ενώ η οικονομική ανάπτυξη το πρώτο τρίμηνο του ίδιου χρόνου άγγιξε σχεδόν μηδενικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς. Δεν αναμενόταν κάτι καλύτερο, τη στιγμή που οι παραδοσιακοί «πελάτες» του Νότου αυτή τη στιγμή στραγγαλίζονται μέσα από επάλληλα προγράμματα λιτότητας, αλλά και η εναλλακτική αγορά της Κίνας παρουσιάζει επίσης σημάδια έντονης κάμψης.
Τα περιθώρια υιοθέτησης μιας πολιτικής προσανατολισμένης στην «ανάπτυξη» (και τι άλλο δεν σημαίνει ανάπτυξη, παρά πραγματική οικονομική μεγέθυνση;) είναι όμως πολύ ανελαστικά. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ευρώπη φυσικά, αλλά επιπρόσθετα εκεί υπάρχει και το ζήτημα της πολιτικής ενοποίησης που πυροδότησε την κρίση χρέους. Δύο είναι αυτές οι «ανελαστικότητες».
Από τη μια, έχουμε την αναμέτρηση με τον κόσμο της εργασίας, που έχει κορυφωθεί με τα μέτρα για «την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους» και, από την άλλη, την αναμέτρηση ανάμεσα στους ίδιους τους ιμπεριαλιστές, τόσο μέσα όσο και έξω από την ΕΕ.
Βέβαια, η πρώτη αναμέτρηση (με την εργατική τάξη και τους λαούς) θα μπορούσε να έχει θετική προοπτική για την μακροπρόθεσμη καπιταλιστική κερδοφορία και τις επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, αν δεν προσέκρουε στην άγρια ενδοϊμπεριαλιστική αναμέτρηση που εξελίσσεται σήμερα με αντικείμενο την αναδιάταξη των γεωπολιτικών συσχετισμών και τη διεκδίκηση των παγκόσμιων αγορών.
Οι προτάσεις συνεπώς για τη «συμπλήρωση των δημοσιονομικών μέτρων λιτότητας με αναπτυξιακά μέτρα» δεν μπορούν να αγνοήσουν αυτές τις δύο αναμετρήσεις. Γι' αυτό οδηγούν σε μέτρα μερικού χαρακτήρα, σε λύσεις που δεν απαντούν στο συνολικό ζήτημα και εν πολλοίς καλούνται να χαράξουν τον… τετραγωνισμό του κύκλου. Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι πιο φανατικοί πολέμιοι των μέτρων λιτότητας της ευρωζώνης θέτουν ως απαράβατο όρο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες χώρες, να διατηρηθούν και να επιταχυνθούν οι «αναδιαρθρώσεις» που αφορούν την ανταγωνιστικότητα και να συνεχιστούν οι «μεταρρυθμίσεις» των εργασιακών σχέσεων και πλαισίων. Έτσι είναι. Οι «δομικές επενδύσεις» του Ολάντ απαιτούν… αποδομημένες εργασιακές σχέσεις και εργασιακά δικαιώματα.
Βέβαια, τα λεγόμενα μέτρα για την ανάπτυξη αποτελούν και ένα επίδικο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ίδιους τους ιμπεριαλιστές.

Η «ανάπτυξη» πεδίο αντιπαράθεσης!
Έτσι καιρό τώρα οι Αμερικάνοι πιέζουν τους Γερμανούς να χαλαρώσουν τα μέτρα λιτότητας, να ανοίξουν πιο αποφασιστικά τους κρουνούς της χρηματοπιστωτικής ρευστότητας (ευρωομόλογα, νέο χρήμα, πιο φτηνά επιτόκια κ.λπ.) τόσο για να ισορροπήσουν τις δικές τους πληθωριστικές υπερβολές των δύο γύρων «ποσοτικής χαλάρωσης» αλλά και για να στριμώξουν τους τελευταίους. Είναι φανερό ότι ένα «πληθωρισμένο» ευρώ (ακόμα και αν οι περίφημες αγορές το «ψηφίσουν» θετικά) ουσιαστικά θα αποδυναμωνόταν στην πορεία, καθώς οι αχόρταγες αγορές καθόλου δεν θα έπαυαν να απαιτούν νέες ενέσεις ρευστότητας. Και το ευρώ δεν είναι μόνο εργαλείο για την αύξηση των εμπορικών πλεονασμάτων της Γερμανίας, αλλά ταυτόχρονα και ένα γεωπολιτικό όχημα γι' αυτήν. Η σημαντική αυτή πλευρά αγνοείται από τους οικονομικούς αναλυτές.
Αλλά και εντός της ευρωζώνης οι ενστάσεις και οι αιτιάσεις που επικαλείται η Γαλλία (ακόμα και επί Σαρκοζί, πολύ περισσότερο και με τον Ολάντ) έχουν να κάνουν με τη θέληση του γαλλικού κεφαλαίου να μην αποδεχτεί το στενό… γερμανικό κοστούμι δημοσιονομικής πειθαρχίας. Γι' αυτό και απαιτούν ευρωομόλογα «αναπτυξιακών επενδύσεων» (και όχι για την αντιμετώπιση του χρέους, όπως αφήνουν μέσα στη θολούρα να εννοηθεί τα εντόπια παπαγαλάκια που θριαμβολογούν για τη νίκη Ολάντ), να ανοίξουν τα διάφορα ταμεία επενδύσεων, να ενισχύσει άμεσα η ΕΚΤ την προσπάθεια των «δομικών επενδύσεων» για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω.
Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία τι είδους χαλάρωση λιτότητας είναι αυτή που επαγγέλλεται ο Ολάντ, να υπογραμμιστεί ότι από τα πρώτα πράγματα που εξήγγειλε μετά την εκλογή του είναι η συγκρότηση επιτροπής λογιστικού ελέγχου για τον καθορισμό των πραγματικών ελλειμμάτων του γαλλικού κράτους (τι μου θυμίζει;). Επιτροπή που θα «αποφανθεί» σχετικά τον Σεπτέμβρη (και προφανώς θα εισηγηθεί και τίποτα μέτρα «διορθωτικά» του πραγματικού ελλείμματος).
Συνεπώς, τα λεγόμενα «αναπτυξιακά μέτρα», πέρα από το φόντο των πραγματικών αναγκών που καλούνται να καλύψουν για το ευρωπαϊκό κεφάλαιο με μερικό έστω τρόπο, γίνονται και πεδίο αντιπαράθεσης εντασσόμενα στην πολιτική δημαγωγία και στη ρητορική των εντυπώσεων που είναι μέρος του πολέμου που διεξάγουν οι διάφορες εθνικές μερίδες του.
Τέλος, υπάρχει μία ακόμη παράμετρος.
Οι λεγόμενες «ενδιάμεσες αστικές δυνάμεις», που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν και να επωφεληθούν από μέτρα αναπτυξιακού χαρακτήρα με κάποια πραγματική χαλάρωση των μέτρων λιτότητας, σήμερα ξεκληρίζονται και υποβαθμίζονται στο πλαίσιο της αναδιάταξης και της επαναϊεράρχησης των σχέσεων ανάμεσα στα διάφορα στρώματα της αστικής τάξης.

Άλλο Ολάντ, άλλο Τσίπρας
Ο Τσίπρας μπορεί να δήλωσε ότι θέλει να συναντήσει τον Ολάντ, αλλά μια… ομοβροντία δηλώσεων όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων της Γερμανίας και της Ευρώπης (συμπεριλαμβάνονται οι ηγέτες των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων) έσπευσαν να υπενθυμίσουν στη μέλλουσα κυβέρνηση της Ελλάδας να μην ξεμακραίνει ούτε πόντο από τις δημοσιονομικές της δεσμεύσεις. Η ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό είναι αποκλεισμένο τόσο από τις πραγματικές πολιτικές αναπτυξιακού χαρακτήρα όσο και από τη συμμετοχή της -έστω και στα λόγια- σε αυτού του είδους την αναπτυξιακή δημαγωγία που ενέσκηψε προσφάτως στην ευρωζώνη.
Αν και βέβαια κάποιοι κύκλοι, ίσως πιο βαθιά «ανησυχούντες», μπορεί και να διατηρούν αυτή τη φιλολογία ως πιθανό αντίβαρο στις επερχόμενες ταξικές θύελλες που, όταν ξεσπάσουν, θα επανατοποθετήσουν φυσικά και το βάθρο των όποιων συζητήσεων και… αναζητήσεων.
Δ. Μ.

σχολια

Αδιόρθωτος
Να διορθώσει την ψήφο του στις επόμενες εκλογές κάλεσε το λαό η Αλέκα Παπαρήγα. Μετεξεταστέος και πάλι ο κακομοίρης. Αν τον αφήνεις με dvd, τι τονε μαλώνεις;

Εκταμίευση
4,2 δισ. ευρώ, αντί του συμφωνημένου 5,2 δισ., εκταμίευσε η τρόικα προς την ελληνική πλευρά, λόγω πολιτικής αστάθειας. Το υπόλοιπο 1 δισ. θα πάει για την εξεύρεση πρωθυπουργού.

Πρωτοσέλιδα
Το σφυροδρέπανο από σημαία της ΚΟΕ, πίσω από τον Τσίπρα που πανηγυρίζει το βράδυ των εκλογών, έσβησε ηλεκτρονικά από φωτογραφία το πρωτοσέλιδο της «Αυγής». Μην και τους χαρακτηρίσει η Ευρώπη κομμουνιστές... Μετά την αποκάλυψη, η «Αυγή» ζήτησε συγνώμη. Μην τους χαρακτηρίσουν και σταλινικούς...

Κυβέρνηση
Κυβερνητικό σχήμα με τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ ή νέες εκλογές πρότεινε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Δασκαλόπουλος. Νωπή επιχειρηματική εντολή.

Συνέπειες
«Εάν οι έλληνες ψηφοφόροι ψηφίσουν για μια πλειοψηφία που δεν θα τιμήσει τη συμφωνία, η Ελλάδα θα υποστεί τις συνέπειες» δήλωσε μια μέρα πριν από τις εκλογές ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Εγέρθητου!

Σύμβολα
«Δεν είναι σβάστικα το σήμα της Χρυσής Αυγής, αλλά αρχαιοελληνικός μαίανδρος» δήλωσε στην τηλεόραση ο εκπρόσωπος της Χ.Α. Το φοράει και ο Φίτλερ.

Αποχωρήσεις
Για την καταψήφιση του νεοφιλελεύθερου ΠΑΣΟΚ, της τρόικας και των Μνημονίων στην εκλογική αναμέτρηση τοποθετήθηκαν με επιστολή τους 51 στελέχη του ΠΑΣΟΚ αλλά και της ΠΑΣΠ. Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ ζητούν ενότητα της Αριστεράς και συστήνουν την υπερψήφισή της. Της Δημοκρατικής Αριστεράς.

Ξέπλυμα
Μέλη της οικογένειας του Καντάφι μπορεί να χρησιμοποίησαν την πρεσβεία της χώρας στο Βέλγιο για το ξέπλυμα κρατικών κεφαλαίων πριν η χώρα οδηγηθεί σε πόλεμο την περασμένη χρονιά, ανακοίνωσε η βελγική υπηρεσία οικονομικού ελέγχου. Κάτι υποψιαζόμουν. Τουλάχιστον για το μέρος.

Ευχή
«Η Ελλάς χρειάζεται μια ισχυρή ευρωπαϊκή πλειοψηφία στο προσεχές Κοινοβούλιο, που θα υπερβαίνει τις 180 έδρες και θα δώσει ισχυρή κυβέρνηση τετραετίας», δήλωσε δυο μέρες πριν από τις εκλογές ο Κ. Μητσοτάκης. Τα κατάφερε και παλι. 3,3 εκατομμύρια λιγότεροι ψηφοφόροι για ΠΑΣΟΚ-ΝΔ.

Αργίες
Τέσσερεις μέρες αργίας λιγότερες για τους εργαζόμενους της Πορτογαλίας προβλέπει το νέο σχέδιο λιτότητας της κυβέρνησής τους. Και πολλές περισσότερες ανεργίας.

15 Μαΐ 2012

Φασιστική διαπόμπευση οροθετικών γυναικών

Ξεκίνησε την προεκλογική περίοδο και συνεχίζεται η φασιστικού τύπου διαπόμπευση οροθετικών γυναικών. Η κυβέρνηση Παπαδήμου συνεχίζει το έργο της (άλλωστε δεν υπάρχει κενό εξουσίας στη δημοκρατία μας!). Την ώρα που οι διερευνητικές εντολές πάνε κι έρχονται μαζί με τις αριστερές αυταπάτες, δεκάδες δυστυχισμένες οροθετικές γυναίκες εξακολουθούν να διαπομπεύονται και να σέρνονται στα κρατητήρια με βαρύτατες κατηγορίες. Ιερόδουλες και ναρκομανείς οι περισσότερες, τραγικά θύματα της κοινωνικής βαρβαρότητας, καταγγέλλονται ως εχθροί της κοινωνίας.
Αηδία και οργή προκαλεί το κυνήγι των άρρωστων και εξαθλιωμένων αυτών γυναικών με συντονιστές τους Λοβέρδο και Χρυσοχοϊδη. Η αστυνομία επιχειρεί στους οίκους ανοχής και στους δρόμους της πρωτεύουσας για τη σύλληψη ιερόδουλων οι οποίες υποβάλλονται αναγκαστικά σε ιατρικές εξετάσεις ενώ δημοσιοποιούνται τα στοιχεία τους και οι φωτογραφίες τους. Ιατρικό απόρρητο, προστασία των προσωπικών δεδομένων, σεβασμός της ανθρώπινης προσωπικότητας και αξιοπρέπειας και ανθρώπινα δικαιώματα δεν τους αναγνωρίζονται. Χαρακτηρίζονται επικίνδυνες, κατηγορούνται πως μολύνουν εξεπίτηδες τους ανθρώπους με ασθένειες και διώκονται παραδειγματικά. Ο κοινωνικός μεσαίωνας είναι εδώ!
Οι βάρβαροι κυβερνόντες ανακάλυψαν εκτός από τους μετανάστες τους οποίους μαντρώνουν σαν ζώα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, άλλον έναν εχθρό του λαού. Επικαλούνται την προστασία της υγείας μας αυτοί που βυθίζουν το ελληνικό λαό στη φτώχια και τη μιζέρια, που ασελγούν σε βάρος του, που διαλύουν κάθε δωρεάν παροχή υγείας.
Είναι τραγικό να συμπράττουν σ’ αυτή την ελεεινή διαδικασία δημόσιες ιατρικές υπηρεσίες όπως το ΚΕΕΛΠΝΟ και κρατικά νοσοκομεία που χρησιμοποιούνται ως κρατητήρια. Κάθε ιατρική δεοντολογία πετάχτηκε στο καλάθι των σκουπιδιών ενώ τα σκουπίδια επικεφαλείς των διαφόρων κρατικών υπηρεσιών προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα ή να μεταθέσουν τις ευθύνες ο ένας στον άλλο όταν ζορίζονται από την κοινωνική κατακραυγή. Διαφαίνεται πως οι εναπομείναντες υπηρεσίες πρόνοιας θα λειτουργούν από δω κι εμπρός ως αναπόσπαστο κομμάτι των κατασταλτικών μηχανισμών εναντίων κοινωνικών ομάδων. Σήμερα οι οροθετικές ιερόδουλες και οι μετανάστες, αύριο ποιος θα στοχοποιηθεί;
Με τη συνδρομή των ΜΜΕ στήθηκε η φασιστικού τύπου προπαγάνδα. Τα διάφορα πολιτικά και δημοσιογραφικά κτήνη ξεδίπλωσαν όλη τη σάπια ιδεολογία τους και τον σκοτεινό μεταφυσικό συντηρητισμό του συστήματος. Οι ανάγκες της προεκλογικής περιόδου που απαιτούσε την αποσιώπηση των λαϊκών προβλημάτων γιγάντωσε περισσότερο το θέμα. Ο σεξισμός, ο ρατσισμός, το κοινωνικό μίσος, το τρόμος, ο σκοταδισμός, ο τυχοδιωκτισμός, η πολιτιστική καθυστέρηση, η επιστημονική άγνοια, η υποκρισία ξεδιπλώθηκαν στα κανάλια και τις «έγκυρες» ιστοσελίδες. Οι οροθετικές ιερόδουλες ρίχθηκαν στην πυρά και η νταήδες πολιτικοί ανακηρύσσονται προστάτες της κοινωνίας!
Την ίδια ώρα, τα κυκλώματα πορνείας, traffickihg και ναρκωτικών μαζί με το υπόλοιπο σύστημα παρανομίας του υποκόσμου με τα περιστοιχίζει, παραμένουν στο απυρόβλητο. Ο αγοραίος έρωτας αντιμετωπίζεται ως κάτι φυσιολογικό. Η πορνεία είναι το αρχαιότερο επάγγελμα, λένε, νομιμοποιώντας στα μυαλά των ανθρώπων το εμπόριο του γυναικείου σώματος. Η πόρνη, όμως, αντιμετωπίζεται ως ένα μιαρό άτομο που πρέπει να λιθοβοληθεί μεταφορικά και κυριολεκτικά. «Μεταφέρει μεταδοτικές ασθένειες, διαλύει τις οικογένειες, διαφθείρει τη νεολαία και σκοτώνει τον λαό, φυλαχθείτε!» κραυγάζουν από τις οθόνες των τηλεοράσεων.
Οπως επισημαίνουν αρμόδιοι επιστημονικοί φορείς, με την κυβερνητική τακτική η εξάπλωση του AIDS δεν αντιμετωπίζεται αφού χάνεται η εμπιστοσύνη των ασθενών στις δημόσιες υπηρεσίες φοβούμενοι τη δημοσιοποίηση των στοιχείων τους. Κάθε φωτογραφία οροθετικής ιερόδουλης που δόθηκε στη δημοσιότητα αποτυπώνει την κοινωνική τραγωδία της εποχής μας. Τόσο νέες και τόσο γερασμένες! Οι περισσότερες από αυτές δεν γνωρίζουν ότι είναι οροθετικές αλλά το μαθαίνουν εάν απευθυνθούν στις μονάδες απεξάρτησης. Ο φαύλος κύκλος των ναρκωτικών και της πορνείας δεν τους δίνει τη δυνατότητα να ασχοληθούν με τον εαυτό τους. Σε βάρος τους ανθούν οικονομικά τα βρώμικα κυκλώματα, δημιουργήματα ενός σάπιου συστήματος που αυγαταίνει τα κέρδη του και διαιωνίζει την εξουσία του με την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Η πληρωμή τους είναι ένα ακόμη βήμα προς την καταστροφή τους.
Η εξαθλίωση στην οποία βυθίζεται ο ελληνικός λαός έχει αυξήσει όχι μόνο τις αυτοκτονίες αλλά και την πορνεία, τα ναρκωτικά, την εγκληματικότητα κάθε είδους. Στη χώρα μας συμβαίνει ότι συμβαίνει σε όλες τις χώρες που έχουν υπαχθεί στην άμεση κηδεμονία των ιμπεριαλιστών. Το ΔΝΤ και η ΕΕ μετατρέποντας τη χώρα σε αποικία τους, διαλύουν τον λαό της. Δύο χρόνια τώρα καλπάζει η ανεργία και η φτώχια αυξάνεται ραγδαία. Τα ανθρώπινα θύματα πετάγονται στο περιθώριο της ζωής. Οι άνθρωποι περισσεύουν! Ολόκληρες περιοχές μετατρέπονται σε γκέτο. Σε βάρος όλων αυτών γιγαντώνονται όσοι βλέπουν την κρίση ως ευκαιρία. Δουλέμποροι, νταβατζήδες, έμποροι ναρκωτικών και φασίστες αλληλοσυμπληρώνονται και βρίσκουν νέους σκοτεινούς δρόμους να βαδίσουν. Οι φασιστικές συμμορίες έχουν λόγο ύπαρξης για το σύστημα γι’ αυτό αφήνονται να αλωνίζουν και να τρομοκρατούν. Θρέφονται από το σύστημα το οποίο και στηρίζουν.
Η διαπόμπευση των οροθετικών ιερόδουλων είναι άλλο ένα δείγμα της φασιστικοποίηση της δημόσιας ζωής. Με το ξεδίπλωμα της βάρβαρης επίθεσης άρχισε και η εκκόλαψη του νέου αυγού του φιδιού που χύνει στην κοινωνία όλο το δηλητήριο που διαθέτει. Ο γνωστός σοσιαλδημοκράτης και στέλεχος του ΠΑΣΟΚ Λοβέρδος, που σήκωσε στην πλάτη του τη διάλυση της δημόσιας δωρεάν υγείας και πρόνοιας (τι σταυρός του μαρτυρίου!!), από το Δεκέμβρη του 2011, δήλωνε ότι το AIDS μεταδίδεται «από την παράνομη μετανάστρια στον Έλληνα πελάτη, στην ελληνική οικογένεια» Πριν λίγες μέρες, πρότεινε την «ποινικοποίηση της απροφύλακτης επαφής με παράνομα εκδιδόμενες γυναίκες», τονίζοντας πως «η ευθύνη πρέπει να μοιράζεται κατά 50% στην εκδιδόμενη γυναίκα και κατά 50% στον πελάτη». Είναι γνωστό ότι πίσω από κάθε φασιστικό παραλήρημα κρύβεται μια συγκεκριμένη επιδίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, το κράτος αναχωρώντας από την υποχρέωση που είχε μέχρι τώρα να προσφέρει υπηρεσίες υγείας στο λαό, αναγορεύει σε ατομική υπόθεση και ευθύνη την υγεία του καθενός και συνακόλουθα τη δημόσια υγεία. Τα νοσοκομεία κλείνουν, οι υπηρεσίες πρόνοιας παραπαίουν, οι μονάδες απεξάρτησης στιγματίζονται ως χώροι περίθαλψης κακοποιών. Η επίθεση στο πρόγραμμα «18 Άνω» είναι χαρακτηριστική. «Δωρεάν δημόσια υγεία σημαίνει καλό DNA», δήλωσε ανερυθρίαστα διοικητής περιφερειακού νοσοκομείου στους κατοίκους που απαιτούσαν να μην κλείσει το νοσοκομείο.
Η μαύρη προπαγάνδα, η διαπόμπευση των θυμάτων, η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το κυνήγι μαγισσών, ο στιγματισμός ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων, η τρομοκρατία, η κρατική βία, η απαγόρευση διαδηλώσεων που προαναγγέλλεται, η διάλυση του συνόλου των εργατικών και δημοκρατικών κατακτήσεων του λαού είναι δείγματα της «δημοκρατίας» τους. Το σύστημα επιδιώκει να πάρει την ιστορική ρεβάνς σε βάρος των λαών και των εργαζομένων και χρησιμοποιεί κάθε βάρβαρο μέσο. Κατέρχεται πάνοπλο για να χτυπήσει τις λαϊκές μάζες. Το τέρας αυτό δεν εξωραΐζεται και δεν εξημερώνεται!
Ναι, μας κήρυξαν πόλεμο. Να πάρουμε, λοιπόν, τα όπλα μας που δεν είναι αλλά από την ενότητα του λαού και της εργατικής τάξης, την απεργία, τη διαδήλωση, τη μαζική-επίμονη αντίσταση και ταξική πάλη.

Αγωνιστικές Κινήσεις ΑΕΙ -ΤΕΙ

Οι πολιτικές ανατροπές που σημάδεψαν την κεντρική πολιτική σκηνή με βάση τα εκλογικά αποτελέσματα είναι βέβαιο ότι με τον ένα ή τον άλλον τρόπο θα εκφραστούν και στις σχολές στις επερχόμενες φοιτητικές εκλογές.
Η ανάγκη για ενίσχυση μιας αριστερής, αγωνιστικής, αντισυνδιοικητικής γραμμής μέσα στις σχολές είναι κάτι παραπάνω από αναγκαιότητα. Οι πολιτικές εξελίξεις δείχνουν ότι απαιτείται να ενισχυθεί και να εντείνει την παρουσία της μια γραμμή σύνδεσης του φοιτητικού και λαϊκού κινήματος στην κατεύθυνση ανατροπής των αντιλαϊκών μέτρων που ΕΕ, ΔΝΤ και τρόικα επιβάλλουν τα τελευταία χρόνια τόσο στους εργαζόμενους όσο και σε μαθητές, φοιτητές/σπουδαστές.
Μια πολιτική άποψη που δεν θα αναπαράγει αυταπάτες, αλλά θα σημαδεύει τους πραγματικούς υπεύθυνους αυτής της επίθεσης, που είναι οι ιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι εκφραστές τους.
Με μια τέτοια λογική κινήθηκαν οι Αγωνιστικές Κινήσεις το προηγούμενο διάστημα στις σχολές και πάνω σε αυτήν καλούν τους φοιτητές να τους στηρίξουν. Παραπέρα, στο πλαίσιο της κοινής δράσης που αναγνωρίζουν ως αναγκαιότητα διερεύνησαν τη δυνατότητα συνεργασίας με άλλες δυνάμεις (Πορεία, Πορεία Αριστερή) στους φοιτητικούς χώρους.
Ο περιορισμένος χρόνος μέχρι τις εκλογές δεν επέτρεψε την εκλογική συνεργασία, αλλά άφησε περιθώρια για περαιτέρω συζητήσεις συνεργασίας στο πλαίσιο των φοιτητικών διεργασιών (κινητοποιήσεις, ΓΣ).
Οι Αγωνιστικές Κινήσεις θα κατέβουν αυτοδύναμα στις περισσότερες σχολές, καλώντας όπου δεν κατεβαίνουν να ενισχυθούν αυτές οι δυνάμεις που κινούνται σε ανάλογη κατεύθυνση.

Τυφλές επιθέσεις και σχέδια για εμφύλιο

Το σενάριο ενός υποκινούμενου εμφύλιου πολέμου αλά Ιράκ εκτυλίσσεται οργανωμένα και αποφασιστικά το τελευταίο διάστημα στη Συρία, την ίδια ώρα που η εκεχειρία και οι διαμεσολαβήσεις φαίνεται πως είναι εντελώς για τα προσχήματα. Η διπλή αιματηρή βομβιστική επίθεση στα νότια της Δαμασκού, μπροστά σε κτήριο της υπηρεσίας πληροφοριών του καθεστώτος Ασαντ, το πρωινό της προηγούμενης Πέμπτης είχε το σήμα κατατεθέν εκείνων των δυνάμεων που θέλουν να ρίξουν τη χώρα σε μια σκληρότερη και τυφλή εσωτερική σύγκρουση. Σύγκρουση που θα αξιοποιηθεί ποικιλοτρόπως από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και άλλους εξωτερικούς παράγοντες. Τον τελευταίο μήνα οι βομβιστικές επιθέσεις ειδικά στους δρόμους της Δαμασκού έχουν πολλαπλασιαστεί, ενώ οι συγκρούσεις στις περιοχές όπου είναι ισχυρή η σουνίτικη αντιπολίτευση συνεχίζονται.
Οι υποκινητές αυτής της τυφλής βίας είναι ολοφάνερο πως θέλουν να αποτύχει κάθε προσπάθεια ειρηνικής επίλυσης της εσωτερικής σύγκρουσης και να καταρρεύσει η έτσι και αλλιώς ετοιμόρροπη εκεχειρία που κηρύχθηκε από τα μέσα του Απρίλη. Η επίθεση στην αυτοκινητοπομπή των πρώτων παρατηρητών του ΟΗΕ είναι η καλύτερη απόδειξη για τις αληθινές προθέσεις δυνάμεων εντός και εκτός της χώρας που σπρώχνουν τις εξελίξεις προς μια γενική αναμέτρηση.
Στην άλλη πλευρά, το καθεστώς Ασαντ, αν και διατηρεί ακόμα σημαντικά αποθέματα αντοχής, αδυνατεί να αντιστρέψει την κατάσταση. Οι εκλογές που οργάνωσε για την ανανέωση του Κοινοβουλίου, έτσι ώστε να εγκριθούν οι μεταρρυθμίσεις που υποσχέθηκε, δεν φαίνεται να επέδρασαν ιδιαίτερα. Τόσο στο εσωτερικό όσο και –κυρίως- στο εξωτερικό. Οι καταγγελίες πως αυτές ήταν μια φάρσα από δυτικές πρωτεύουσες και οι προφητείες διεθνών παραγόντων για επικείμενο εμφύλιο αποτυπώνουν πως οι δύσκολες ημέρες για το καθεστώς της Δαμασκού είναι μπροστά.

Να απελευθερωθεί ο Τούρκος αγωνιστής Nevzat Kalayci!

Ο Nevzat Kalayci είναι ένας 53χρονος Τούρκος πολιτικός πρόσφυγας που ζει και εργάζεται ως μικροπωλητής στη χώρα μας. Έχει αιτηθεί επίσημα πολιτικό άσυλο, από το 2006, και είναι μέλος της Επιτροπής για τα δικαιώματα των κρατουμένων στην Τουρκία και το Κουρδιστάν. Στις 23/2, και χωρίς να υπάρχει σε βάρος του κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο, συνελήφθη όταν παρουσιάστηκε στη Διεύθυνση Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης για να ανανεώσει την αίτηση χορήγησης πολιτικού ασύλου. Κρίθηκε προφυλακιστέος, κατηγορούμενος για μια υπόθεση έκρηξης σε ένα διαμέρισμα της οδού Υψηλάντη, στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης, τον Οκτώβρη του 2011, κατά την οποία είχε σκοτωθεί ένας συμπατριώτης του. Και ενώ δεν βρέθηκε κανένα δακτυλικό του αποτύπωμα στο διαμέρισμα που έγινε η έκρηξη, (αλλά σε ένα άλλο διαμέρισμα, όπου διέμενε ο συμπατριώτης του που σκοτώθηκε και τον οποίο είχε βοηθήσει πριν από μήνες, σε κάποια μετακόμιση), ενώ επίσης, από τους 40, περίπου, μάρτυρες που εξετάστηκαν κανένας δεν τον αναγνώρισε και δεν τον συνέδεσε με την έκρηξη στο διαμέρισμα, ενώ ακόμα και η άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών του συνδιαλέξεων δεν κατέδειξε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο, οι αρχές προχώρησαν στην άσκηση δίωξης εναντίον του και στην προφυλάκισή του. Ο ίδιος στην απολογία του στον 4ο τακτικό ανακριτή αρνήθηκε τις κατηγορίες, καθώς και οποιαδήποτε ανάμειξη με την έκρηξη. Η κράτησή του πραγματοποιείται παρά το γεγονός πως αντιμετωπίζει και σοβαρά προβλήματα υγείας, σύμφωνα με τη διάγνωση των γιατρών του Ψυχιατρείου των Φυλακών Κορυδαλλού, οι οποίοι συνιστούν νοσηλεία του σε οργανωμένη κλινική. Καταγγελία για την προφυλάκισή του εξέδωσαν η «Αντιρατσιστική Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης», η οποία κάνει λόγο για φυσική του εξόντωση, και η «Επιτροπή Αλληλεγγύης στους πολιτικούς κρατούμενους στην Τουρκία και το Κουρδιστάν». Η σκλήρυνση της στάσης του συστήματος απέναντι στους μετανάστες πολλαπλασιάζεται όταν πρόκειται για πολιτικούς πρόσφυγες και αγωνιστές. Απέναντι δε στους Τούρκους και Κούρδους πολιτικούς πρόσφυγες, οι αντιθέσεις της ντόπιας με την τούρκικη αστική τάξη περνούν σε δεύτερη μοίρα. Ας θυμηθούμε και την περίπτωση της Γκιουλαφερίτ Ουνσάλ, της Τουρκάλας αγωνίστριας που εκδόθηκε πέρυσι απ’ την ελληνική κυβέρνηση στη Γερμανία. Να απελευθερωθεί άμεσα ο Τούρκος αγωνιστής!

Χωρίς… κατηγορουμένους η δικογραφία για τον σοβαρό τραυματισμό του δημοσιογράφου Κυπραίου!

Στις 15/6/11, κατά τη διάρκεια μιας από τις μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις του λαού στο Σύνταγμα, μια χειροβομβίδα «κρότου - λάμψης» ρίχνεται από άνδρα των ΜΑΤ έπειτα από εντολή του επικεφαλής της διμοιρίας, και από απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου, δίπλα στον δημοσιογράφο Μανώλη Κυπραίο που βρισκόταν εκεί για να καλύψει δημοσιογραφικά τη συγκέντρωση. Το αποτέλεσμα ήταν να υποστεί πλήρη απώλεια της ακοής του, μια μη αναστρέψιμη βλάβη. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Κυπραίος ξυλοκοπήθηκε στη συνέχεια, όπως και πολλοί άλλοι, από τις «Ομάδες Δέλτα». Σήμερα, σχεδόν έναν χρόνο μετά, η δικογραφία που σχηματίστηκε, έπειτα από ποινική δίωξη για «βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη» (κακούργημα), «αδυνατεί»(sic) να αναφέρει ονόματα κατηγορουμένων γιατί «δεν κατόρθωσαν», λένε, να εντοπίσουν τους υπαίτιους! Είναι εμφανής η προσπάθεια να προστατευθούν οι πραιτωριανοί, τα διάφορα ενεργούμενα της καταστολής ενάντια στον λαό. Αλλά και να τους δοθεί και με αυτόν τον τρόπο το «πράσινο φως» να εφαρμόζουν «ανενόχλητοι», χωρίς ακόμα και προσωπικό κόστος, τις εντολές των φυσικών τους προϊστάμενων, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που χαράσσουν οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι και η εκάστοτε κυβέρνηση. Και αυτό, μάλιστα, όταν κάποιο από τα πάρα πολλά «στιγμιότυπα» κρατικής τρομοκρατίας -όπως το συγκεκριμένο- δεν μπορεί να «κουκουλωθεί» και να αποσιωπηθεί.
Να βρεθούν και να καταδικαστούν οι υπαίτιοι της εγκληματικής αυτής επίθεσης!

14 Μαΐ 2012

16 Mάη. Φοιτητικές και σπουδαστικές εκλογές
Ψηφίζουμε Αγωνιστικές Κινήσεις σε ΑΕΙ-ΤΕΙ
Το παρόν μας η αντίσταση, το μέλλον μας η ανατροπή!

Στις 16 Μάη οι φοιτητές και οι σπουδαστές σε όλη την Ελλάδα καλούνται να συμμετάσχουν στις εκλογές για τα όργανα των συλλόγων τους. Είναι γεγονός ότι οι φετινές εκλογές θα πραγματοποιηθούν υπό τη σκιά των γεγονότων που ακολούθησαν τις βουλευτικές εκλογές σχετικά με τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης, μέσα σε ένα κλίμα ακινησίας των συλλόγων μετά τις κινητοποιήσεις του Σεπτέμβρη. Για τις Αγωνιστικές Κινήσεις οι εκλογές είναι μια πολιτική μάχη με ιδιαίτερο βάρος, καθώς είναι φανερό ότι το σύστημα επιχειρεί ανοιχτά να νεκρώσει τους συλλόγους και τα όργανά τους, ώστε να μην έχουν οι φοιτητές ούτε καν διοικητικό συμβούλιο για να καλεί γενική συνέλευση. Στον μικρό χρόνο που μένει μέχρι τη διεξαγωγή τους πρέπει να αναδείξουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της άποψής τους σε κόντρα με τις διαλυτικές προτάσεις των υπόλοιπων παρατάξεων, από αριστερά και δεξιά.
Η νεολαία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τεράστια επίθεση με στρατηγικό χαρακτήρα, που έχει στόχο να στερήσει από τους λαούς, παγκόσμια, κάθε κατάκτηση και δικαίωμα. Ειδικά στην Ελλάδα, το μέλλον της χώρας είναι προδιαγραμμένο, καθώς οι Ευρωπαίοι και Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές μέσω των οργανισμών που ελέγχουν (ΕΕ, ΔΝΤ) έχουν επιβάλει τους όρους εξαθλίωσης του λαού για τις επόμενες δεκαετίες. Με την υποτελή στήριξη των ντόπιων κυβερνήσεων του κεφαλαίου (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ) γενίκευσαν τους μισθούς τις και συντάξεις πείνας, την πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων όπως και της ασφάλισης - περίθαλψης, το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου (ενέργεια, νερό κ.λπ.). Όλοι όσοι αυτοί τη στιγμή σπουδάζουν καλούνται να ζήσουν με άθλιο βιοτικό επίπεδο, μέσα σε τεράστια ανεργία, με τις δημοκρατικές ελευθερίες, όπως η διαδήλωση και η απεργία, να τείνουν να γίνουν παράνομες.
Όσον αφορά τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, έχει στηθεί και ήδη υλοποιείται ο μηχανισμός που θα πετάξει εκτός σπουδών την πλειονότητα της νεολαίας, φορτώνοντας το κόστος σπουδών (σίτιση, στέγαση, βιβλία) στους φοιτητές, εισάγοντας δίδακτρα, αλλά και κύκλους σπουδών, υποχρεωτική παρακολούθηση και διαγραφές. Η επίθεση στα πανεπιστήμια στοχεύει στην αποθάρρυνση από τις σπουδές, τόσο λόγω οικονομικών φραγμών όσο και της εντατικοποίησης, στη δημιουργία ενός πανεπιστημίου μόνο για λίγους «άξιους», σαν τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά κολέγια, όπου ο σύλλογος και το άσυλο είναι άγνωστες λέξεις. Ταυτόχρονα, όσοι τελικά αποφοιτούν θα έχουν στα χέρια τους ένα πιστοποιητικό που δεν θα εξασφαλίζει κανένα εργασιακό δικαίωμα και θα είναι η αρχή της εργασιακής περιπλάνησης για τα 400 ή 300 ευρώ, τη διαρκή επανακατάρτιση, την ελαστική και απλήρωτη εργασία, χωρίς δικαιώματα.
Ακριβώς επειδή η επίθεση παίρνει ανελέητη μορφή και βαθαίνει διαρκώς, οι φοιτητές πρέπει να απορρίψουν στις εκλογές τις δυνάμεις του συστήματος, ΠΑΣΠ και ΔΑΠ, οι οποίες στηρίζονται από καθεστωτικά κόμματα (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), κυρίως υπεύθυνα για την κατάσταση στην κοινωνία, δυνάμεις του συστήματος που εμπόδισαν κάθε αγώνα, που ταύτισαν τον συνδικαλισμό με τα ρουσφέτια και τα πάρτι. Πρέπει ταυτόχρονα να απορρίψουν εκείνες τις δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά αλλά οι απόψεις τους μπαίνουν ενάντια στο μαζικό κίνημα. Από τη μια η ΠΚΣ, που όπου σταθεί μιλάει για τη ματαιότητα των αγώνων εφόσον δεν έχουν το δικό της «νικηφόρο» πολιτικό περιεχόμενο, που αναβάλλει τους αγώνες για τη μελλοντική «λαϊκή εξουσία» που θα έρθει μέσα από την κάλπη των βουλευτικών εκλογών, που ενώ το φοιτητικό κίνημα έδινε μάχη ενάντια στον νέο νόμο-πλαίσιο μιλούσε ηττοπαθέστατα για «μη εφαρμογή». Από την άλλη, η ΑΡΕΝ που δεν θέλει να οργανώσει το φοιτητικό κίνημα αλλά να το χρησιμοποιήσει σαν εκλογική δεξαμενή του ΣΥΡΙΖΑ και της «αριστερής κυβέρνησης» που θα διαχειριστεί «φιλολαϊκά» την κρίση, εξ ου και το αίτημα για πτώση της κυβέρνησης. Στο ίδιο μοτίβο των αυταπατών της ΑΡΕΝ κινείται και η ΕΑΑΚ, υιοθετώντας αποπροσανατολιστικά αιτήματα για «πτώση της κυβέρνησης» και «διαγραφή χρέους», αλλά και αυταπάτες για «αριστερόστροφες- αντιφατικές» κυβερνήσεις που θα δώσουν λύσεις. Οι λογικές και των τριών αριστερών παρατάξεων έπαιξαν διαλυτικό ρόλο στη μάχη του Σεπτέμβρη, στρέφοντας την κουβέντα οπουδήποτε αλλού από τα ζητήματα που κινητοποιούσαν τους φοιτητές.
Απέναντι σε όλα αυτά, οι Αγνωστικές Κινήσεις προτείνουν στους φοιτητές και σπουδαστές να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους οι ίδιοι, να οργανωθούν ξανά μέσα στους συλλόγους τους, με κοινή δράση να αντιμετωπίσουν τα μικρά και μεγάλα προβλήματα, ώστε να αγωνιστούν για τις ανάγκες τους: για σπουδές χωρίς ταξικούς φραγμούς, για ενιαία πτυχία που θα εξασφαλίζουν μόνιμη και σταθερή δουλειά, για ελευθερίες έκφρασης και δράσης. Αυτό που θα κρίνει το μέλλον της νεολαίας είναι το κατά πόσο θα καταφέρει να δημιουργήσει σε σύνδεση με τον υπόλοιπο λαό ένα μέτωπο αντίστασης στην πολιτική της φτώχειας και της εξαθλίωσης, καθώς και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης που έχει ξεζουμίσει τον πλούτο της χώρας. Η οικοδόμηση αυτού του μετώπου είναι αναγκαία συνθήκη για να μπορέσει ο λαός να αναλάβει ο ίδιος την οικοδόμηση μιας άλλης δίκαιης κοινωνίας, όπου αφέντης θα είναι ο ίδιος. Αυτή η πολιτική πρόταση είναι αναγκαίο να στηριχθεί και εκλογικά ώστε να εκφράζεται στα όργανα των συλλόγων και να πιέζει σε κινηματική κατεύθυνση, να καλούνται γενικές συνελεύσεις ώστε να σπάσει η αδράνεια που έχει επικρατήσει. Πρέπει πάνω από όλα να ενισχυθεί η αντίληψη μέσα στο κίνημα ότι οι απαντήσεις και η διέξοδος βρίσκονται στην καθημερινή πάλη και όχι στις κάθε είδους φαντασιώσεις για αριστερή διαχείριση που θα λύσει τα προβλήματα με έναν μαγικό τρόπο... εδώ και τώρα. Τα πράγματα αλλάζουν πραγματικά μόνο με την ολόπλευρη συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων ενάντια στο σύστημα.

Για τα «μυστήρια» της 6ης Μάη

1
Με τον όρο «ναζιστικά μυστήρια» πλέον δεν πρέπει να εννοούμε την υποκουλτούρα η οποία αναπτύχθηκε μεταπολεμικώς στη Δυτική Ευρώπη συνδέοντας τον ιστορικό γερμανικό φασισμό με την πιο παρανοϊκή μεταφυσική και με την τάχα ανίκητη δύναμή της (μυστικές εταιρείες, μάγοι, φιλικές προς τους ναζήδες χθόνιες, καταχθόνιες ή και εξωγήινες δυνάμεις, δαιμονοληψία τού Χίτλερ, τελετουργικός αποκρυφισμός των Ες Ες και άλλα απόκοσμα κεριά και μαύρες λαμπάδες). Αυτή η υποκουλτούρα νανούρισε τον νέο ναζισμό με παραμύθια και φαντασιώσεις κινηματικής νεκρανάστασης, στόχευσε στο να λησμονήσουν την κοσμική ναζιστική φρίκη οι Ευρωπαίοι, ακόμα και στο να μην τη μάθουν ποτέ τα παιδιά τους και έτσι να γίνουν αυτά οι νέοι ναζιστές... μύστες – πάντα τόσο χρήσιμοι στο αστικό κράτος όποτε επιθυμεί να ανοίξει την καταπακτή τού υπογείου του και να τους αμολήσει να... τελετουργήσουν στο σαλόνι.
Με τον όρο «ναζιστικά μυστήρια», μετά τις εκλογές τής 6ης Μάη 2012, εμείς εδώ στην Ελλάδα, ο ελληνικός λαός, είμαστε υποχρεωμένοι να εννοούμε την πιο μεγάλη κοινωνικοπολιτική καθυστέρηση μιας μερίδας Ελλήνων και, αν θέλουμε να είμαστε και αυστηρότεροι ή και δικαιότεροι με τον εαυτό μας, την πιο κυνική αδιαφορία χιλιάδων θυμάτων τής αντιλαϊκής πολιτικής –νέων κυρίως, των παιδιών μας δηλαδή– αναφορικά με το τι αντιπροσωπεύει στον παγκόσμιο πολιτισμό η πιο μιλιταριστική και αδίστακτη, η πιο ρατσιστική και απάνθρωπη, η πιο αντεργατική και αντισοβιετική, η πιο φονική αστική δικτατορία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος μας και στη φτωχολογιά τού οποίου σκόρπισε με την πολεμική μηχανή της –μέχρι να τη σταματήσει ο Στάλιν– την «απελευθέρωση» του θανάτου.

2
Μετά τις εκλογές τής 6ης Μάη 2012, είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε τι μυστηριώδους παιδείας χώρα είναι αυτή στην οποία ένα κομμάτι τής νεολαίας επιθυμώντας εκλογική καταδίκη τής μνημονιακής πολιτικής... εγείρεται φιλοναζιστικά στην κάλπη, ακόμα και αν δεν το έχει καλοσκεφτεί το πράγμα, ακόμα και αν «κάνει πλάκα» για να τρομάξει το κράτος (το αστικό...).
Τι μυστηριώδους εργατικής συνείδησης είναι οι άνεργοι γονείς και οι φτωχοί δάσκαλοι αυτής της νεολαίας για να έχουν αφήσει τα παιδιά τους ανυπεράσπιστα στα νύχια τής νεοναζιστικής απάτης ή στην προπαγάνδα τού ευρωπαϊκού αναθεωρητισμού τού είδους Χίτλερ = Στάλιν, ακόμα και αν τα παιδιά είναι «πλακατζήδες» με την πραγματικότητα (η οποία, όμως, απαιτεί αντίληψη και σπουδή) και με τη σοβαρότητα (η οποία, όμως, απαιτεί χιούμορ και ήθος).
Είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε τι μυστηριώδους ταξικού ρεφλέξ είναι η όποια Αριστερά παραβλέπει ή υποτιμά την ασυλλόγιστη «ικανότητα» μιας σημαντικής μερίδας Ελλήνων να «κάνει πλάκα» διαμαρτυρίας, νομίζοντας ότι καταδικάζει το μνημονιακό πολιτικό προσωπικό τής αστικής τάξης, ενώ σιγοντάρει το πιο άγριο θηρίο της, τον –υπαρκτό μεν, περιθωριακό δε στην κοινωνία μας– νεοναζισμό.

3
Αλλά, αν τα παιδιά δεν «κάνουν πλάκα»; Αν δεν πήραμε χαμπάρι τον συνωστισμό στα πάρτι τού αστικού υπογείου; Σε αυτή τη μαύρη περίπτωση, ποιος θα μάθει στα παιδιά μας ότι κανένα ιπποτικό μυστήριο δεν συμβόλιζε η νεκροκεφαλή των ναζιστικών στολών, παρά μόνο την κτηνώδη βία των Γερμανών κεφαλαιοκρατών επί των εργατών και των λαϊκών στρωμάτων; Ποιος θα μάθει στα παιδιά ότι ό,τι γυαλίζει στο ίντερνετ, στη ζωή τής διαρκούς και πιεστικής ανάγκης συνήθως ζέχνει; Ποιος θα μάθει στα παιδιά ότι ο κάθε τηλεοπτικός τσαρλατάνος, φιλοξενών τον νεοναζισμό και τον νεορατσισμό ή φιλοξενούμενος του νεοναζισμού και του νεορατσισμού, δεν βρίσκεται εκεί «για πλάκα», αλλά για να τους σκοτίζει το μυαλό; Ποιος θα μάθει στα παιδιά πώς θα επιβιώσουν;
Ο εργάτης, ασφαλώς, στον δρόμο, με τους συναδέλφους του, με τους συντρόφους του.

(Ο εργάτης, παιδιά, είναι καλός και αισιόδοξος άνθρωπος. Λέει ότι στις εκλογές τού Ιούνη, του Σεπτέμβρη, του χρόνου, εσείς, τα παιδιά μας, θα θυμηθείτε ότι είστε παιδιά μας και θα την «κόψετε την πλάκα» που αρχίσατε...)

Οι νάνοι της πολιτικής ηγεσίας, η τρόικα και η οργή του λαού

Η πρωτόγνωρη και εντυπωσιακή εκλογική συντριβή ταυτόχρονα και των δύο βασικών κομμάτων του συστήματος, και ουσιαστικά του συνόλου του αστικού πολιτικού προσωπικού, αποτελεί φυσική συνέχεια των προηγούμενων λαϊκών ξεσπασμάτων και άλλη μια εκδήλωση της οργής του λαού.
Οι βασικοί πολιτικοί υπεύθυνοι των μνημονίων της υποδούλωσης, οι Παπανδρέου, Βενιζέλος, Σαμαράς, Καρατζαφέρης, καταδεικνύονται μετά και το εκλογικό αποτέλεσμα, αυτοί και τα κόμματά τους, σαν αυτό που πραγματικά είναι. Πολιτικοί νάνοι και σκέτοι λακέδες του συστήματος της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης που φροντίζουν να το αναπαράγουν για να μπορούν και οι ντόπιοι δυνάστες του λαού μας να γαντζώνονται όλο και πιο σφιχτά στον σβέρκο του. Αυτός ο ρόλος τους αποκαλύπτεται πια ξεκάθαρα, ενώ η χλεύη του αθροίσματος του 32% αποκαλύπτει τα αισθήματα του λαού απέναντί τους και κυρίως επιβεβαιώνουν και στο εκλογικό επίπεδο τη διάθεση του λαού να κινηθεί κόντρα σε αυτούς που υποθηκεύουν συστηματικά τη ζωή και το μέλλον του.
Σε αυτό το άρθρο, παρ' ότι γράφεται εν μέσω ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων και πριν καν το τέλος των διερευνητικών εντολών, θα σταθούμε στη συστηματική, μεθοδευμένη και όπως πάντα εν τέλει κυνική παρέμβαση των ιμπεριαλιστικών κέντρων που όπως και προεκλογικά έτσι και μετεκλογικά με τις εκβιαστικές παρεμβάσεις τους καταργούν ουσιαστικά κάθε έννοια ανεξαρτησίας στη χώρα μας. Αποτελεί άλλωστε η ιμπεριαλιστική εξάρτηση και ωμή παρέμβαση βασική αιτία και της πορείας φασιστικοποίησης της δημόσιας ζωής, που βάζει σε αμφισβήτηση το σύνολο των δημοκρατικών κατακτήσεων του λαού μας. Μα αυτή σίγουρα είναι μια ολόκληρη συζήτηση που πρέπει όχι απλά να ανοίξει, αλλά και να παραγάγει άμεσα θέσεις και ενέργειες και πραγματικά μέτωπα για την υπεράσπιση των αγώνων και των δικαιωμάτων του λαού μας.
Ναι όλα αυτά συμβαίνουν στο πλαίσιο της δημοκρατικής τάχα ΕΕ και αυτή η πραγματικότητα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και τσαλαπατήματος της βούλησης του λαού μας θα αποκαλύπτεται ακόμη περισσότερο όσο ο λαός μας καταφέρνει παρά τους αρνητικούς συσχετισμούς να στέκεται ενάντια σε κάθε λογής δυνάστες του. Αν μάλιστα η Αριστερά μας το τολμούσε, θα μπορούσαν σήμερα στη χώρα μας να διαμορφώνονται όροι πραγματικής συγκρότησης του λαού μας απέναντι στους φονιάδες και ληστές των ΗΠΑ και της ΕΕ που απειλούν πολύ συγκεκριμένα πλέον τη ζωή και το μέλλον του. Γιατί ο λαός μας, παρά την υποχώρηση του κινήματος και της Αριστεράς τις προηγούμενες δεκαετίες, οδηγείται ξανά από την ίδια τη ζωή, όπως και στην περίπτωση του Μπους το 2003 έτσι και σήμερα απέναντι στους οικονομικούς δολοφόνους της τρόικας (ΗΠΑ - ΕΕ), να στέκεται εναντίον και να διεκδικεί τη ζωή και το δίκιο του.
Τις προεκλογικές υποδείξεις για το τι πρέπει να ψηφίσει ο λαός από μια σειρά στελέχη της ΕΕ και του ΔΝΤ διαδέχτηκαν, παρ' ότι φούντωσαν την οργή του λαού, όπως φάνηκε, οι δηλώσεις των διαφόρων Σόιμπλε, που με διάφορες παρεμβάσεις επιχειρούσαν, παρακάμπτοντας τους λακέδες τους, να τρομοκρατήσουν άμεσα έναν λαό που, σύμφωνα με τον Σόιμπλε, δεν ήθελε να κυβερνηθεί με τον παλιό τρόπο.
Οι προεκλογικές υποδείξεις να μην ψηφίσει ο λαός τα κόμματα της σταλινικής και μηδενιστικής Αριστεράς ήταν συνέχεια του θράσους που αποκτούσαν όσο υποθήκευαν τη χώρα με τα μνημόνια της υποτέλειας. Όμως ο κυνισμός των ιμπεριαλιστών ξεπέρασε κάθε όριο, όταν, ιδιαίτερα μετά τον ξεσηκωμό του λαού τον Οκτώβρη του 2011 και την κωλοτούμπα και εξευτελισμό του Γ. Παπανδρέου με το δημοψήφισμα που κατάπιε άρον άρον, έφτασαν να επιβάλουν την εγκάθετη κυβέρνηση Παπαδήμου και να εγκαταστήσουν, μέσα και από τη νέα δανειακή σύμβαση, καθεστώς επιτροπείας.
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι κάτι αφύσικο ή πρωτόγνωρο για την ξενόδουλη αστική τάξη της χώρας και μια ματιά στην ιστορία της, το μαρτυρά. Με δουλικό τρόπο λειτούργησε η αστική τάξη και πιο πρόσφατα απέναντι στους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, όταν, μοιράζοντας τις εξαρτήσεις της στη Δύση ανάμεσα σε ΗΠΑ - ΕΕ, έδωσε την όποια παραγωγική δυνατότητα της χώρας δώρο στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο της ΕΕ για να αποκτήσει η ίδια ρόλο και να γαντζωθεί ακόμη πιο αιμοβόρικα στον σβέρκο του λαού με βάση το όραμα του ευρωμονόδρομου.
Σήμερα τρομοκρατούν το λαό γιατί λέει δεν παράγει η χώρα και τάχα ζούμε με δανεικά. Ελέω Αριστεράς, που είτε περιχαρακώνεται σε ιδεολογήματα ανοχής του ιμπεριαλισμού σαν ακραία τροτσκιστική γκρούπα (ΚΚΕ) είτε υμνεί ακόμη τον ευρωμονόδρομο εκλιπαρώντας τον Ολάντ (ΣΥΡΙΖΑ), αυτοί οι ίδιοι που ο λαός αποκάλυψε πως είναι πολιτικοί νάνοι αποκτούν απύθμενο θράσος και επιμένουν να βαφτίζουν τα μνημόνια λεηλασίας του λαού και της χώρας μονόδρομο σωτηρίας παρά την πραγματικότητα της φτώχειας και της εξαθλίωσης που βοά, παρά την εκλογική συντριβή που υπέστησαν.
Τα δεδομένα μετά τις εκλογές όμως περιπλέκουν παραπέρα το πολιτικό αδιέξοδο των διαχειριστών του συστήματος. Και βέβαια καμιά πολιτική καταστολής δεν μπορεί από μόνη της και μάλιστα άμεσα να στήσει κυβέρνηση που κόντρα στην εκφρασμένη λαϊκή θέληση θα πάρει νέα βάρβαρα μέτρα τις επόμενες εβδομάδες.
Αυτή την πραγματικότητα του πλήρους πολιτικού αδιεξόδου του πολιτικού συστήματος τη διαβάζουν καθαρά τα στελέχη της τρόικα και παρ' όλα αυτά τόσο από πλευράς ΗΠΑ και ΔΝΤ, όσο και από πλευράς ΕΕ, δεν διαφαίνεται καμιά διάθεση ουσιαστικής χαλάρωσης των μνημονίων λεηλασίας και υποδούλωσης του λαού και της χώρας.

Ο Ολάντ και η συζήτηση για ανάπτυξη
Η συζήτηση για την ανάπτυξη, που τάχα θα διαδεχτεί τις πολιτικές σκληρής λιτότητας σε όλη την Ευρώπη, όσο περνά ο προεκλογικός κουρνιαχτός της Γαλλίας μπαίνει στην πραγματική διάσταση που τη βλέπει το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο μέσα βεβαίως και από τις αντιθέσεις του. Η ανάπτυξη θα έρθει μέσα από την επίτευξη δημοσιονομικής πειθαρχίας αντιτείνουν τα στελέχη του γερμανικού ιμπεριαλισμού στους Γάλλους ανταγωνιστές και εταίρους στον βασικό για την ύπαρξη της ΕΕ γαλλογερμανικό άξονα. Παρ' όλα αυτά η Μέρκελ που πολέμησε προεκλογικά τον Ολάντ για χάρη του Σαρκοζί τον περιμένει τώρα με ανοικτές αγκάλες μια μέρα μετά την ορκωμοσία του στις 15 Μάη και όλοι εκτιμούν ότι θα βρεθεί κοινός βηματισμός σε αυτή την κρίσιμη φάση για την ευρωζώνη. Όμως και αν υπάρξει κόντρα και όξυνση του ανταγωνισμού, πράγμα διόλου απίθανο σε συνθήκες κρίσης, η διαφορά δεν θα είναι στο αν πρέπει ή όχι να εφαρμοστεί το δημοσιονομικό σύμφωνο. Απλά, δίπλα στη δημοσιονομική εξυγίανση του ευρωπαϊκού συμφώνου μπορεί να μπει η λέξη ανάπτυξη, λένε πάλι αυτοί που θεωρούν δεδομένο ότι ο γαλλογερμανικός άξονας κάθε άλλο παρά υπάρχει πολυτέλεια σε τέτοια φάση να μπει σε προστριβές.
Συγκλίνουν μια σειρά πλευρές του συστήματος εντός και εκτός ΕΕ, πως η ανάπτυξη εκτός από ρευστότητα στις τράπεζες θέλει και ανταγωνιστικό περιβάλλον. Άρα μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, μειώσεις μισθών και όχι κοινωνικές δαπάνες από τα κράτη και άλλα τέτοια ακραία κομμουνιστικά πράγματα.
Να στηριχθούν, λέει, στοχευόμενες επενδύσεις στην ενέργεια και στις μεταφορές από κράτη και ευρωπαϊκή τράπεζα επενδύσεων, να ταϊστεί δηλαδή το κεφάλαιο σε κάποιους τομείς πέρα από τις τράπεζες. Σε κάθε περίπτωση η όποια ανάπτυξη θα γίνει με όρους λεηλασίας των εργαζόμενων, με άγρια λιτότητα και ταυτόχρονη ερήμωση άλλων κλάδων και ολόκληρων χωρών της περιφέρειας. Για ποια ανάπτυξη είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν στην περίπτωση της χώρας μας έχει γίνει ήδη φανερό.
Εδώ Γάλλοι, Γερμανοί και Αμερικάνοι, μα και σε άλλο βέβαια επίπεδο Ρώσοι και Κινέζοι και Καταρινοί, κάθε άλλο παρά διαφωνούν σε μια διαδικασία ληστρικής αξιοποίησης των φιλέτων του πλούτου της χώρας μας, ούτε βέβαια τσακώνονται για τα μνημόνια που οδηγούν τον εργαζόμενο λαό στη φτώχεια και στην εξαθλίωση. Ο υπαρκτός καβγάς τους, που ενδέχεται να περιπλέξει παραπέρα και επικίνδυνα πλέον το πολιτικό σκηνικό της χώρας, έχει να κάνει με το μοίρασμα της λείας.

Η επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου
Στο πλαίσιο της συζήτησης περί ανάπτυξης στην Ευρώπη, που όπως είπαμε διανθίστηκε προεκλογικά από τον Ολάντ με κατάρες ενάντια στη λιτότητα του συμφώνου της Μέρκελ, μια σειρά δυνάμεις στη χώρα μας έδραξαν την ευκαιρία για να ακουμπήσουν πάντα σε ιμπεριαλιστικές πλάτες και να στήσουν τη μεταμοντέρνα σοσιαλδημοκρατική τους ρητορεία ενώ άλλοι σαν τον Τσίπρα ποντάρουν, τρομάρα τους, ολάκερη την προοπτική της αριστερής τους κυβέρνησης. Έτσι εύκολα, έτσι απλά, πάντα στο πλαίσιο της «Ευρώπης των λαών» που θα το φτιάξουν οι ίδιοι οι ιμπεριαλιστές όταν διαπιστώσουν όπως τους λέει συνεχώς ο Κρούγκμαν και άλλοι πως η συνταγή της λιτότητας είναι αδιέξοδη…
Όμως ο λαός μας πέρα από τις κυβερνητικές ακροβασίες του ΣΥΡΙΖΑ και την όποια τους κατάληξη γι’ αυτό το κόμμα έχει ήδη δείξει πως μπορεί και έχει ανάγκη ζωής να παλέψει και να παραμείνει ΕΝΑΝΤΙΟΝ στους δυνάστες του και ν’ αναβαθμίσει παραπέρα την πάλη του.
Ο λαός μας έχει ήδη αναγκάσει το σύνολο του πολιτικού προσωπικού μετά και το χαστούκι της κάλπης να μιλάει για επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου. Φραστικά βέβαια, μια και η ομοβρντία των γνωστών εκβιασμών των Μπαρόζο-Σόιμπλε-Βεστερβέλε αλλά και της Μέρκελ και Λαγκάρντ και ουσιαστικά και του Ολάντ και μιας σειράς άλλων αξιωματούχων της ΕΕ πήρε φωτιά ακριβώς για ν’ ανακόψει αυτή τη συζήτηση. Ο εκβιασμός προχωρά και κλιμακώνεται μέρα με τη μέρα με απαίτηση άμεσα ή το συντομότερο κυβέρνησης που θα συνεχίσει την εφαρμογή των μνημονίων και συνολικότερα την αντιλαϊκή επίθεση. Παρά το πολιτικό αδιέξοδο, οι ιμπεριαλιστές πιέζουν το ντόπιο πολιτικό προσωπικό και παίζουν με τη φωτιά της λαϊκής οργής. Ποντάρουν στην ανασφάλεια και τον φόβο ενός λαού που στέκεται μεν εναντίον των ισχυρών σαν ανάγκη ζωής αλλά η Αριστερά του αρνείται να οργανώσει, να δυναμώσει και να αναβαθμίσει αυτή του την εναντίωση. Όποια λύση και να βρουν, δεν πρόκειται να λύσει το πολιτικό αδιέξοδο που προκύπτει από το γεγονός πως η συνέχιση της επίθεσης (που είναι ουσιαστικά κοινός τόπος για τις δυνάμεις του συστήματος εντός και εκτός χώρας) δεν αντέχεται πλέον από τον λαό. Ένα κρίσιμο ζήτημα την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι αν θα καταφέρει το σύστημα να εντάξει την Αριστερά, τη ΔΗΜΑΡ και ιδιαίτερα τον ΣΥΡΙΖΑ, στην προσπάθεια έστω προσωρινής υπέρβασης του αδιεξόδου.
Φοβούνται και την εκλογική συμπεριφορά πλέον του λαού, μα είναι σίγουρο πως σε αυτό το επίπεδο θα βρουν λύση. Το πρόβλημά τους είναι πώς, αφότου στήσουν την όποια κυβέρνηση, θα μπορέσουν να συνεχίσουν τη βάρβαρη αντιλαϊκή τους πολιτική. Σε αυτό ας έχουμε δοσμένη όπως φάνηκε προεκλογικά την άγρια πλέον ένταση της τρομοκρατίας και της καταστολής. Όμως αυτό δεν φτάνει γιατί, όπως σωστά λέγεται και φάνηκε και στα εκλογικά αποτελέσματα, ο λαός δεν αντέχει άλλο. Πέρα από τα δημοσιεύματα του ξένου Τύπου περί χρεοκοπίας - εξόδου από το ευρώ και τις εκβιαστικές δηλώσεις από στελέχη της ΕΕ που κλιμακώνονται μέρα τη μέρα μετά το συντριπτικό εκλογικό αποτέλεσμα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ίδια τη Γερμανία υπήρξαν μια σειρά δεύτερες σκέψεις. Εκφράζονται πλέον και φόβοι για το πώς θα εξελιχθεί παραπέρα η οργή του λαού. Πώς θα ωσμωθεί και θα αλληλεπιδράσει με την οργή και άλλων λαών που ήδη έχουν αρχίσει να βγαίνουν στον δρόμο.
Ο «σοφός» σύμβουλος της Μέρκελ, Μπόφινγκερ, ζήτησε ενώπιον της επιτροπής προϋπολογισμού της ομοσπονδιακής Βουλής χαλάρωση των προγραμμάτων αυστηρής λιτότητας στα υπερχρεωμένα κράτη. Για να δούμε πως τέτοιοι προβληματισμοί στη βάση του φόβου της οργής του λαού υπάρχουν σε όλο το φάσμα των εκπροσώπων του συστήματος, θα αναφερθούμε στις δηλώσεις στελεχών του Σαρκοζί σαν τον πρώην ΥΠΕΞ της Γαλλίας Ζιπέ που δήλωσε πως ο ελληνικός λαός υφίσταται εδώ και μήνες τέτοιες θυσίες που οδηγούν σε εξέγερση. Ο Ιταλός Μόντι σε ανάλογο τόνο θέτει το ζήτημα της ανάπτυξης, ενώ ο Πρόντι όπως και άλλοι τονίζουν τον κίνδυνο για την ευρωζώνη, αν φύγει η Ελλάδα.
Είναι σίγουρο πως μήνες τώρα και ειδικά μετά την εκλογική καταγραφή της λαϊκής οργής τα στελέχη του συστήματος και εκτός της χώρας ανησυχούν και προβληματίζονται για το πώς θα αντιδράσει ο λαός μας. Όμως προβληματίζονται για να συνεχίσουν την επίθεσή τους που είναι κεντρική τους κατεύθυνση και βασική ταξική επιλογή τους χρόνια τώρα και ιδιαίτερα απέναντι στον αδιέξοδο και φαύλο κύκλο της κρίσης τους. Και θα συνεχίσουν έστω με τακτικές αναδιπλώσεις ή καθυστερήσεις όσο ο εργαζόμενος λαός στη χώρα μας και αλλού δεν συνιστά απειλή για την κυριαρχία τους.
Σε αυτό πρέπει να στοχεύσουμε αν θέλουμε να ευνοήσουμε στ’ αλήθεια την υπόθεση της Αριστεράς και του λαού. Σε αυτή την κατεύθυνση της οργάνωσης και συνεχούς αναβάθμισης της πάλης του λαού κόντρα σε κάθε λογής αυταπάτες ο λαός μπορεί να ανατρέψει συσχετισμούς και να αποσπάσει υποχωρήσεις από τον αντίπαλο. Αυτή η κατεύθυνση δεν υπηρετείται με τους κυβερνητισμούς των εντολοδόχων του ΣΥΡΙΖΑ που σπέρνουν επικίνδυνες αυταπάτες για λύσεις ευκολίας. Αντίθετα, στη δύσκολη και απαιτητική κατεύθυνση της ανειρήνευτης πάλης που ήδη βρίσκεται ο λαός μας μπορεί με κάποιες προϋποθέσεις να γίνει απειλή για το σύστημα και σε μια πορεία αγώνων να διεκδικήσει όλα όσα του ανήκουν.

Ζητήματα προτεραιοτήτων

Η αλήθεια είναι ότι, όπως ισχύει σε μια σειρά σημαντικά ζητήματα, έτσι και σ' αυτό που θα αναφερθώ υπάρχουν δύο διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις. Αυτές προσδιορίζονται από τα συμφέροντα στη βάση των οποίων αναπτύσσονται.
Η 1η πλευρά. Κατ' απόλυτη προτεραιότητα, λοιπόν, θα διασφαλίζονται τα συμφέροντα των «δανειστών» της χώρας μας μέσω της δημιουργίας ενός ειδικού λογαριασμού στον οποίο θα κατατίθενται όλα τα έσοδα του κράτους. Από αυτόν θα αποπληρώνονται σε τακτά διαστήματα τόκοι και χρεολύσια ούτως ώστε να είναι διασφαλισμένη σε κάθε περίπτωση η ομαλή ροή προς Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Ευρωπαϊκή Ενωση του ζεστού χρήματος (πραγματικών και όχι εικονικών αξιών) που δεσμεύτηκε το αστικό πολιτικό προσωπικό να καταβάλει. Οι εσωτερικές ανάγκες της χώρας έρχονται σε δεύτερη μοίρα και εφόσον... περισσέψουν χρήματα.
Πρόκειται για τη διασφάλιση των συμφερόντων των ιμπεριαλιστών, που απομυζούν τη χώρα από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους και που στο πλαίσιο του βαθέματος της πολύπλευρης και πολυποίκιλης εξάρτησης της χώρας μας επέβαλαν τη νέα δανειακή σύμβαση και τα βάρβαρα μέτρα του 2ου κατά σειρά μνημονίου για 30 (και βάλε) χρόνια. Σε συνδυασμό με τη διάλυση κάθε αυτόνομης παραγωγικής δραστηριότητας και το ξεπούλημα των όποιων πλουτοπαραγωγικών πηγών και υποδομών απέμειναν. Η υποτέλεια (με το αζημίωτο) της καθεστηκυίας τάξης αναδείχθηκε ακόμα μια φορά σε όλο της το μεγαλείο.
Η αντίθετη πλευρά. Απόλυτη προτεραιότητα για τους εργαζόμενους και το λαό μας είναι η επιβίωσή του μέσα σε συνθήκες γενικευμένης επίθεσης της άρχουσας τάξης και των ξένων πατρώνων της. Η ανάγκη για δουλειά, ειρήνη, δημοκρατία, εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία προβάλλει ολοφάνερη όσο και αν κάποιοι κάνουν πως δεν τη βλέπουν. Μπορούν όσο θέλουν να ξορκίζουν «το κακό», αλλά δεν μπορούν να το καταργήσουν. Η ανάγκη (όπως έγραφε και ο Βάρναλης) είναι αυτή που κινεί τη ζωή των ανθρώπων. Και σήμερα ο κόσμος της δουλειάς και του μόχθου δείχνει έμπρακτα (όποτε του δίνεται η δυνατότητα) τη διάθεσή του να αντισταθεί, να παλέψει και να νικήσει.
Η διασφάλιση των λαϊκών και εργατικών συμφερόντων δεν είναι κάτι που –καλώς ή κακώς– πραγματοποιείται εφάπαξ. Είναι μια συνεχής, αδιάλειπτη διαδικασία και κρίνεται στο πεδίο της πραγματικής (ταξικής) πάλης κάθε ώρα, κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Και όποιοι από δεξιά και αριστερά προσπαθούν να πείσουν ότι αρκεί μια στιγμή κάθε 4 χρόνια (ή όποτε) για να ν' αλλάξουν τα πράγματα (εκλογές), σύντομα βρίσκονται αντιμέτωποι με την ωμή πραγματικότητα που διαμορφώνει ο πραγματικός κοινωνικός συσχετισμός δύναμης.

Αγεφύρωτα – αντικρουόμενα συμφέροντα
Αλήθεια, πού τέμνονται τα συμφέροντα των ξένων επικυρίαρχων και των ντόπιων μεγαλοκεφαλαιούχων με αυτά των εργατών, των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων; Φυσικά πουθενά. Κατά αντίστοιχο τρόπο καθορίζονται συνεπώς και οι ανάλογες προτεραιότητες στις οποίες ήδη αναφέρθηκα.
Είναι πράγματι εξοργιστικό να συνεχίζουν ορισμένοι να είναι ή να παριστάνουν τους αφελείς πάνω στο κεφαλαιώδες αυτό ζήτημα. Γιατί με βάση αυτό καθορίζονται γραμμές, κατευθύνσεις, αντιλήψεις, νοοτροπίες, συμπεριφορές. Και κυρίως αιτήματα και στόχοι.
Θα αναδιαπραγματευτούν (ή όπως αλλιώς λέγεται), λέει, κάποιοι τα μνημόνια. Μάταιος κόπος. Η αστική τάξη της χώρας δεν έχει κυριολεκτικά καμιά δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Και αυτό δεν είναι ζήτημα θέλησης αλλά αντικειμενικών δυνατοτήτων (δηλαδή αδυναμίας) και βάσης στήριξης. Οσο για το λαό, η μόνη «εμπλοκή» του στην ιστορία είναι ότι του φορτώνουν μια ζωή τα χρέη που οι ίδιοι δημιουργούν, στέλνοντάς του το λογαριασμό. Ο λαός δεν χρωστάει τίποτα και σε κανέναν. Για ποια «διαπραγμάτευση» μιλούν, λοιπόν;
Φυσικά είναι άλλο πράγμα αν αυτοί που έχουν το μαχαίρι και το πεπόνι (γαλλογερμανικός άξονας) επιλέξουν άλλη πολιτική διαχείρισης της κρίσης στη βάση των αδιεξόδων τους και του βαθέματός της. Αλλά θα πρόκειται γι' αυτό και όχι για κάτι άλλο.
Και κάτι τελευταίο: η εξάρτηση και η υποτέλεια της χώρας δεν είναι κάτι που διαπραγματεύονται οι ξένοι και ντόπιοι δυνάστες του λαού. Το διαπίστωσαν αυτό και πρόσφατα μια σειρά λαοί με οδυνηρό και τραγικό τρόπο. Το γκρέμισμα και του τελευταίου ψήγματος αυταπατών ως προς το ζήτημα αυτό «αποσαφηνίζει»' τα πράγματα και βοηθά στο σωστό προσανατολισμό της σκέψης και της δράσης μας. Βάζοντας κάθε κατεργάρη στον πάγκο του...
Σ.Π.

Νέα προσφυγή στις κάλπες ζητάει το ΚΚΕ

«Εκλογές τώρα!» ζητάει η ηγεσία του ΚΚΕ με ανακοίνωση Τύπου την Τετάρτη 9 Μάη. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει: «Στην κοροϊδία των διερευνητικών εντολών, όπου ο ένας προσπαθεί να ρίξει την ευθύνη για τη μη συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας, εκλογές, για να παρέμβει ο λαός». Ενώ ο «Ριζοσπάστης» σε πρωτοσέλιδο σχόλιό του σημειώνει: «Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η παρέμβαση του ΚΚΕ, που ζήτησε χτες “Εκλογές τώρα”, αποκτά ξεχωριστή σημασία από τη σκοπιά του πραγματικού λαϊκού συμφέροντος. Να γίνει ο λαός πρωταγωνιστής». Την ίδια στιγμή που τα κόμματα της αστικής τάξης βρίσκονται μπροστά σε πολιτικά αδιέξοδα, χάνοντας το μεν ΠΑΣΟΚ το μεγαλύτερο μέρος της εκλογικής του δύναμης και η ΝΔ επίσης ένα μεγάλο μέρος της δικής της δύναμης από το ήδη χαμηλό ποσοστό που είχε, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να συγκροτήσουν κυβέρνηση και ταυτόχρονα να αποφεύγουν να χρεωθούν την προσφυγή σε νέες εκλογές, έρχεται το ΚΚΕ και ζητάει εκλογές τώρα. Ερχεται στην ουσία να συμβάλει στη λύση του αστικού πολιτικού προβλήματος. Ζητάει, με δυο λόγια, να «παρέμβει ο λαός» για να δώσει λύση, αντί να οξύνει τα αστικά πολιτικά αδιέξοδα. Να σημειώσουμε επίσης πως την επόμενη μέρα των εκλογών, σε συνεδρίαση της ΚΕ, αναφέρεται: «Πάνω απ’όλα χρειάζεται άμεση δράση στο βαθμό που δεν προκύψει κυβέρνηση συνεργασίας και προκηρυχτούν νέες εκλογές, που θα επαναφέρουν ακόμα πιο ισχυρά εκλογικά διλήμματα και πιο ισχυρές αυταπάτες». Αυτό είναι αλήθεια και ήδη έχουν αρχίσει τα κόμματα της αστικής τάξης και όλο το αστικό πολιτικό προσωπικό, εντός και εκτός χώρας, να εκβιάζουν και να απειλούν με χρεοκοπίες, ακυβερνησίες και άλλα σχετικά. «Να πάμε σε εκλογές -λέει η ηγεσία του ΚΚΕ- για να παίξει ο λαός πρωταγωνιστικό ρόλο». Αυτό και αν είναι η μεγαλύτερη αυταπάτη που σπέρνει στο λαό το ΚΚΕ, αποπροσανατολίζοντάς τον από το πραγματικό πεδίο της πάλης του. Εκεί που μπορούν να οργανωθούν και να οργανώσουν οι λαϊκές εργαζόμενες μάζες τους αγώνες τους ενάντια στους εκμεταλλευτές και καταπιεστές τους. Μόνο σε τέτοια πεδία μπορεί ο λαός να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο. Εκεί ακριβώς μπορεί να διακρίνει ποιοι είναι οι πραγματικοί φίλοι του και ποιοι οι πραγματικοί εχθροί του.
Σε τέτοια πεδία και σε τέτοιους αγώνες μπορεί η εργατική τάξη και ο λαός να αποκτήσει γνώση, πείρα και εμπιστοσύνη στην πραγματική του δύναμη. Να κατονοήσει ότι μέσα από τη μαζική αντίσταση μπορεί να προκαλέσει ρωγμές στο σύστημα της εκμετάλλευσής του. Μέσα από τα πεδία των ταξικών και λαϊκών αγώνων μπορούν να διαμορφωθούν εκείνοι οι συσχετισμοί δύναμης που θα δίνουν στο λαό τη δυνατότητα να αντιστέκεται αποτελεσματικά στις αντιλαϊκές πολιτικές και να ανοίγει δρόμους για νέες κατακτήσεις και για συνολικότερες ανατροπές. Νέες εκλογές ζητάει το ΚΚΕ, νέες αυταπάτες καλλιεργεί.

13 Μαΐ 2012

Για την εκλογική μας παρέμβαση
Μια πρώτη αποτίμηση του ΚΚΕ(μ-λ)

Η περίοδος της εκλογικής παρέμβασης ήταν μόλις δύο βδομάδες. Η εκλογική συνεργασία των δύο οργανώσεων ΚΚΕ(μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ αποφάσισε άμεσα τα κεντρικά συνθήματα και τον τρόπο παρέμβασης, προσπαθώντας να σχεδιάσει με τον καλύτερο τρόπο την πιο αποτελεσματική και μαζική απεύθυνση της άποψής της στην ελληνική κοινωνία.
Με στήριξη της εμπιστοσύνης στη λαϊκή αντίσταση και με μέτωπο στις κοινοβουλευτικές αυταπάτες, τα μέλη και οι φίλοι των δύο οργανώσεων, με συντροφικό και συναγωνιστικό τρόπο, έκαναν το καλύτερο που μπορούσαν σε μαζικές παρεμβάσεις σε γειτονιές, σε χώρους δουλειάς, σε τοποθετήσεις σε τοπικά και κεντρικά ΜΜΕ. Σε όλη τη χώρα έγιναν δεκάδες συγκεντρώσεις (κάποιες περισσότερο και κάποιες λιγότερο ικανοποιητικές), μοιράστηκαν χιλιάδες προκηρύξεις, κολλήθηκαν χιλιάδες αφίσες.
Παρά τα φαινόμενα για τις πιο χαλαρές και «ελεύθερες» στην επιλογή εκλογές των τελευταίων χρόνων, θα λέγαμε ότι οι εκλογές χαρακτηρίστηκαν από ένα έντονα πολωμένο κλίμα, ένα κλίμα που είχε υπόβαθρο την αδυναμία των αγώνων της προηγούμενης περιόδου να νικήσουν και που ενισχύθηκε από τον τρόπο που παρέμβηκε βασικά ο ΣΥΡΙΖΑ και δευτερευόντως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Τα διλήμματα και οι θεωρίες της χαμένης ψήφου απέκτησαν αριστερό άρωμα, πατώντας στον εκλογικό κρετινισμό της Αριστεράς και ανακυκλώνοντας τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Από την άλλη, το κλίμα ήταν αρκετά «βουβό», καθώς εκφραζόταν μαζικά η οργή του κόσμου για την κατάσταση, αλλά δεν ήταν εύκολο το άνοιγμα της πολιτικής συζήτησης πλατιά με τον κόσμο που συναντούσαμε.
Η ατζέντα των εκλογών καθορίστηκε από την τακτική του ΣΥΡΙΖΑ και τις αυταπάτες που αυτή δημιούργησε περί «αριστερής κυβέρνησης», ενώ ο απολογισμός του λαϊκού κινήματος των δύο τελευταίων χρόνων αλλά και η αγωνιστική προοπτική του μπήκαν εντελώς στην μπάντα. Οσο πλησίαζε η μέρα των εκλογών, η προβολή των πολιτικών θέσεων αρκετών δυνάμεων της Αριστεράς έδινε τη θέση της στην αριθμολογία και στην εκλογολογία. Υπαρκτά και ανύπαρκτα μυστικά γκάλοπ έδιναν και έπαιρναν για να διαμορφώσουν μια αριστερή πόλωση, για να αναπαράγουν τη θεωρία ότι η ψήφος σε δυνάμεις εκτός Βουλής είναι χαμένη.
Σε αντίθεση με τη δεξιά και επικίνδυνη αυτή λογική, η εκλογική μας συνεργασία παρέμβηκε με αριστερό τρόπο και εντιμότητα, κάνοντας ανοιχτή αντιπαράθεση στις κοινοβουλευτικές αυταπάτες που απογειώνονταν όλο και περισσότερο όσο πλησίαζαν οι εκλογές, αποδεικνύοντας ότι η Αριστερά «μας» έχει φροντίσει να βάλει βαθιά στα μυαλά των ανθρώπων τον αδιέξοδο και ηττημένο δρόμο του κοινοβουλευτισμού. Πρωτοπόρο σε αυτή τη διαδικασία εκλογομανίας ήταν για χρόνια το ΚΚΕ, το οποίο, όταν είδε ότι πάνω σε αυτή τη λογική ξεπερνιόταν από τον πιο συνεπή σε αυτή τη γραμμή ΣΥΡΙΖΑ, θυμήθηκε ότι σημασία έχει η συγκρότηση της τάξης και οι αγώνες – αλλά ήταν αργά.
Αυτή η για χρόνια κυριαρχία της γραμμής του κοινοβουλευτικού δρόμου ενισχύθηκε από τη μη αποτελεσματικότητα των αγώνων την τελευταία διετία, γεγονός που έπρεπε να αποτελεί θέμα συζήτησης για τις δυνάμεις της Αριστεράς. Η ίδια η εκλογική συνεργασία των δύο οργανώσεων ολιγώρησε να δώσει με το απαιτούμενο βάρος το δικό της στίγμα, το δικό της απολογισμό πάνω σε αυτό το ζήτημα, ένας απολογισμός που θα προσπαθούσε να απαντήσει και στο ζήτημα της προοπτικής των αγώνων και στην πολιτική βάση που ενίσχυε την επένδυση σε κοινοβουλευτικές λύσεις.
Η ανακοίνωση που βγήκε την παραμονή των εκλογών και συνέδεε την αντιπαράθεση στις κοινοβουλευτικές αυταπάτες με την πίστη στους αγώνες («ΟΧΙ ΣΤΗΝ «ΑΡΙΣΤΕΡΗ» ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΠΑΛΗΣ - ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΔΕΝ «ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑΝ» - ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ!») ήταν ιδιαίτερα εύστοχη, αλλά δεν πρόλαβε να αποτελέσει στοιχείο μαζικής απεύθυνσης.
Για το εκλογικό μας αποτέλεσμα
Το εκλογικό αποτέλεσμα της συνεργασίας δείχνει ότι, στο κλίμα που περιγράφηκε, η συνεργασία δεν μπόρεσε να αποτελέσει χώρο υποδοχής για τμήμα του μαζικού ρεύματος που αποστοιχίστηκε από τα κυρίαρχα αστικά κόμματα. Το μαζικό αυτό ρεύμα προτίμησε τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και μικρότερα συντηρητικά ή απολίτικα σχήματα, δείχνοντας και ένα στοιχείο πολιτικής αποσυγκρότησης αλλά και ενός ήπιου και ιδιόμορφου αντικομμουνισμού που έχει καταφέρει το σύστημα με τη βοήθεια της «ακομμάτιστης», «πλατειακής» Αριστεράς να περάσει σε τμήματα του λαού. Δεν μπόρεσε η συνεργασία μας, επίσης, να απαντήσει τη θεωρία της χαμένης ψήφου και την αντίστοιχη εκλογική πίεση που εκδηλώθηκε με αφόρητο τρόπο στον κόσμο της Αριστεράς – μια πίεση που θα εκδηλωθεί ακόμα πιο αποφασιστικά στις επόμενες εκλογές, αν τελικά γίνουν. Επίσης, δεν αντιστοιχεί -όπως αναφέρει η κοινή ανακοίνωση- «στη συμμετοχή των δύο οργανώσεων στους αγώνες και στο κίνημα».
Ωστόσο, θεωρούμε δεδομένο ότι πάντα οι εκλογές είναι ένα πεδίο δύσκολο για μια άποψη σαν τη δική μας, ακόμα και σε περιόδους σαν τη σημερινή που χαρακτηρίζεται από τη σαρωτική πολιτική κρίση του εξαρτημένου ελληνικού καπιταλισμού. Σημείο των καιρών, άλλωστε, είναι και το γεγονός της ενίσχυσης της νεο-σοσιαλδημοκρατικής εκδοχής του ΣΥΡΙΖΑ, σε μια εποχή που, ακριβώς αντίστροφα, μια τέτοια εκδοχή δεν έχει καμία υλική βάση να πατήσει.
Σε κάθε περίπτωση, για μια κομμουνιστική οργάνωση, οι εκλογές αποτελούν μια ευκαιρία εξαγωγής συμπερασμάτων και βελτίωσης της δουλειάς της. Η πτώση σε Α’ και Β’ Αθήνας και Α’ Πειραιά –εκτός της μεγαλύτερης δυνατότητας άλλων σχημάτων να παρουσιάσουν εκεί με πιο αποτελεσματικό τρόπο τα διλήμματα- έχει σίγουρα να κάνει με αδυναμίες της δικής μας συνοικιακής δουλειάς, ζήτημα που πρέπει να δει η οργάνωσή μας. Αντίστοιχα, η άνοδος (και κάπου μεγάλη, για τα μέτρα μας) σε περιοχές της περιφεέρειας όπου έχουμε σταθερή και μαζική παρέμβαση και η αντοχή στη Θεσσαλονίκη μπορούν με θετικό τρόπο να χρησιμοποιηθούν για την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων.
Οπως και να ’χει, τα μέλη και οι φίλοι των δύο οργανώσεων, που έδωσαν με συντροφικό και συναγωνιστικό τρόπο την εκλογική μάχη, πρέπει να είναι υπερήφανοι για την ένταση αλλά και τον τρόπο, την πολιτική ποιότητα και την εντιμότητα με την οποία την έδωσαν.
Από δω και πέρα
Η επιλογή της οργάνωσής μας να συμμετάσχει σε εκλογική συνεργασία με το Μ-Λ ΚΚΕ δεν έγινε, όπως είναι γνωστό, κάτω από εκλογικά κριτήρια. Βασικός στόχος ήταν να ενισχυθεί η κινηματική προσπάθεια δημιουργίας μιας πλατιάς μετωπικής συνεργασίας με βασικά χαρακτηριστικά την ανάγκη δυναμώματος της πάλης ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση, την προβολή και ενδυνάμωση της αντιιμπεριαλιστικής κατεύθυνσης μέσα στο κίνημα και την εναντίωση στις κοινοβουλευτικές–εκλογικές αυταπάτες.
Εχουμε την εκτίμηση ότι οι παραπάνω αναγκαιότητες θα είναι ακόμα πιο κρίσιμες την επόμενη περίοδο που η ένταση της επίθεσης στη ζωή μας θα κλιμακωθεί αποφασιστικά, μια διαδικασία που καμία αριστερή διακυβέρνηση δεν θα τη φρενάρει. Οι αναγκαιότητες αυτές είναι ανεξάρτητες των θετικών ή αρνητικών (ή στάσιμων, όπως τώρα) εκλογικών αποτελεσμάτων και αφορούν το σήμερα και το αύριο της ζωής του λαού και της εργατικής τάξης ενάντια στην ιμπεριαλιστική–καπιταλιστική επίθεση, για τη διεκδίκηση των βασικών δικαιωμάτων στη ζωή.
Η απεύθυνση σε χώρους δουλειάς, σε γειτονιές και χώρους σπουδών για τη συγκρότηση μιας τέτοιας μετωπικής πρωτοβουλίας θα ενταθεί αποφασιστικά το επόμενο διάστημα από τα μέλη και τους φίλους των οργανώσεων καθώς και (πιστεύουμε) από το ανένταχτο δυναμικό που βλέπει την πρωτοβουλία με καλό μάτι.
Η λύση είναι στη μαζική αντίσταση, στους αγώνες, στη συγκρότηση των εργαζομένων σε πολιτικό, ιδεολογικό και οργανωτικό επίπεδο.

Πού πάμε

Τα αποτελέσματα των εκλογών και το νέο πολιτικό τοπίο που αυτές διαμόρφωσαν απαιτούν από τις αριστερές, κομμουνιστικές δυνάμεις να σκύψουν με μεγάλη προσοχή και να αποκωδικοποιήσουν τα δεδομένα που διαμόρφωσαν αλλά και τις δυναμικές που απελευθερώνουν.
Η σαρωτική αποστοίχιση και καταδίκη των κομμάτων που επέβαλαν και στήριξαν την εξαθλίωση και το αλυσόδεμα της χώρας στους ιμπεριαλιστές και στις επιδιώξεις του κεφαλαίου είναι ένα καταγεγραμμένο μέγεθος που, σε συνδυασμό με τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις που το διαμόρφωσαν, ανοίγει πολλά σημεία διερεύνησης και παρέμβασης για τις δυνάμεις που θέλουν να στηρίζονται στο λαϊκό κίνημα. Σε όσους θέτουν ως προτεραιότητα τη χειραφέτηση των μαζών και την έξοδό τους στο προσκήνιο.
Η ισχυρή παρουσία των αντιδραστικών δυνάμεων, ανεξάρτητα από τη μικρότερη ή μεγαλύτερη στήριξη από μέρους τους των μνημονίων και, κυρίως, η ισχυρή παρουσία των πλέον αντιλαϊκών, φασιστικών δυνάμεων αποτελεί επίσης έναν παράγοντα που οφείλει να πάρει ο κάθε αριστερός αναλυτής υπ' όψιν του.
Τέλος, η αντίδραση των ξένων κέντρων, καθώς και των εδώ παραγόντων του κόσμου του κεφαλαίου, δείχνει όχι μόνο τον αιφνιδιασμό, αλλά και τη συντονισμένη επίθεση που συναντά η εκφρασμένη διάθεση του λαού να μην εγκρίνει την αντιλαϊκή πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων και, κυρίως, το να μην αποδεχθεί νέα μέτρα.
Τα ζητήματα που έρχεται να απαντήσει το μετεκλογικό σκηνικό είναι συνεπώς σύνθετα, πολλαπλά και αντιφατικά - και, όπως έχει φανεί, δεν υπάρχουν έτοιμες λύσεις.

Η επιδίωξη των ιμπεριαλιστών να ανατρέψουν τα πάντα όσον αφορά τον κόσμο της εργασίας είναι δεδομένη. Και μάλιστα όσο η κρίση εντείνεται γίνεται όρος απαράβατος στην αναζήτηση όρων κυριαρχίας και εξόδου τους από την κρίση, αλλά και εξασφάλισης νέων αγορών στο μοίρασμα που έχει ήδη ξεκινήσει. Η πολιτική τους δεν αναιρείται, ούτε αναστέλλεται, από την έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας στη βάση εκλογικών αποτελεσμάτων, παρά μόνο αν αυτή αποκτήσει κινηματική δυναμική αντίστασης και ανατροπής αυτής της τάσης.

Το πρόβλημα της προώθησης αυτής της πολιτικής έχει βραχυκυκλώσει με τρόπο νέο για τα πολιτικά δεδομένα -άνοδο σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης ενός χώρου που θέλει ν' αναφέρεται στην Αριστερά με φιλοευρωπαϊκό στίγμα- σε συνάρτηση με την καταβαράθρωση των συστημικών πολιτικών πυλώνων. Η αναζήτηση κυβερνητικών λύσεων δεν είναι καθόλου εύκολη, παρ' όλα τα ρεφορμιστικά και σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά αυτού του χώρου, ενώ η επανάληψη των εκλογών δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα ανατρέψει ή, τουλάχιστον, θα αναμορφώσει τα δεδομένα υπέρ των δυνάμεων που επιθυμούν την περαιτέρω φτωχοποίηση και ξεπούλημα της χώρας.

Στα δεδομένα που θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν είναι:
α) Τα χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ, που κατάφερε να εκφράσει τη διάθεση για «άμεση» κυβερνητική λύση μιας μεγάλης μερίδας κόσμου που μπροστά στο πρόβλημα επιβίωσης αναζήτησε σωσίβιο στις κυβερνητικές αυταπάτες τις οποίες φρόντισε να καλλιεργήσει ο χώρος αυτός. Η εγγενής πολιτική του διάθεση για προσαρμογή στις απειλές που τα ξένα και ντόπια κέντρα ήδη ασκούν, η ευκολία «διολίσθησης» των θέσεων που προβάλλει, η προσήλωσή του στην αυταπάτη της «Ευρώπης των λαών», οι κινηματικές κωλοτούμπες που έχει εξασκηθεί να κάνει όταν «σφίγγουν τα γάλατα» (άρθρο 16, στάση για κουκουλοφόρους τον Δεκέμβρη του 2008) και η αποφυγή προσφυγής στο λαϊκό κίνημα ακόμη και τώρα, μήπως και οι πασοκογενείς ψηφοφόροι... τρομάξουν, δείχνουν τα όρια που έχει στην προσπάθειά του να διαχειριστεί κυβερνητικά την κρίση.
β) Η περιορισμένη ενίσχυση των δυνάμεων που έχουν κομμουνιστικές αναφορές και αντιευρωπαϊκή στάση δείχνει και τα όρια που έχουν πετύχει στην πολιτικοποίηση των λαϊκών δυνάμεων που κινήθηκαν μαζικά όλο το προηγούμενο διάστημα. Το πόσο παραμένει ενισχυμένος ο κοινοβουλευτισμός, κάτι που με ζήλο ενίσχυσαν κάποιοι από αυτούς (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) ζητώντας ως διέξοδο το «εδώ και τώρα εκλογές» παράλληλα με την πλήρη αναστολή των μαζικών κινητοποιήσεων. Η περιχαράκωση της εκλογικής επιλογής δυνάμεων που θέλουν να μιλούν στο όνομα του κομμουνισμού και της ανατροπής δείχνει πόσο λαθεμένες ήταν οι πολιτικές του μεν ΚΚΕ να περιφέρεται στις Στύλους του Ολυμπίου Διός, απομονωμένο από τις εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενων που συγκρούονταν στους δρόμους και στις πλατείες, αλλά και λογικές χώρων που προτίμησαν να ψαρεύουν με την προβιά του «αγανακτισμένου» εξορκίζοντας το σφυροδρέπανο από το Σύνταγμα και ανεχόμενοι κάθε φασιστοειδές που φρόντιζε να κάνει αισθητή την παρουσία του ντυμένο «πατριώτης». Ας αναλογιστούν κάποτε τις ευθύνες τους.

Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα καλούνται οι αριστερές δυνάμεις που θέλουν να περισώσουν ένα δυναμικό του λαϊκού κόσμου που θα εκβιαστεί να συρθεί πίσω από τις (αυτ)απάτες του κάθε Τσίπρα και του κάθε Κουβέλη. Που δεν βλέπει σαν «ώρα της Αριστεράς» μια κυβέρνηση Τσίπρα με στήριξη ή ανοχή της μνημονιακής ΝΔ ή του μνημονιακού ΠΑΣΟΚ. Που θέλει να ανατρέψει λογικές φιλοευρωπαϊκού αποπροσανατολισμού. Που ξέρει ότι η αποτυχία μιας «αριστερής» διακυβέρνησης θα μετακυλιστεί σε κάθε χώρο της Αριστεράς ως μια απόδειξη της αδυναμίας της να εκφέρει λόγο και πρόταση διεξόδου για τον λαό, θα πρέπει να αναδιατάξουν τις δυνάμεις της ούτως ώστε:
α) Να επανέλθει το πεδίο δράσης εκεί που πραγματικά ο λαός μπορεί και έχει λόγο και εκεί που διαμόρφωσε και τα σημερινά αποτελέσματα αλλά και μπορεί να διαμορφώσει ευνοϊκότερες συνθήκες πάλης και αντίστασης. Να ξαναβγάλει τον κόσμο στους δρόμους. Να τον βοηθήσει να οργανωθεί στους χώρους δουλειάς, σπουδών και ζωής. Να διεκδικήσει ένα σύνολο αιτημάτων που θα βοηθήσουν άμεσα -και ανεξάρτητα του πότε και ποια κυβέρνηση θα βγει- να διασφαλιστούν ανθρώπινοι όροι ζωής.
β) Να προσπαθήσει να χειραφετήσει και να πολιτικοποιήσει τις λαϊκές δυνάμεις από λογικές αριστερών κυβερνήσεων που το μόνο -στην καλύτερη των περιπτώσεων- που μπορούν να κάνουν είναι να επιβραδύνουν μια επελαύνουσα διευρυμένη εξάπλωση της φτώχειας και της ανέχειας στα λαϊκά στρώματα.

Μπροστά μας λοιπόν ανοίγονται προοπτικές ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος που άμεσα πρέπει να επιβάλει την παρουσία του στο πολιτικό σκηνικό και να προβάλει τα αιτήματά του, δείχνοντας τη διέξοδο σε στρώματα που εγκλωβίζονται είτε στα κυβερνητικά αλισβερίσια είτε σε δυνάμεις όπως η ΧΑ στην απόγνωσή τους για επιβίωση.

Δεν είναι θέμα διαπραγμάτευσης
Είναι ζήτημα αναμέτρησης

Τόσο προεκλογικά όσο και μετά τις εκλογές οι θέσεις όλων των πολιτικών δυνάμεων («νικητών» και «νικημένων»), και ανεξαρτήτως των όποιων διαφορών ανάμεσά τους, κινούνται πάνω στον καμβά της διαπραγμάτευσης με τους «εταίρους» μας, Ευρωπαίους κ.ά.
Ακόμη και εκείνες που καταγγέλλουν το μνημόνιο, όπως, λ.χ., ο ΣΥΡΙΖΑ, δηλώνουν ταυτόχρονα ότι προσβλέπουν σε μια συνολική «επαναδιαπραγμάτευση» της σχέσης της χώρας με την ΕΕ, πάντα ωστόσο «εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου» και του ευρώ. Η θέση και η λογική στη βάση της οποίας κινούνται θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μια φράση του Γ. Δραγασάκη, σε παλιότερη παρέμβασή του: «Ρήξη χωρίς αποκοπή» («Ελευθεροτυπία», 20-11-2011). Τώρα, τι είδους «ρήξη» μπορεί να είναι αυτή, ο καθένας μπορεί να βάλει το μυαλό του να δουλέψει.

Η πραγματικότητα και η παράκαμψή της
Όλοι αυτοί αγνοούν, προσπερνούν, συγκαλύπτουν, εξωραΐζουν τελικά την πραγματικότητα. Άλλοι (οι δυνάμεις του συστήματος) επειδή η συγκάλυψη της πραγματικότητας αποτελεί έτσι κι αλλιώς πάγιο γνώρισμα της πολιτικής τους.
Όσον αφορά τους άλλους, επειδή η πραγματικότητα τους θέτει προ ευθυνών που ούτε διατίθενται ούτε είναι σε θέση να τις αναλάβουν.
Αυτό λοιπόν που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι οι εξελίξεις συνολικά στον κόσμο και συνεπώς και στη χώρα μας συντελούνται πάνω στο έδαφος μιας μεγάλης αναμέτρησης.
Μιας αναμέτρησης που εκτυλίσσεται εδώ και χρόνια ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος από τη μια και τον κόσμο της δουλειάς, συνολικά τους λαούς, από την άλλη.
Στην αναμέτρηση αυτή οι δυνάμεις του συστήματος και ανεξαρτήτως των μεταξύ τους διαφορών και αντιθέσεων προσέρχονται ενιαία, με ξεκαθαρισμένους στόχους και επιδιώξεις.
Την ολοκληρωτική υποταγή της εργατικής τάξης στις ακόρεστες εκμεταλλευτικές διαθέσεις του κεφαλαίου.
Την καθολική υποδούλωση των λαών του κόσμου στις ληστρικές διαθέσεις των ιμπεριαλιστών.
Ακριβώς γι' αυτό αντιμετωπίζουν αυτή την αναμέτρηση με τον πιο συγκροτημένο, αδίστακτο και ανελέητο τρόπο και χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, μηχανισμούς και δυνατότητες που διαθέτουν.
Δεν συμβαίνει καθόλου το ίδιο και στην άλλη πλευρά. Η αντιμετώπιση από τη μεριά των λαϊκών δυνάμεων δεν βρίσκεται στα επίπεδα των απαιτήσεων μιας τέτοιας αναμέτρησης.
Οι αιτίες και για τις δύο διαστάσεις του ζητήματος έχουν έναν κοινό παρονομαστή σαν βασική και κύρια αιτία. Την υποχώρηση, την ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και την παλινόρθωση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
Η εξάλειψη της «απειλής» που συνιστούσαν αυτοί οι παράγοντες για το καπιταλιστικό, ιμπεριαλιστικό σύστημα, άνοιξε τον δρόμο για την εξαπόλυση της πιο άγριας επίθεσης ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά στους λαούς.
Από εκεί και πέρα, η ολοκληρωτική ανατροπή των παγκόσμιων συσχετισμών υπέρ των πιο αντιδραστικών και επιθετικών δυνάμεων του συστήματος και η οικονομική κρίση στη συνέχεια, επιδείνωσαν την κατάσταση.
Από την άλλη μεριά αυτή η ήττα οδήγησε σταδιακά στην πλήρη αποσυγκρότηση των λαϊκών μετώπων πάλης. Την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης, της δύναμης-κορμού της λαϊκής πάλης, την αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος, την αποσάθρωση των λαϊκών μετώπων πάλης.
Απέναντι λοιπόν στις απαιτήσεις μιας τέτοιας αναμέτρησης η εργατική τάξη και συνολικά οι λαοί βρίσκονται σε σημαντικό βαθμό αφοπλισμένοι στο θεωρητικό, ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό-πρακτικό πεδίο.
Το αποτέλεσμα είναι να κυριαρχούν στο πλαίσιο του κινήματος δυνάμεις που αναζητούν «λύσεις» στο πλαίσιο και με τους όρους του συστήματος. Πριν αναφερθούμε ωστόσο σε αυτό, χρήσιμο είναι να δούμε και μια άλλη κρίσιμη διάσταση του όλου ζητήματος.

Ανταγωνισμοί και «διαπραγματεύσεις»
Πάνω στο έδαφος αυτής της αναμέτρησης διεξάγεται και μια άλλη. Αν οι δυνάμεις του συστήματος δρουν από κοινού και σε πλήρη σύμπνοια ενάντια στους λαούς, την ίδια στιγμή ανταγωνίζονται λυσσαλέα μεταξύ τους για τη μοιρασιά της λείας και για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Πολύ περισσότερο, καθώς αντιμετωπίζουν μια γενικευμένη κρίση την οποία και αδυνατούν να αντιμετωπίσουν με βάση τις ίδιες τις αντινομίες, αντιφάσεις και αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν την ύπαρξη και λειτουργία του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Αντιθέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμη και σε μια συνολική αναμέτρηση, που για την ώρα «φρενάρεται» από τον κίνδυνο συνολικής καταστροφής που συνεπάγεται η ύπαρξη πυρηνικών όπλων.
Με βάση τους συνολικούς όρους του ζητήματος οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κινούνται και στα δύο επίπεδα. Λόγου χάρη, οι στρατιωτικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, πέρα από τα δεινά που προκαλούν στους λαούς, ταυτόχρονα αποτελούν και μορφές έμμεσων αναμετρήσεων στρατιωτικού χαρακτήρα ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Στην ίδια κατηγορία μπορούν να υπαχθούν και οι όλο και πιο τερατώδεις στρατιωτικοί προϋπολογισμοί στο πλαίσιο ενός εντεινόμενου ανταγωνισμού στο στρατιωτικό, στρατηγικό πεδίο κ.ά.
Από την άλλη μεριά «διαπραγματεύονται» ανταγωνιζόμενοι και ανταγωνίζονται διαπραγματευόμενοι επίσης σε όλα τα πεδία. Τους υποχρεώνουν σε κάτι τέτοιο τόσο τα αδιέξοδο που αντιμετωπίζουν με βάση την κρίση και ο κίνδυνος ενός συνολικού οικονομικού κραχ όσο και η αδυναμία τους να προχωρήσουν σε πιο δραστικές «λύσεις» και ανακατανομές.
Το ζήτημα είναι ότι με βάση τις αντινομίες, αντιθέσεις και ανταγωνισμούς τους αδυνατούν να δώσουν συνολική λύση. Έτσι τα όποια μέτρα και συμφωνίες έχουν περιορισμένο χαρακτήρα και απλώς μεταθέτουν το πρόβλημα στον χρόνο.
Έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα έχουν οι «διαπραγματεύσεις» (όσο μπορούν να χαρακτηριστούν σαν τέτοιες) ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και στις αστικές τάξεις των εξαρτημένων χωρών. Αυτές αφορούν τον προσδιορισμό του πλαισίου, των όρων και των ορίων μέσα στα οποία οφείλουν και μπορούν να κινηθούν, και πάντα σε βάση εξυπηρέτησης των συνολικών επιδιώξεων του συστήματος. Πάντα σε αυτή τη βάση είναι δυνατές και ρυθμίσεις που διευκολύνουν αυτές τις αστικές τάξεις να προωθούν τις συνολικές επιδιώξεις του συστήματος και να χειραγωγούν τις λαϊκές αντιδράσεις. Βέβαια, αυτό δεν αποκλείει περιπλοκές αυτού ή εκείνου του χαρακτήρα (το ακριβώς αντίθετο), μια και τα ζητήματα που έχουν τεθεί σε όλα τα πεδία και με όλες τις διασυνδέσεις τους δεν είναι από εκείνα που επιδέχονται εύκολες και ασφαλείς απαντήσεις.
Ένα πρώτο συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι μέσα σε αυτό το συνολικό πλέγμα υπάρχουν ζητήματα που ανήκουν στη σφαίρα της αναμέτρησης και ζητήματα που ανήκουν στη σφαίρα της διαπραγμάτευσης. Στην πρώτη ανήκουν ζητήματα που αφορούν αντιθέσεις στρατηγικού χαρακτήρα και διαστάσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αλλά σε αυτό το κείμενο μας απασχολούν βασικά τα ζητήματα που αφορούν την αντίθεση-αναμέτρηση ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος από τη μια και τους λαούς απ' την άλλη.
Ένα δεύτερο, ότι με βάση άλλους όρους, προϋποθέσεις και συσχετισμούς αντιμετωπίζονται τα ζητήματα αναμέτρησης και με άλλους τα ζητήματα διαπραγμάτευσης.
Τρίτο, ότι δεν μπορεί κανείς να αντιμετωπίζει ζητήματα που ανήκουν στη σφαίρα της αναμέτρησης με όρους διαπραγμάτευσης. Μια τέτοια λογική δεν είναι μόνο αποπροσανατολιστική και αδιέξοδη, αλλά μπορεί να έχει και δυσάρεστες συνέπειες.

Οι εκλογές και τα ζητήματα που έθεσαν
Για να έρθουμε στα σημερινά και συγκεκριμένα. Έγιναν εκλογές. Το αποτέλεσμά τους εξέφρασε την οργή του κόσμου απέναντι στην ακολουθούμενη πολιτική. Τη συνολική απόρριψή της. Το χτύπημα σε αυτή την πολιτική υπογραμίστηκε από την εκλογική συντριβή των δύο κομμάτων εξουσίας (ιδιαίτερα του ΠΑΣΟΚ) που για δεκαετίες διαχειρίστηκαν την πολιτική του συστήματος στη χώρα μας.
Ταυτόχρονα ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ σαν τον πολιτικό εκείνο σχηματισμό που μπόρεσε σε σημαντικό βαθμό να εκφράσει εκλογικά την οργή του κόσμου αλλά, ταυτόχρονα, και τις επιθυμίες του για αλλαγή της κατάστασης.
Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις το σύστημα έχει δύο (τουλάχιστον) σοβαρά προβλήματα να αντιμετωπίσει. Πρώτο, με ποια πολιτική θα κινηθεί. Δεύτερο, με ποιο πολιτικό σύστημα διαχείρισης, σε ποιες πολιτικές δυνάμεις θα στηρίξει την προώθηση της πολιτικής του. Αυτό το δεύτερο έχει με τη σειρά του ορισμένα ειδικότερα προβλήματα προς απάντηση.
Ένα είναι το άμεσο. Ποιες πολιτικές λύσεις μπορεί να προωθήσει με βάση το πολιτικό σκηνικό που διαμόρφωσαν τα εκλογικά αποτελέσματα. Δύο, και σε συνάρτηση με το προηγούμενο, πώς θα αντιμετωπίσει-χειριστεί την περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα με βάση το ενδεχόμενο επαναληπτικών εκλογών όπου υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ο ΣΥΡΙΖΑ να αυξήσει ακόμη περισσότερο τα ποσοστά του. Τρία, σε ποιες -μακροπρόθεσμα- πολιτικές λύσεις μπορεί να προσανατολιστεί, πώς θα τις προετοιμάσει και θα τις επιβάλει.

Οι σταθερές του συστήματος
Όσον αφορά την πολιτική του συστήματος, έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα και αναλυτικά στο γιατί οι στρατηγικές του κατευθύνσεις είναι δεδομένες και μη αναστρέψιμες με βάση τις εσωτερικές του λειτουργίες.
Στο ότι δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να αναπτυχθούν δυνάμεις στο πλαίσιό του που να θέλουν και να μπορούν να το στρέψουν σε άλλες στρατηγικές κατευθύνσεις. Ότι η αναζήτηση τέτοιων δυνάμεων, στην οποία συνεχώς επιδίδονται διάφορες ρεφορμιστικές δυνάμεις, αποπροσανατολίζει, παγιδεύει το κίνημα στο πλαίσιο και στις επιλογές του συστήματος.
Η εκτίμηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία με βάση την αναζωπύρωση των κάθε είδους αυταπατών που προκάλεσε η εκλογή του Ολάντ στη Γαλλία, τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει το σύστημα σε Ευρώπη και συνολικά στον κόσμο, τις πιέσεις που δέχεται, τις αντιδράσεις των λαών σε μια σειρά χώρες.
Εδώ, και με βάση αυτά, αναδείχνεται ένα πρώτο και θεμελιώδες ερώτημα. Είναι δυνατόν όλα αυτά και άλλα που δεν αναφέρθηκαν να ωθήσουν σε μια αναστροφή, σε έναν ριζικό αναπροσανατολισμό της στρατηγικής των δυνάμεων του συστήματος;
Εδώ απαιτούνται καθαρές απαντήσεις χωρίς περιστροφές και μισόλογα. Όσο μας αφορά, η απάντησή μας είναι κατηγορηματική. Όχι, δεν μπορεί. Κάποιοι άλλοι αυταπατώνται ότι μπορεί να γίνει. Όπως και να έχει, η τέτοια ή αλλιώτικη απάντηση καθορίζει και αντίστοιχους πολιτικούς προσανατολισμούς.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά το αν το σύστημα, κινούμενο πάντα στον άξονα που προαναφέρθηκε, μπορεί να προχωρήσει σε διαφοροποιήσεις, τροποποιήσεις πλευρών και εκφράσεων της πολιτικής του. Λόγου χάρη την έκδοση ευρωομόλογου, τις μειώσεις επιτοκίων, κάποιου είδους ρυθμίσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, την ανάληψη «άλλου» ρόλου από την ΕΚΤ, κάποια «αναπτυξιακά» μέτρα. (Τώρα το πώς εννοούνται και τι περιλαμβάνουν αυτά τα «αναπτυξιακά» μέτρα που μάλιστα συνδέονται με τη «βελτίωση της ανταγωνιστικότητας» των ευρωπαϊκών οικονομιών, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα, αλλά ας το προσπεράσουμε.) Θα λέγαμε ακόμη και ρυθμίσεις που θα χαλάρωναν κάπως τη θηλιά στο λαιμό των λαϊκών μαζών. (Αρκεί η θηλιά να παρέμενε στη θέση της.) Από τη μεριά μας θα απαντούσαμε ότι κάτι τέτοιο είναι μέσα στις εκδοχές των πραγμάτων. Τώρα, ποια μέτρα, πότε, πώς, πού, ας το αφήσουμε στις εξελίξεις που επίκεινται.
Σε σχέση με όλα αυτά οφείλουμε να έχουμε καθαρά ορισμένα πράγματα. Πρώτον, ότι ρυθμίσεις, τροποποιήσεις τέτοιου είδους από τη μεριά του συστήματος, είτε γίνουν με δική του πρωτοβουλία είτε στη βάση διαπραγματεύσεων που δεν αναιρούν τη στρατηγική του, όπως μπορούν να αλλάζουν προς τη μια κατεύθυνση έτσι μπορούν αύριο να αλλάξουν προς την άλλη. Πολύ περισσότερο αν προβληθούν σαν ανατροπές της πολιτικής του συστήματος, που το μόνο αποτέλεσμα που μπορεί να έχουν είναι ο εφησυχασμός, η αδρανοποίηση του κόσμου. Δηλαδή, όροι που θα επιτρέψουν στο σύστημα να προχωρήσει σε ακόμη χειρότερα μέτρα. Ακόμη περισσότερο, οφείλουμε να έχουμε καθαρό ότι τα ζητήματα που ανήκουν στη σφαίρα της αναμέτρησης μπορούν να απαντηθούν μόνο στο πεδίο και με όρους αναμέτρησης. Μόνο που αυτοί οι όροι δεν διαμορφώνονται με προεκλογικά τρικ αλλά απαιτούν άλλου είδους δουλειά και αγώνα σε βάθος χρόνου.
Παρακάμπτουμε προσωρινά το ζήτημα των άμεσων πολιτικών λύσεων (θα αναφερθούμε αμέσως μετά) γύρω από τις οποίες περιστρέφεται η συζήτηση σήμερα και οι αντίστοιχες διεργασίες, για να σταθούμε λίγο στο πρόβλημα των μακροπρόθεσμων πολιτικών λύσεων που έχει ανάγκη το σύστημα.
Αυτές συνδέονται, πρώτον, με τη μεγάλη φθορά που έχουν υποστεί τα δύο κόμματα εξουσίας, την απαξίωσή τους στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών. Στο γεγονός ότι η μεγαλύτερη φθορά τους υπήρξε στις νεότερες ηλικίες, σε αυτές δηλαδή που θα αποτελέσουν το κυρίως κοινωνικό (και εκλογικό) σώμα του αύριο. Στο ότι οι γενικότερες εξελίξεις στον κόσμο, στην Ευρώπη, συνεπώς και στη χώρα μας, διαμορφώνουν συνεχώς δεδομένα και περιπλοκές που απαιτούν αντίστοιχες πολιτικές προσαρμογές. Τέλος, χρειάζεται να υπενθυμιστεί και να υπογραμμιστεί ο καθοριστικός ρόλος και «λόγος» που οπωσδήποτε θα έχουν στο όποιο νέο «συμβόλαιο» οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που διαμόρφωσαν το συμβόλαιο του 1974. Αλλά όλα αυτά μένει να τα δούμε.

Το ζήτημα που έχει τεθεί
Το άμεσο και αυτονόητα «καυτό» ζήτημα είναι το πώς απαντιέται το πολιτικό-κυβερνητικό πρόβλημα.
Όπως είναι ευνόητο, δεν μπορούμε να προδικάσουμε τίποτε. Το ζήτημα είναι κάτι παραπάνω από περίπλοκο, ενώ την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (ημέρα Τετάρτη) οι σχετικές διεργασίες βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη.
Παίρνοντας την πρώτη «διερευνητική εντολή», ο Α. Σαμαράς έδειξε να θέλει τον σχηματισμό κυβέρνησης από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και όποιον άλλον προθυμοποιηθεί να τη στηρίξει. Ο Β. Βενιζέλος απέρριψε αυτή την εκδοχή ως αδύναμη πολιτικά, θέτοντας ως όρο τη συμμετοχή στη νέα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, άποψη που δεν απέρριψε ο Σαμαράς.
Ο ΣΥΡΙΖΑ απέρριψε και τις δύο προτάσεις για να θέσει στο τραπέζι πρόταση για κυβέρνηση της Αριστεράς. Μόνο που τέτοια πρόταση απλώς δεν υφίσταται πραγματικά. Ακόμη και αν υποθέταμε ότι συμφωνούσαν ΚΚΕ (που δεν συμφωνεί) και ΔΗΜΑΡ, ακόμη και αν συνυπολογίζαμε έως και τον Καμμένο, τα νούμερα δεν βγαίνουν. Θα χρειαζόταν η στήριξη και του ΠΑΣΟΚ, το οποίο όμως «δεν το θέλει» ο κ. Τσίπρας. Ολοφάνερα πρόκειται για πολιτικό τρικ. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι το τι επιδιώκεται με αυτό. Η επικρατούσα εκδοχή είναι ότι επιδιώκει νέες εκλογές ώστε με εύνοια και αέρα στα πανιά του ο ΣΥΡΙΖΑ να τις κερδίσει και να προωθήσει -πραγματικά πλέον- την πρόταση για κυβέρνηση της Αριστεράς.
Υπάρχει όμως και μια άλλη. Με δεδομένο ότι εκκρεμεί η συνάντηση των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς η πιθανότητα σχηματισμού κυβέρνησης από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και όποιον άλλον συναινέσει και με τη δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ να απεμπλακεί ανώδυνα. Κυριακή κοντή γιορτή και θα δούμε.
Ας ξαναγυρίσουμε ωστόσο στην εκδοχή που δείχνει και σαν η πιο ισχυρή. Ότι αυτό που επιδιώκεται είναι νέες εκλογές, που με βάση το αδιέξοδο γίνονται αναπόφευκτες. Εδώ πια είναι που δεν χωράνε κανενός είδους προβλέψεις. Μπορούν, ωστόσο, να γίνουν κάποιες υποθέσεις.
Υπόθεση πρώτη. Ο «κεντροδεξιός» λεγόμενος χώρος (ΝΔ και άλλοι) ανασυντασσόμενος και υποστηριζόμενος πολλαπλώς να βγει ενισχυμένος εκλογικά και να σχηματίσει κυβέρνηση, είτε αυτοδύναμα είτε και με στήριξη του ΠΑΣΟΚ κ.ά.
Υπόθεση δεύτερη. Ο ΣΥΡΙΖΑ βγαίνει πρώτο κόμμα και αν μάλιστα πάρει και το μπόνους των 50 εδρών (έχοντας στο μεταξύ μετασχηματιστεί από συνασπισμό σε κόμμα) μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση είτε αυτοδύναμα είτε με την υποστήριξη ΔΗΜΑΡ ή και ΠΑΣΟΚ και όποιου άλλου.
Αν επαληθευτεί η πρώτη υπόθεση, οι εξελίξεις είναι σχετικά προβλέψιμες. Η πολιτική που θα ακολουθηθεί θα είναι κατά βάση η γνωστή, ενώ στις διαπραγματεύσεις με τους «εταίρους» μας μπορεί να υπάρξουν κάποιες «βελτιώσεις», μια και το σοκ των αποτελεσμάτων της 6ης Μαΐου έχει τις επιδράσεις του σε όλες τις πλευρές.
Τα «δύσκολα» θα εμφανιστούν αν επαληθευτεί η δεύτερη. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβέρνηση πλέον, θα πρέπει να απαντήσει στο πρόβλημα που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του. Πρώτα και πάνω απ' όλα, στη βασική αντίφαση των θέσεών του, αν δεχτούμε ότι τις εννοεί πραγματικά. Δηλώνεται επανειλημμένα ότι σταθερή παραμένει η θέση για παραμονή της χώρας σε ΕΕ-ΟΝΕ. Από την άλλη μεριά, σαν κεντρικό πολιτικό του στόχο έχει θέσει την άμεση και ολοκληρωτική απόρριψη του μνημονίου και όλων όσα το συνοδεύουν.
Το ερώτημα είναι το αν και πώς συμβιβάζονται αυτά. Επειδή ένα ζήτημα είναι να λέει κανείς «ρήξη χωρίς αποκοπή» και ένα άλλο να βρίσκεται στη θέση που χρειάζεται να το υλοποιήσει ως κυβέρνηση.
Το ζήτημα είναι ότι οι ρητορείες και διακηρύξεις, ακόμη και η στήριξη που βρήκε από ένα μεγάλο μέρος του λαού, τον έχουν χρεώσει με ευθύνες από τις οποίες δεν μπορεί να απεμπλακεί ανώδυνα. Από την άλλη πλευρά, ήδη στις εμφανίσεις τους στα διάφορα πάνελ, στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ άρχισαν να μιλούν για αναδιαπραγμάτευση. Ή, σαν να λέμε, εδώ ήρθαμε.
Δεν είμαστε εμείς που θα πούμε πώς τελικά θα πολιτευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ και πού μπορεί να οδηγηθούν οι εξελίξεις με βάση τις τέτοιες ή αλλιώτικες επιλογές του. Όσο μας αφορά, μένει να δούμε ποια ζητήματα θα τεθούν και ανάλογα θα πράξουμε.
Εκείνο που παραμένει σαν αμετακίνητο δεδομένο για εμάς είναι πως αυτή την αναμέτρηση, ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος από τη μια και στον λαό από την άλλη, θα συνεχίζουμε να την αντιμετωπίζουμε σαν τέτοια που είναι. Σαν αναμέτρηση. Συνεπώς θα συνεχίσουμε αγωνιζόμενοι με σταθερότητα και επιμονή για τη διαμόρφωση μέσα στην πάλη και μέσα από την πάλη όρων που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις μιας τέτοιας αναμέτρησης.

ΣΥΡΙΖΑ
Η σύντομη άνοιξη της «αριστερής κυβέρνησης» δεν ματαιώνει τη λαϊκή οργή, την ελπίδα της μαζικής πάλης!

Την Τρίτη 8/5 και στo πλαίσιo της διερευνητικής του εντολής ο Α. Τσίπρας ανακοίνωσε τις «πέντε προϋποθέσεις» για προγραμματική συμφωνία και συγκρότηση «αριστερής κυβέρνησης» («Αυγή» 9/5). Την Τετάρτη 9/5 και πριν ολοκληρωθούν δύο 24ωρα τις είχε ήδη αποσύρει, διαπιστώνοντας πως «το όνειρο της αριστερής κυβέρνησης δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα». Επιπλέον, στη θέση των «πέντε προϋποθέσεων» έβαλε την πρόταση της «κυβέρνησης ειδικού σκοπού» που απευθυνόταν σε όλους (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ κ.λπ.) με περιεχόμενο τον «εκλογικό νόμο» και το «πάγωμα των νέων μέτρων» ως την πραγματοποίηση νέων εκλογών. Πρόταση που αντικειμενικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί τροποποιούμενη στην αναζήτηση λύσεων από τις δυνάμεις του συστήματος. Γιατί άραγε ήταν τόσο σύντομη η ζωή της πρότασης «αριστερής κυβέρνησης»; Πού πάτησε η προεκλογική εκφώνησή της και στη βάση ποιων όρων και δυνάμεων επιχείρησε να τη στηρίξει-υλοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ; Τελικά, υπάρχει πράγματι για το λαό, στις σημερινές συνθήκες και συσχετισμούς, ο δρόμος «της εκλογής αριστερής κυβέρνησης» τον οποίον ο ΣΥΡΙΖΑ θα επαναφέρει ακόμα πιο έντονα στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν;
Τα όπλα του συστήματος
Κάνοντας ο ίδιος ο Α. Τσίπρας απολογισμό των προσπαθειών για την υλοποίηση της «αριστερής κυβέρνησης», εξήγησε -με κάθε σοβαρότητα- πως αυτή δεν υλοποιήθηκε «εξαιτίας του καλπονοθευτικού νόμου, που για κάθε μία έδρα δίνει στο πρώτο κόμμα δώρο κι άλλη μία και αφήνει εκτός Βουλής κόμματα με αξιόλογη εκλογική καταγραφή. Και εξαιτίας της έλλειψης μερικών μόλις χιλιάδων ψήφων που έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στη δεύτερη θέση» («Αυγή» 10/5). Να λοιπόν τι ήταν αυτό που χώριζε τον ελληνικό λαό από την επίτευξη της «άμεσης ακύρωσης των μέτρων του Μνημονίου» από την «ακύρωση των νόμων που καταργούν τα εργασιακά δικαιώματα και τις συλλογικές συμβάσεις» και όλα τα άλλα που αναφέρουν οι «πέντε προϋποθέσεις-άξονες» που θα υλοποιούσε η «αριστερή κυβέρνηση»! Ηταν ο καλπονοθευτικός νόμος ή/και οι «λίγες χιλιάδες ψήφοι παραπάνω» που αν τις είχε ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπαιρνε αυτός το μπόνους των 50 εδρών και τότε θα ήταν εφικτή η «αριστερή κυβέρνηση»!
Ομολογουμένως η «αφήγηση» αυτή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στα όρια της ιλαρότητας, καθώς εμφανίζει την αποτίναξη ενός μέρους από τα βαριά δεσμά υποδούλωσης και καταλήστευσης της χώρας και των εργαζομένων σαν μια υπόθεση σχεδόν τεχνική. Με βάση αυτή την εξήγηση πρέπει περίπου να αντιληφθούμε πως ο –πράγματι- καλπονοθευτικός νόμος αποτελεί βασικό θεμέλιο της επιβολής τής ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και της κυριαρχίας του κεφαλαίου στη χώρα μας! Αλλά ακόμα και έτσι, και αν πάρουμε στα σοβαρά αυτή την εξήγηση για την «ατυχία μας» να μην απαλλαγούμε έτσι γρήγορα και εύκολα από τόσα δεινά, ο καθένας θα μπορούσε να ρωτήσει: Μήπως δεν είναι ένα από τα όπλα του συστήματος αυτό το εκλογικό σύστημα; Και –κυρίως- αν με την πάλη μας καταφέρουμε να το ακυρώσουμε ή αν με την ψήφο μας καταφέρουμε να το αχρηστεύσουμε, δεν είναι φανερό ότι θα βρούμε μπροστά μας άλλα, πολύ πιο βαριά «όπλα», ακόμα και όπλα;
Οχι λοιπόν! Ο ιμπεριαλισμός και το κεφάλαιο δεν στηρίζουν την καταλήστευση των χωρών και των εργαζόμενων μαζών στους εκλογικούς νόμους τους. Η ταξική τους κυριαρχία και επιβολή δεν μπορεί να ανατραπεί από «εκλογικά ατυχήματα», ούτε εμπεδώνεται από τους συγκεκριμένους όρους και μορφές με τις οποίες ασκείται κάθε φορά η πολιτική τους εξουσία. Ολα αυτά παίζουν το ρόλο τους, δημιουργούν επιπλοκές ή δυνατότητες, αλλά δεν καθορίζουν τις επιλογές του συστήματος. Ιδιαίτερα στη σημερινή φάση της κρίσης και της άγριας επίθεσης, ο λαός δεν μπορεί να ανατρέψει την επίθεση και να κατακτήσει δικαιώματα χωρίς τη μαζική, οργανωμένη, αποφασιστική πάλη του. Χωρίς δηλαδή να αλλάζει τον ταξικό συσχετισμό δύναμης και σε αυτή τη βάση να αλλάζει και τον πολιτικό συσχετισμό ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος και τις αριστερές-επαναστατικές δυνάμεις που η ίδια η λαϊκή πάλη συγκροτεί και αναπτύσσει.
Οι σύμμαχοι του ΣΥΡΙΖΑ
Το «σχέδιο» της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ -και όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ- αυτή τη βασική πλευρά την «παραλείπει», στην πραγματικότητα την ξορκίζει. Ο παράγοντας λαός στο όλο φόντο υπάρχει ως «ψηφοφόρος» που θα αναδείξει στις εκλογές την «αριστερή κυβέρνηση». Πριν από αυτές θα κάνει βέβαια «διαμαρτυρίες» που θα προετοιμάζουν τη λύση των εκλογών. Και μετά τις εκλογές, με νέες «διαμαρτυρίες» θα προετοιμάσει τη μάχη των επόμενων εκλογών…
Ακόμα και αν κάποιος ήθελε να συμμεριστεί τη λογική της «μάχης» που έδωσε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αυτές τις δύο μέρες που επιδίωξε την «αριστερή κυβέρνηση», δεν θα μπορούσε παρά να απογοητευτεί για τους όρους και τους συμμάχους με τους οποίους επέλεξε να την επιδιώξει. Η «στήριξη στην κοινωνία», για την οποία τόσο πολύ μίλησε ο Α. Τσίπρας, δεν ήταν βέβαια καλέσματα σε διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις των εργαζομένων και της νεολαίας! Τέτοια «εξτρεμιστική» ιδέα –που εξάλλου δεν αποτελεί μέρος των «συνταγματικών διαδικασιών»- ούτε που πέρασε από τα μυαλά της ηγεσίας που υποτίθεται πάλευε για την «ακύρωση των μέτρων του Μνημονίου». Η στήριξη που αναζήτησε ο Α. Τσίπρας ήταν στις ξεπουλημένες και υποταγμένες ηγεσίες της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, στους ξεφωνημένους εργατοπατέρες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ που ενίοτε -σε άλλες περιπτώσεις και για μια σειρά δικούς τους λόγους- του κάνουν τη χάρη να συνυπογράφουν «διαμαρτυρίες». Τώρα, φυσικά, του γύρισαν την πλάτη. Οσο για την πολιτική στήριξη της «αριστερής κυβέρνησης», αυτή αναζητήθηκε στα στελέχη του ΠΑΣΟΚ «με πολιτικά» (ΔΗΜΑΡ), στα ριγμένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ (Κοινωνική Συμφωνία), στα υποψήφια στελέχη του ΠΑΣΟΚ (Οικολόγοι) και σε «ένα άλλο» ΠΑΣΟΚ χωρίς το Βενιζέλο, όπως χαρακτηριστικά δήλωναν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ! Ολα αυτά τα τερτίπια και τα ανοίγματα -μαζί με την απεύθυνση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ- είναι ένα κράμα αυταπατών και μετεκλογικών-προεκλογικών χειρισμών μιας πρότασης που δεν είχε και δεν έχει πού να σταθεί.
Ομως η πιο αποκαλυπτική κίνηση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ -για το περιεχόμενο και τους όρους που σήμερα έχει μια πρόταση «αριστερής κυβέρνησης»- και η οποία αφορά τον πυρήνα της πολιτικής άποψης του χώρου αυτού, ήταν το αίτημα του Α. Τσίπρα για συνάντηση με τον πρόεδρο της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ! Αυτό θα ήταν το «βαρύ χαρτί» που θα νομιμοποιούσε και -γιατί όχι- θα εγκαθίδρυε την κατά Τσίπρα αριστερή κυβέρνηση στη χώρα! Φυσικά, το Παρίσι αρνήθηκε να συναντηθεί με τον έχοντα τη διερευνητική εντολή πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, είναι βέβαιο πως οι ηγεσίες της λεγόμενης «ευρωπαϊκής Αριστεράς» δεν θα πάψουν ποτέ να κάνουν «Βάρκιζες», και μάλιστα τώρα πια χωρίς καν να έχουν επιχειρήσει να συγκροτούν κίνημα και μάχες. Ομως ο κόσμος της Αριστεράς αλλά και όλος ο εργαζόμενος λαός στη χώρα πρέπει ξανά να αναρωτηθεί: Μπορούμε να κατακτήσουμε ξανά τις συλλογικές μας συμβάσεις, τους μισθούς μας, τα δικαιώματά μας, με μια «αριστερή κυβέρνηση» που θα έχει «πολιτικό χορηγό» τον πρόεδρο της ιμπεριαλιστικής Γαλλίας - ή όποιας άλλης ιμπεριαλιστικής χώρας;
«Κλεμμένη» δύναμη
Με βάση όλα τα παραπάνω εμείς θεωρούμε πως η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάστηκε και απέτυχε! Απέτυχε όχι γιατί δεν έγινε η «αριστερή κυβέρνηση» στο διάστημα που ο Α. Τσίπρας είχε τη διερευνητική εντολή αλλά γιατί αποδείχτηκε πως σε αυτή τη φάση με το δοσμένο συσχετισμό δυνάμεων μια τέτοια πρόταση δεν μπορεί να υλοποιηθεί! Δεν παραγνωρίζουμε ούτε τη φασαρία που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έκανε πριν και μετά τις εκλογές με την πρόταση αυτή ούτε, πολύ περισσότερο, τις ελπίδες που αισθάνθηκε ένας κόσμος σε σχέση με τις «πιθανότητες» της πρότασης αυτής. Εξάλλου ο θόρυβος που ξεσήκωσε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά αλλά και κυρίως μετεκλογικά είχε μια βάση αναφοράς. Αυτή δεν ήταν άλλη από την ευρύτατη οργή του λαού, από την ανάγκη του να αρνηθεί τη βάρβαρη πολιτική που εφάρμοσαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, ιδιαίτερα τα δυόμισι τελευταία χρόνια. Αυτή την οργή «έκλεψε» η πρόταση της «αριστερής κυβέρνησης», που υποσχέθηκε ότι εύκολα και γρήγορα μπορεί να λύσει βασικά λαϊκά προβλήματα. Υποσχέθηκε μια άμεση εφαρμογή του ειρηνικού δρόμου σε συνθήκες του πιο άγριου ταξικού πολέμου. Υποσχέθηκε πως θα αποσπάσει –σε αυτές τις συνθήκες- τη φιλολαϊκή συναίνεση των επιτιθέμενων στην εργατική τάξη και στο λαό. Δεν απέσπασε τη συναίνεση, λοιπόν, όχι γιατί δεν είχε αρκετές έδρες. Θα λέγαμε μάλιστα ότι διευκολύνθηκε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να σώσει τα προσχήματα από το γεγονός ότι «δεν έβγαιναν τα κουκιά» της «αριστερής κυβέρνησης». Ή, αλλιώς, ότι αν προέκυπτε καλύτερος ο εκλογικός-κοινοβουλευτικός συσχετισμός για τον ΣΥΡΙΖΑ, η ηγεσία του θα υποχρεωνόταν σε ακόμα βαρύτερες «ομολογίες» από αυτές που ήδη έκανε για το ποια «αριστερή κυβέρνηση» εννοεί και μπορεί να κάνει.
Η οργή λοιπόν είναι «κλεμμένη» γιατί δεν μπορεί να μετατραπεί, να μετασχηματιστεί σε αυτό που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε στο λαό. Σε λύσεις στα προβλήματά του, με τον ίδιο το λαό αδρανή, αμέτοχο, ψηφοφόρο. Ταυτόχρονα, αυτή η ψεύτικη υπόσχεση, η ματαίωση των ελπίδων που τόσο έντονα ξορκίζει για ευνόητους λόγους ο Α. Τσίπρας, δημιουργεί προφανείς κινδύνους. Οχι κυρίως εκλογικούς. Κινδύνους να δημιουργηθεί η αίσθηση αδιεξόδου σε ευρύτερα λαϊκά τμήματα που επένδυσαν στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ. Και σε κάθε περίπτωση η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ συσκοτίζει τα πραγματικά δεδομένα του ζητήματος. Θολώνει το πεδίο για το λαό. Ποιοι είναι απέναντί μας και σε ποιο πεδίο θα τους αντιμετωπίσουμε; Αυτό το ερώτημα είναι ανάγκη να δυναμώνει ως κριτήριο στη λαϊκή-εργατική σκέψη και οργή, στην αμφισβήτηση που κατά κύματα διαπερνά τη νεολαία. Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να «βιαστούμε». Να προωθήσουμε δηλαδή αποφασιστικά το σύνολο των διεργασιών και των όρων για την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης και τη συγκρότηση του Μετώπου Αντίστασης.