Το ιστολόγιο της Προλεταριακής Σημαίας παύει να λειτουργεί. Από αυτό το Σαββατοκύριακο συγχωνεύεται με την ιστοσελίδα του ΚΚΕ(μ-λ) σε μια νέα κοινή ιστοσελίδα της οποίας η διεύθυνση θα είναι η http://www.kkeml.gr/.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Ιαν 2014

Ποιο είναι το επίδικο; Υπάρχει τάχα;
Κριτικές προσεγγίσεις και Προγραμματική Πρόταση στο πρόσφατο συνέδριο του ΝΑΡ

Το συνέδριο του ΝΑΡ που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα συνοδεύτηκε από μία μεγάλη προσυνεδριακή διαδικασία όπου αναπτύχθηκε ένας έντονος κριτικός προβληματισμός γύρω από τις προτεινόμενες προγραμματικές θέσεις. Να σημειωθεί εδώ πως είναι αρκετά ενδιαφέρον που στελέχη «πρώτης γραμμής» της οργάνωσης τοποθετήθηκαν πολλές φορές κριτικά πάνω στην αρχική εισήγηση στα πλαίσια αυτής της προσυνεδριακής διαδικασίας. Κι αυτό είναι μια θετική πίστωση που πρέπει να αναγνωριστεί. Είναι όμως αρνητικό πως αυτός ο προβληματισμός δεν βρήκε διαδρόμους συνέχισης μέσα στο ίδιο το συνέδριο. Όχι τυχαία, καθώς εκεί επαναβεβαιώθηκε όλη η ιδεολογικοπολιτική βάση της οργάνωσης που- σύμφωνα με την άποψη που εκτίθεται εδώ- θα έπρεπε να αποτελέσει το αντικείμενο μιας ριζικής επανατοποθέτησης, μιας αλλαγής προσανατολισμού. Δεν πρόκειται για μια εύκολη υπόθεση για κανέναν, οργάνωση ή άτομο, η προσπάθεια να επανεκτιμηθούν ουσιαστικά και με όλες τις συνέπειες που απορρέουν, τα μέχρι σήμερα εργαλεία ανάλυσης της πραγματικότητας. Πρόκειται όμως για μια αναγκαία διαδικασία αν θέλουμε οι οδύνες μας όχι μόνο να κυοφορούν αλλά και να γεννούν… όρη (και όχι ποντικούς) σε μια εποχή που υπάρχει ανάγκη ανάτασης της αριστερής σκέψης. Η ανάταση, βέβαια, απαιτεί πρώτα απ όλα ισχυρή… γείωση με την καπιταλιστική πραγματικότητα. Πως θα εκτιναχθείς στα ύψη αν το άλμα σου δεν πατά γερά; Η διαλεκτική για άλλη μια φορά βρίσκεται μπροστά μας επιβάλλοντας περιορισμούς αλλά και δυνατότητες (ή καλύτερα δυνατότητες μέσω των περιορισμών και ακριβώς γιατί αυτοί οι περιορισμοί υφίστανται).

ΣΥΡΙΖΑ: ολοκληρωτική επένδυση στην κάλπη

«Ζήσε Μάη μου…» ή να ανθίσει η Αντίσταση

«(…)η κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί να αντέξει πολύ. Δεν πιστεύω ότι θα μπορούν να συνεχίζουν για πολύ με αυτά τα παραμυθάκια και τους εκβιασμούς. Νομίζω ότι θα πάμε σε έναν χειμώνα ο οποίος θα είναι ο σκληρότερος χειμώνας που έχει συναντήσει η χώρα από την μεταπολίτευση και μετά, αλλά την άνοιξη θα έχουμε και άνοιξη στις πολιτικές εξελίξεις(…)».

«(...)Οι εκλογές το 2016 είναι το δώρο που επιθυμεί η κυβέρνηση να φέρει ο Άγιος Βασίλης. Αλλά οι εκλογές θα γίνουν το 2014. Το 2014, έχω πει κι άλλη φορά, είναι το έτος μηδέν, το έτος όπου θα μηδενίσει το κοντέρ της κατάρρευσης και θα ξεκινήσουμε βήμα το βήμα, με ενωμένο τον λαό, την προσπάθεια για την ανοικοδόμηση της χώρας… Δεν θα έχει πλέον εντολή διακυβέρνησης η ελληνική κυβέρνηση, εάν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές του Μαΐου(…)»

Τα δύο παραπάνω αποσπάσματα από δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα έχουν χρονική απόσταση ενός χρόνου. Φθινόπωρο του 2012 το πρώτο, Δεκέμβρης του 2013 το δεύτερο. Αποτελούν όμως χαρακτηριστικό δείγμα της λογικής, του προσανατολισμού που κινήθηκε και κινείται ο ΣΥΡΙΖΑ. Μια κατεύθυνση που «βλέπει» στις εκλογές και μόνο σ’ αυτές το τέλος της «ανθρωπιστικής κρίσης στη χώρα αλλά και στην Ευρώπη»(!). Αν η άνοιξη του 2013 δεν έκανε πραγματικότητα την πρόβλεψη Τσίπρα, ο Μάης του 2014 και οι τρεις (τουλάχιστον) εκλογικές αναμετρήσεις που θα διεξαχθούν τότε (Ευρωεκλογές-Περιφερειακές-Αυτοδιοικητικές) δίνουν τη δυνατότητα να ευοδωθούν οι πόθοι του.
Μέσα από αυτό το πλαίσιο τα «πάντα-όλα» προσαρμόζονται και τελικά υποτάσσονται από το ΣΥΡΙΖΑ στο στόχο των εκλογών. Έτσι οι κινηματικές αναφορές είτε επενδύονται στην άγρα ψήφων είτε περιορίζονται ή και εξαφανίζονται ολότελα αν υπάρχει κίνδυνος να αναταράξουν τη πορεία προς την κάλπη. Βέβαια αυτή η πολιτική προσαρμογή παράγει συγκεκριμένα πολιτικά οφέλη για το χώρο του:
Δρα συσπειρωτικά στο εσωτερικό του. Σε μια περίοδο που η δεξιόστροφη-σοσιαλδημοκρατική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνεται και οι ενστάσεις-διαφωνίες που εμφανίστηκαν και στην τελευταία Κ.Ε. αλλά και στις συζητήσεις για Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς και την υποψηφιότητα Τσίπρα για την προεδρία της Κομισιόν (από Αριστερή Πλατφόρμα και άλλους) εκδηλώνονται όλο και πιο έντονα, συνιστούν και μπρος στον εκλογικό στόχο μια εσωτερική συζήτηση–διαφωνία. Και ουσιαστικά αποδέχονται όλες τις δεξιές μετατοπίσεις της ηγεσίας για να μην «αξιοποιηθούν από το μνημονιακό μπλοκ οι διαφωνίες του» (Λαφαζάνης) και διαταραχθεί η πορεία προς την κυβερνητική εναλλαγή. Και τελικά η στάση αυτή παίζει το ρόλο του αναχώματος, παγιδεύοντας ένα δυναμικό στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ που σέρνεται μαζί του ενώ θα μπορούσε να αποστασιοποιηθεί από τη αστικοποιούμενη πολιτική του.
Επίσης δίνει τη δυνατότητα στο ΣΥΡΙΖΑ να χειριστεί τις πιέσεις που προκύπτουν από τις διεργασίες για ανασύσταση του χώρου της κεντροαριστεράς. Το άμεσο πολιτικό πρόταγμα των εκλογών συγκρινόμενο με το αιωρούμενο εγχείρημα της ντόπιας «ελιάς», του δίνει τη δυνατότητα να περιφρουρεί τόσο την εκλογική του δεξαμενή αλλά και τον προσεταιρισμό στελεχών ΠΑΣΟΚικής καταγωγής συγκροτώντας ένα Φόρουμ, όπως δηλώθηκε, προσωπικοτήτων που δορυφορικά θα κινείται γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Και ο λαός στον ρόλο του θεατή των εξελίξεων…
«Κοντοζυγώνει η ώρα που αντί να καθαρίζετε τα γραφεία τους, θα καθαρίσετε και εσείς και όλοι μαζί -το λαϊκό κίνημα- την τρόικα και την κλεπτοκρατία από αυτή τη χώρα», δήλωση του Αλέξη Τσίπρα στη συνάντησή του με τις καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών. Και αυτή η «καθαριότητα» θα προκύψει από την κάλπη, έτσι απλά και εύκολα. Αν η μια πλευρά της ανάγνωσης αυτής της θέσης είναι η ευκολία της προτεινόμενης λύσης, που ανώδυνα και χωρίς κόπο και θυσίες θα μας απαλλάξει από ιμπεριαλιστές και αστούς, μ’ άλλα λόγια το εμπόριο ελπίδας που πλασάρεται στο κόσμο που σπρώχνεται στην εξαθλίωση, η άλλη πλευρά -που είναι και η πιο σημαντική- είναι η αδράνεια, η παράλυση που προκύπτει ως αποτέλεσμα για τους εργαζόμενους, τη νεολαία, συνολικά για το λαϊκό κίνημα.
Πριν το Μάη των εκλογικών αναμετρήσεων υπάρχει ο Γενάρης των διαθεσιμοτήτων στην υγεία. Ο Φλεβάρης των διαθεσιμοτήτων στους ΟΤΑ, ο Μάρτης των απολύσεων των εκπαιδευτικών που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα τον Ιούλιο. Μέχρι το Μάη υπάρχουν νέα κλεισίματα οργανισμών και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, υπάρχει πολλή φτώχεια και εξαθλίωση. Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι και αιτίες για να ξεσηκωθεί ο κόσμος που στενάζει για να υπερασπιστεί την εργασία του, την περίθαλψή του, τη μόρφωση των παιδιών του, τη ζωή του ολόκληρη τελικά. Σ’ αυτή την αναγκαιότητα αλλά και τη δυνατότητα μαζικού ενωτικού αγώνα και συγκρότησης μετώπου αντίστασης και πάλης εναντιώνεται η λογική του «ώριμου φρούτου» που θα περιμένουμε να πέσει. Αυτή την αναγκαιότητα-δυνατότητα υπονομεύει η πρόταση παρηγοριάς του ΣΥΡΙΖΑ «ότι θα προσλάβει όσους απολυθούν όταν γίνει κυβέρνηση». Αυτή η προσαρμογή στον εκλογικό στόχο που απαιτεί πολλές κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες (πρόταση μομφής-εξεταστικές κλπ) αλλά θυσιάζει κινηματικές έχει ήδη δημιουργήσει στις συνειδήσεις αρκετών εργαζομένων και αγωνιστών, στο φόντο των ηττών που έχουν συσσωρευτεί, την παράλυση και τη προσμονή της κάλπης. Στους χώρους της εκπαίδευσης και της υγείας που αναπτύχθηκαν αγώνες τα προηγούμενο διάστημα και σήμερα απαιτείται η συνέχεια τους, η κουβέντα «ότι τελειώνουν τα ψωμιά τους το Μάη» πολλές φορές φαντάζει κυρίαρχη.
Επιτακτική ανάγκη λοιπόν να σπάσει η αναμονή-προσμονή της κάλπης, να χτυπηθούν οι εκλογικές αυταπάτες, να γίνουν άμεσα και γρήγορα βήματα συγκρότησης της πάλης του λαού. Επείγει η ανάπτυξη αγώνων με διάρκεια και μαζικότητα που θα ανατρέψουν την επίθεση. Καθήκον που δε χωρά αναβολή και που οι δυνάμεις της Λαϊκής Αντίστασης - ΑΑΣ πρέπει να συμβάλει τα μέγιστα, είναι η αδράνεια και η παράλυση, δηλαδή η υποταγή, να δώσουν τη θέση τους στην οργανωμένη διεκδίκηση.
Η άνοιξη να φέρει την άνθιση της αντίστασης και των αγώνων, το πεδίο των μικρών και μεγάλων μαχών της ταξικής σύγκρουσης όπου τελικά διαμορφώνονται και οι υλικοί όροι της ανασυγκρότησης του εργατικού, επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος που κανένα κυβερνητικό πρόγραμμα δεν μπορεί να προσπεράσει.

18 Δεκ 2013

ΚΚΕ: αλύγιστα και συστηματικά στην αναχώρηση

Η δεξιά μετατόπιση της αριστεράς στο πλαίσιο των αρνητικών συσχετισμών και της όξυνσης της επίθεσης
Είναι σαφές πως η φάση που διανύουμε, ιδιαίτερα μετά το σπάσιμο της απεργίας διαρκείας των εκπαιδευτικών, χαρακτηρίζεται από την απουσία μαζικών λαϊκών αντιστάσεων, την ώρα που η πιο βάρβαρη αντιλαϊκή επίθεση όχι μόνο δεν ανακόπτεται αλλά κλιμακώνεται. Όμως, οι πιο σπουδαίες σελίδες της λαϊκής πάλης και της σύγκρουσης με δεδομένη την επίθεση σίγουρα βρίσκονται μπροστά. Το γεγονός πως οι σημαντικές μάχες στο πλαίσιο της σύγκρουσης των λαϊκών δυνάμεων με το σύστημα των δύο τριών τελευταίων χρόνων έχουν, στη συγκυρία που διανύουμε, ανακοπεί, δεν είναι ανεξήγητο.

17 Δεκ 2013

ΣΥΡΙΖΑ: Δεν αρκούν οι διαβεβαιώσεις στο κεφάλαιο…!

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλ. Τσίπρας έχουν ξεκινήσει εδώ και κάποιο διάστημα να διαβεβαιώνουν προς όλες τις κατευθύνσεις, μέσα και έξω από την χώρα, ότι αποτελούν την επόμενη κυβέρνηση και μάλιστα με μεγάλη πλειοψηφία και αυτοδύναμη. Έχοντας εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό κάθε κινηματικό «προφίλ», πράγμα για το οποίο δέχονται ισχυρή κριτική στο εσωτερικό τους, προσπαθούν μέσα από θεσμικά βάθρα να «ανατρέψουν» την κυβέρνηση, με τον ισχυρισμό ότι αποτελούν την μοναδική εναλλακτική λύση για την ανάληψη της κυβερνητικής διαχείρισης. Βέβαια κατανοούν και οι ίδιοι ότι έχουν ακόμη μεγάλη απόσταση να καλύψουν ώσπου να ανάψει το «πράσινο φως» από τα κέντρα του συστήματος σε μια τέτοια προοπτική.
Δεν είναι μόνο η ολόπλευρη στήριξη στο «πολιτικό κέντρο» Σαμαρά από τους ιμπεριαλιστές, που έχει αποδειχθεί σίγουρη επιλογή για την υλοποίηση της ολομέτωπης επίθεσης στο λαό. Είναι και το γεγονός ότι τα ίδια κέντρα δεν έχουν εγκαταλείψει τα σχέδιά τους για την ανασύσταση της λεγόμενης κεντροαριστεράς με συνεχείς προσπάθειες, οι οποίες και θα ενταθούν ενόψει ευρωεκλογών, στις οποίες εκτός των άλλων, θα γίνει και το πιο σοβαρό γκάλοπ για μέτρηση των δυνάμεων εκτός ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ.
Με τα μέχρι τα σήμερα δεδομένα μπορούμε να πούμε ότι τα παραπάνω αποτελούν τις κύριες πλευρές των χειρισμών σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής για την όποια αναμόρφωση του αστικού πολιτικού προσωπικού, τόσο για το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο όσο και για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Γερμανίας, της ΕΕ και των ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, όμως, τόσο τα αδιέξοδα της ντόπιας αστικής κεφαλαιοκρατικής τάξης όσο κυρίως η πρωτοφανής φθορά του αστικού πολιτικού κόσμου απέναντι στον λαό, παρά το γεγονός ότι περνάει κάθε μέρα όλο και πιο βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα, αφήνουν ανοικτό το ζήτημα μιας άλλης επιλογής, στην περίπτωσή μας, αυτής του ΣΥΡΙΖΑ. Πιέζουν συστηματικά και με όλους τους τρόπους να τον δεσμεύσουν σε όλα τα βασικά ζητήματα μιας κυβερνητικής διαχείρισης, από τις σχέσεις με το κεφάλαιο έως το κεντρικό ζήτημα των όρων της εξάρτησης τόσο από ΕΕ όσο και από ΗΠΑ – ΝΑΤΟ. Και είναι γεγονός ότι βρίσκουν γρήγορη και σημαντική ανταπόκριση από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία όλο και περισσότερο κατανοεί τις αποστάσεις που πρέπει να καλύψει. Από τις διαβεβαιώσεις στο Τέξας για την παραμονή στην ΕΕ, φτάνουμε στην έκκληση για «συστράτευση» στον επιχειρηματικό κόσμο, στην ομιλία του Αλ. Τσίπρα στο ελληνοαμερικανικό επιμελητήριο, για να μείνουμε μόνο στα τελευταία.
Η γρήγορη προσαρμογή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ στις απαιτήσεις και τις επιταγές του συστήματος συναντάει εμπόδια στο εσωτερικό του που έχουν επιπτώσεις και βάζουν σε δοκιμασία την ολόπλευρη ανάπτυξη των σχέσεών του με όλους αυτούς που επείγονται για την λήψη εγγυήσεων.
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται μπροστά στην δυσκολία, ίσως για πρώτη φορά με τέτοια ένταση μετά την αποχώρηση Αλαβάνου, να αντιμετωπίσει το εσωτερικό του πρόβλημα που του δημιουργεί ζητήματα για την πολιτική του φυσιογνωμία, με κυριότερο αυτό της «Αριστερής Πλατφόρμας» και του Π. Λαφαζάνη. Και μπορεί ο Αλ. Τσίπρας να πήρε την πλειοψηφία στην τελευταία ΚΕ (8/12) για να ξεκινήσει το ευρωπαϊκό του ταξίδι σε Στρασβούργο, Βρυξέλλες και Μαδρίτη -όπου στο 4ο συνέδριο του ΚΕΑ (Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς) ανακηρύχθηκε και επίσημα υποψήφιος για πρόεδρος της κομισιόν, στις επόμενες ευρωεκλογές- τα προβλήματα όμως που άφησε πίσω του δεν είναι μικρά. Τα μέλη της «Αριστερής Πλατφόρμας» στην ΚΕ καταψήφισαν την πολιτική απόφαση και κάποιοι μέχρι πρότινος ακραιφνείς υποστηρικτές του, όπως τα στελέχη της ΚΟΕ που ψήφισαν λευκό, είναι στοιχεία που δείχνουν ότι το πράγμα έχει «ξεφύγει» και δεν γίνεται αποδεκτή ούτε η ταχύτητα ούτε το εύρος της προσαρμογής που επιχειρεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι φανερό ότι, στην σημερινή φάση, δεν είναι εύκολο να ξεπεραστούν αυτά τα «εμπόδια» γιατί αποτελούν τους όρους και το «υλικό» με το οποίο συγκροτήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μέχρι τώρα η ηγεσία κατόρθωνε να τους «ρυμουλκεί» με διάφορους τρόπους και χειρισμούς, αξιοποιώντας και τον οπορτουνισμό που περισσεύει στα στελέχη και τους παράγοντες αυτού του χώρου. Σήμερα όμως αποδεικνύονται «βαρίδια» τόσο εσωκομματικά όσο κυρίως, και εκεί έχει την μεγαλύτερη σημασία, στις σχέσεις και τους όρους που θέλει να οικοδομήσει με τις δυνάμεις του συστήματος, μέσα και έξω από την χώρα. Είναι σίγουρο ότι γίνεται προσπάθεια, μέσω της σιγουριάς για την κατάχτηση της κυβερνητικής διαχείρισης, να δοθεί το μήνυμα και στο εσωτερικό του κόμματος και ιδιαίτερα σε όσους κάνουν κριτική για «δεξιά στροφή», ότι πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους γιατί με την στάση τους μπορεί να είναι υπεύθυνοι για την ανακοπή αυτής της προοπτικής. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι, για όλες τις πλευρές, ένα από τα συγκολλητικά στοιχεία μέσα σε αυτό το κόμμα αποτελεί πλέον και η προοπτική για «κυβέρνηση της αριστεράς» στην οποία έχουν συνταχθεί και θεωρούν ότι έχει την πρωτεύουσα σημασία και αξία. Αυτός ο χειρισμός και οι πιέσεις που ασκεί, στο εσωτερικό του, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει και τα όριά της τα οποία θα διευρύνονται ή θα στενεύουν ανάλογα με τις εξελίξεις των σχέσεων που αναπτύσσει με τις βασικές δυνάμεις του συστήματος. Για να το πούμε ξεκάθαρα, κάθε αμφισβήτηση της κεντρικής κατεύθυνσής του για πλήρη ενσωμάτωση και την μετάλλαξή του σε συστημική δύναμη θα αντιμετωπίζεται ανάλογα, με την εξέλιξη αυτής της κατεύθυνσης και των απαιτήσεων που κάθε φορά αυτή θα επιβάλλει. Έτσι μπορεί πολύ εύκολα και γρήγορα να αποκαλυφθεί ότι «ο πλούτος των ιδεών και της εσωτερικής αντιπαράθεσης» αποτελεί φρένο για την «σωτηρία της χώρας από την ανθρωπιστική κρίση» και να απαιτηθεί είτε «σιωπητήριο» είτε έξοδος από το κόμμα.
Από την άλλη πλευρά, οι δυνάμεις, τα στελέχη και κυρίως οι παράγοντες που συγκροτούν την «Αριστερή Πλατφόρμα» βρίσκονται σε δυσχερή θέση και δίνουν, με ένταση είναι η αλήθεια, κάποιες μάχες στο εσωτερικό του κόμματος, που όμως είναι μάχες οπισθοφυλακής. Κατανοούν ότι έχουν εγκλωβιστεί, με δική τους αποκλειστική ευθύνη, σε ένα πολιτικό «όχημα» που κινείται σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που θεωρούσαν ότι μπορούσαν να το «δρομολογήσουν». Οι τοποθετήσεις για πάλη ενάντια στην ΕΕ και έξοδο από το ευρώ, για το νέο κύμα ριζοσπαστικοποίησης που έχει ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ, η ανακάλυψη ότι η σύμπλευση με το ΚΕΑ θα δέσει ακόμα περισσότερο το κόμμα στο άρμα του «ευρωπαϊκού προσανατολισμού», οι καταγγελίες για το διαζύγιο με το κίνημα, όση πραγματική βάση και διάθεση έχει από αυτούς που γίνονται, άλλο τόσο μεγαλώνει τις ευθύνες τους για τον εγκλωβισμό ενός σημαντικού αγωνιστικού δυναμικού σε αυτό τον χώρο.
Απέναντι στην «συστράτευση» κεφαλαίου και ιμπεριαλιστών με την «κυβέρνηση της αριστεράς» που προωθεί ο Αλ. Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, η «Αριστερή Πλατφόρμα» αντιπαραθέτει την «προοδευτική ανατροπή με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό». Κεντρικό σημείο άλλωστε της τελευταίας αποτελεί η «επιτυχής διακυβέρνηση της αριστεράς», με την υλοποίηση του γνωστού «μεταβατικού προγράμματος» που χωρίς ανατροπή της αστικής εξουσίας θα «ανοίξει» τον δρόμο για τον σοσιαλισμό. Η προσπάθεια συγκρότησης μίας μόνιμης «αριστερής αντιπολίτευσης» στα πλαίσια του «εργατικού κόμματος» είναι μία παλιά συνταγή του οπορτουνισμού που, έχοντας ξεκόψει από την επαναστατική κατεύθυνση και την ανάληψη της ευθύνης για την συγκρότηση αυτόνομου από το σύστημα και το ρεφορμισμό εργατικού-λαϊκού κινήματος αντίστασης, διεκδίκησης και ανατροπής, αναζητεί την σιγουριά και την νομιμότητα στην θαλπωρή της «κυβερνώσας αριστεράς». Όμως, από την μία πλευρά, η ένταση της επίθεσης του συστήματος, που τροφοδοτείται από την αθεράπευτη κρίση του, θα αναδεικνύει όλο και περισσότερο τα αδιέξοδα όλων αυτών των κατευθύνσεων. Από την άλλη, αυτά τα αδιέξοδα θα τροφοδοτούν και την αποδέσμευση ενός αγωνιστικού δυναμικού. Αυτή η προοπτική βέβαια θα κρίνεται όχι μόνο αντικειμενικά από τις συνθήκες που το ίδιο το σύστημα και η πολιτική δημιουργούν, όχι μόνο από την πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση αλλά κυρίως από την δυναμική που μπορούν να αναπτύξουν μέσα στον εργαζόμενο λαό οι αριστερές και κομμουνιστικές δυνάμεις που θέλουν να πάνε κόντρα στον ρεφορμισμό και στην συνδιαχείριση.

6 Δεκ 2013

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, το φάντασμα της… «δυαδικής εξουσίας»
Με αφορμή τη συζήτηση και τα υλικά που δημοσιεύτηκαν για την Β' συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα κυκλοφορήσει σύντομα μπροσούρα του Β. Σαμαρά. Η ΠΣ προδημοσιεύει κάποια αποσπάσματα από αυτήν που αναφέρονται σε βασικές πλευρές αυτής της συζήτησης.

[...]

Η «ενότητα» των αντιθέτων
[...] Πριν προχωρήσουμε στην παράθεση των απόψεων που εκτίθενται μέσω των διαφόρων παρεμβάσεων, ας ξεκινήσουμε με ένα απόσπασμα από την παρέμβαση της Αριστερής Αντικαπιταλιστικής Συσπείρωσης (ΑΡΑΣ) που αναφέρεται σε «ορισμένα συμπεράσματα» από τη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ:

«Όμως όπως φάνηκε και από τη Β' Συνδιάσκεψη, το πρόγραμμα αυτό αντιμετωπίζεται με διαφορετικές οπτικές από τις διαφορετικές δυνάμεις στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ως προς το χαρακτήρα του και ως προς τον τρόπο προώθησής του. Φάνηκαν δύο οπτικές, με μικρότερες ή μεγαλύτερες παραλλαγές στο εσωτερικό τους. Η πρώτη θεωρεί -ή αντικειμενικά καταλήγει- ότι το μεταβατικό πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοσθεί μόνο μετά την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, δηλαδή ότι η εφαρμογή ταυτίζεται με μια πρώτη φάση σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. [...] Η δεύτερη οπτική εκτιμά ότι το μεταβατικό πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα, αλλάζοντας το συσχετισμό δυνάμεων και ανακουφίζοντας τις λαϊκές μάζες, ενισχύοντας την τάση προς το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, χωρίς όμως να ταυτίζεται με την έναρξη αυτής της διαδικασίας. [...]

Είναι τα πράγματα έτσι όπως τα θέτει η ΑΡΑΣ; Είναι αυτός ο κύριος και βασικός διαχωρισμός ανάμεσα στις αποκλίνουσες απόψεις και προτάσεις; Θα λέγαμε πως είναι και έτσι αλλά όχι μόνον έτσι.
Αλλά πριν αναφερθούμε σ’ αυτό, χρειάζεται να σταθούμε σε ορισμένα βασικά ζητήματα που ανακύπτουν από μια τέτοια θεώρηση του ζητήματος: Το πρώτο: Αν τα πράγματα έχουν έτσι, τότε αυτό που έχουμε δεν είναι απλώς κάποιες αποκλίνουσες εκτιμήσεις αλλά δυο διαμετρικά αντίθετες στρατηγικές κατευθύνσεις, οι οποίες υπαγορεύουν επίσης διαφορετικούς έως και αντίθετους τρόπους κίνησης σε όλα τα πεδία.
Το δεύτερο, που έρχεται ως συνέχεια του πρώτου, αφορά το ερώτημα για τα σημεία σύγκλισης που κάνουν εφικτή τη συνύπαρξη αυτών των αντίθετων στρατηγικών σε έναν ενιαίο πολιτικό σχηματισμό και σε μια κοινή και ενιαία -υποτίθεται- πολιτική γραμμή.
Μια πρώτη απάντηση μπορεί να αναζητηθεί στο δέλεαρ του εκλογικού 3% και στην οπορτουνιστικής υφής «συγκολλητική» του δύναμη καθώς και στην επίσης οπορτουνιστική τάση και διάθεση πλασαρίσματος ορισμένων στην «κεντρική πολιτική σκηνή». Είναι αυτό; Είναι και αυτό αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Πίσω από τις διαφορετικές απόψεις, τις αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις υπάρχουν και ουσιαστικά στοιχεία πραγματικής ιδεολογικής και πολιτικής σύγκλισης ανάμεσα στις διάφορες -«διαφωνούσες» κατά τα άλλα- πλευρές. Πριν προχωρήσουμε ωστόσο σ’ αυτό, ας παρατεθεί ένα ακόμη απόσπασμα από το σημείο 12 των «Θέσεων».

«Σε αυτό το ιστορικό φόντο της εποχής μας εντάσσεται ο διεθνής εξεγερσιακός κύκλος που άνοιξε με την Αραβική Άνοιξη και τις επαναστατικές καταστάσεις σε Τυνησία και Αίγυπτο, συνεχίστηκε με τα κινήματα των αγανακτισμένων στο Ουισκόνσιν και το κίνημα «Καταλάβετε τη Γουόλ Στρητ» στις ΗΠΑ, τους εργατικούς αγώνες σε Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ρουμανία και άλλες χώρες και έφτασε μέχρι τον πρόσφατο λαϊκό ξεσηκωμό στη Βουλγαρία που ανάγκασε την κυβέρνηση σε παραίτηση. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκτιμά ότι ο «εξεγερσιακός κύκλος» δεν θα κλείσει …» κ.λπ.

Προφανώς, κατά τη λογική που διέπει το παραπάνω απόσπασμα και τις πολιτικές κατευθύνσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το Νεπάλ και η Ινδία ανήκουν σε άλλον πλανήτη, γι’ αυτό και οι επαναστάσεις που εξελίσσονται στις χώρες αυτές δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτόν τον «εξεγερσιακό κύκλο» του πλανήτη μας.
[...]Και ποια εξήγηση μπορεί να δοθεί για το ότι προσπερνώνται «ελαφρά τη καρδία» τέτοια συγκλονιστικά γεγονότα; Να υποθέσουμε ότι η αιτία για τέτοιου είδους «παραλείψεις» βρίσκεται στην τάση πολλών αριστερών να υποτιμούν οποιαδήποτε εξέλιξη δεν συντελείται εντός των ορίων της αναπτυγμένης Δύσης; Είναι και αυτό.
Το κύριο όμως είναι άλλο. Το κύριο βρίσκεται στις ιδεολογικές πολιτικές αντιλήψεις και τις «στρατηγικές» που διαμορφώνονται στα πλαίσιά τους. Η μια πλευρά βρίσκεται στην απόρριψη της λενινιστικής αντίληψης για την επανάσταση αλλά και της μαοϊκής του «παρατεταμένου λαϊκού πολέμου». Η «αλλεργία» που αισθάνονται ορισμένοι απέναντι σε κινήματα που καθοδηγούνται από αυτές τις αντιλήψεις (πόσο μάλλον «τριτοκοσμικά»). Στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι τάσεις και απόψεις αναζήτησης του «άλλου δρόμου», της «σύγχρονης στρατηγικής» που «υπερβαίνει» τον καπιταλισμό και θα οδηγεί στο «σοσιαλισμό της εποχής μας». Βασικά της στοιχεία το «μεταβατικό πρόγραμμα και η κατεύθυνση της «δυαδικής εξουσίας». Στην πραγματικότητα, βέβαια, όλα αυτά δεν είναι και τόσο νέα. Οι ρίζες τους βρίσκονται στις πρώτες ρεφορμιστικές αντιλήψεις και απόψεις για να φτάσουν μέσα από διάφορες διαδρομές και μεταμορφώσεις μέχρι το σήμερα. Όπως και να ‘χει, είναι η σύγκλιση σε μια τέτοια κατεύθυνση που αποτελεί τη βάση συμπόρευσης όλων αυτών των εκ πρώτης όψεως αντιτιθέμενων απόψεων. [...]

Για το ζήτημα της «δυαδικής εξουσίας»
Ωστόσο, αυτή η «νέα Στρατηγική» των «μεταβατικών προγραμμάτων» και της «δυαδικής εξουσίας» είναι «νέα» μόνο ως προς τη φόρμα της. Από άποψη ουσίας κινείται στα χνάρια του παλιού γνωστού μας ρεφορμισμού.
Η προσπάθεια διαφοροποίησής της από τον παλιό ρεφορμισμό έχει κατ’ αρχάς σχέση με τη χρεοκοπία και του ρεφορμισμού. Ταυτόχρονα συνδέεται με τις πιέσεις που ασκεί η αγριότητα της επίθεσης του συστήματος σε όλες τις δυνάμεις. Άλλωστε και ο παραδοσιακός ρεφορμισμός αναγκάζεται κάτω από τις ίδιες πιέσεις να μεταμορφώνεται.
Έτσι, από την «Αριστερά» των Κλίντον, Μπλερ κ.λπ. και τις γελοιότητες των Ανδρουλάκη, Μπίστη, Δαμανάκη περάσαμε στο «σοβαρό» Κωνσταντόπουλο και από εκεί στον Αλαβάνο και στη γραμμή της «ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών με κινηματική στήριξη». Από ’κει και πέρα η εκτίναξη των εκλογικών ποσοστών και η πιθανότητα «ανάληψης» αυτών των «κυβερνητικών ευθυνών», τους οδηγεί στο δρόμο της επιστροφής στο «ρεαλισμό».
Ανεξάρτητα από αυτή την εξέλιξη, είναι εμφανής η κοινότητα λογικής που χαρακτηρίζει τη γραμμή της «ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών με κινηματική στήριξη» και τη γραμμή του «μεταβατικού προγράμματος» και της «δυαδικής εξουσίας». Ως προς το περιεχόμενο και την ουσία της, αρκετά χαρακτηριστικά είναι όσα περιέχονται στις παρεμβάσεις των Π. Σωτήρη και Άγγελου Χάγιου (και όχι μόνο), οι οποίοι εκπροσωπούν τις πιο διαφορετικές, υποτίθεται, αντιλήψεις ως προς την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος. Μιας και έχουν παρατεθεί ήδη τα σχετικά αποσπάσματα, απλώς υπενθυμίζουμε τις απόψεις (Π. Σωτήρη) για «ξεδίπλωμα μορφών σύγχρονης δυαδικής με την δυνατότητα κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας μέσα σε μια συνθήκη κατάρρευσης των αστικών κομμάτων … μέσα από μια «συντακτική διαδικασία» που θα περιορίζει το δικαίωμα στην καπιταλιστική ιδιοκτησία … προσπάθεια επαναστατικοποίησης των κρατικών μηχανισμών … υπέρβασης του κοινοβουλευτισμού» κ.λπ., κ.λπ. Όσο για τον Άγγελο Χάγιο, να υπενθυμίσουμε τις απόψεις για το «ντόμινο των ανατροπών σε Ελλάδα και Ευρώπη» που θα οδηγήσει διαδοχικά από αστικές σε αστικές ρεφορμιστικές και επ’ εκεί σε αριστερές ρεφορμιστικές κυβερνήσεις, στις οποίες «μπορεί και να συμμετέχουν συναγωνιστές μας» κ.λπ.
Αλλά εδώ ας σταθούμε λίγο περισσότερο σ’ αυτό το ζήτημα της «δυαδικής εξουσίας». Αυτό που οφείλεται να είναι καθαρό είναι πως αυτή η δυαδική εξουσία, στην οποία αναφέρονται, ούτε προγραμματίζεται ούτε σχεδιάζεται. Η πιθανότητα να προκύψει κάπου, κάποτε σαν ιδιόμορφη φάση στην εξέλιξη της επαναστατικής πάλης δεν μπορεί να τη μετατρέψει σε γενικό χαρακτηριστικό, σε στάδιο εξέλιξης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σε περίοδο από την οποία «υποχρεωτικά» θα περάσει η κοινωνικοοικονομική εξέλιξη και συνεπώς και η επαναστατική πάλη. Ακόμη και στην περίπτωση που -ίσως- υπάρξει σαν ιδιόμορφο αποτέλεσμα, αυτό που θα προκύψει δεν θα είναι μια περίοδος κοινωνικοοικονομικού χαρακτήρα αλλά μια πολιτικού χαρακτήρα φάση. Και βεβαίως σε καμία περίπτωση δεν θα είναι τέτοια που θα δίνει τα περιθώρια και την άνεση να οικοδομήσουμε όλα αυτά που αναφέρονται στις σχετικές προτάσεις, αν το κίνημα δεν είναι από τα πριν συγκροτημένο στη βάση επαναστατικών απαιτήσεων. Μια φάση όπου το ζήτημα της εξουσίας θα έχει τεθεί με την πιο οξυμένη του μορφή και θα λυθεί με τους πιο σκληρούς όρους, χωρίς περιθώρια χρόνου για κανέναν, προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Και ή το κίνημα θα είναι έτοιμο για κάτι τέτοιο ή δεν θα είναι. [...]

Δυο αντίθετες στρατηγικές κατευθύνσεις
Αυτό που αναδεικνύεται με όλα αυτά είναι δυο εντελώς διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις. Είναι άλλο πράγμα ο ορισμός ως στρατηγικής επιδίωξης του κινήματος η επαναστατική ανατροπή και κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και το λαό και άλλο πράγμα η υποτιθέμενη επιδίωξη διαμόρφωσης όρων «δυαδικής εξουσίας». Στην πρώτη περίπτωση ο στρατηγικός στόχος ορίζει την κατεύθυνση, τον άξονα πάνω στον οποίο αρθρώνεται η πάλη του κινήματος, την πολιτική γραμμή, τις ιεραρχήσεις, τα πεδία πάλης, τις μορφές κίνησης, τις τακτικές επιλογές κ.λπ. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε το φαινόμενο να παίρνουν κάποιοι ένα πιθανό ενδεχόμενο της ταξικής πάλης που «ίσως» υπάρξει και πάνω σ’ αυτό να «χτίζουν» μια «άλλη» στρατηγική, την πολιτική τους γραμμή, τις επιλογές τους.
Βεβαίως θα μπορούσε να μας αντιταχθεί ότι στα πλαίσια αυτού του σεναρίου προβλέπεται και η «επαναστατική» τομή. Μόνο που δεν γίνεται -παρά μόνο στον χώρο της φαντασίας- να μπορεί να μεταπηδήσει κανείς έτσι, του καλού καιρού, από το πεδίο της μιας στρατηγικής στο πεδίο της άλλης, επειδή, όπως αναφέρεται αλλού, «η επανάσταση στην εποχή μας θα είναι μάλλον μια κοινωνική περιπέτεια διαρκείας και λιγότερο ένα πολιτικό-στρατιωτικό μονόπρακτο». Στην καλύτερη λοιπόν περίπτωση πρόκειται για αυταπάτη, για φαντασίωση, γέννημα ιδεοληψιών. Στην πραγματικότητα έχουμε ξανά την εναγώνια αναζήτηση δρόμων και τρόπων που να επιτρέπουν την παράκαμψη των απαιτήσεων της ταξικής επαναστατικής πάλης και έτσι να φτάσουμε «έξυπνα» στο ζητούμενο. Μια αναζήτηση που καθόλου συμπτωματικά ανοίγει διάπλατα τις πόρτες στις πιέσεις και στους «πειρασμούς» των «άμεσων» και «ρεαλιστικών» ρεφορμιστικών «λύσεων» τύπου ΣΥΡΙΖΑ, ας πούμε.
[...]

Βασίλης Σαμαράς

21 Νοε 2013

ΠΕΡΙ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗΣ…

Μια έντονη συζήτηση-αντιπαράθεση έχει αναπτυχθεί τις μέρες αυτές γύρω από το θέμα της «μετωπικής πολιτικής συμπόρευσης» ανάμεσα σε διάφορες δυνάμεις της Αριστεράς. Το ζήτημα έχει την προϊστορία του, με την πρόταση -την περασμένη άνοιξη- για «τη συμπόρευση δυνάμεων και αγωνιστών σε έναν άλλο δρόμο διεξόδου από την κρίση. Χωρίς χρέος, μνημόνια και ευρώ» στην οποία συμμετείχαν δυνάμεις κυρίως από Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής (μετέπειτα Σχέδιο Β) και ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ (από ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Την κίνηση αυτή αντιμετώπισαν με έντονη κριτική οι υπόλοιπες δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ καθώς έγινε πριν από τη 2η Συνδιάσκεψή της. Μετά τα «πνεύματα ηρέμησαν», υπήρξε η απόφαση της συνδιάσκεψης για «μετωπική πολιτική συμπόρευση των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής, αντι-ΕΕ, αντιιμπεριαλιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς», ξεκίνησαν διμερείς επαφές μεταξύ οργανώσεων το καλοκαίρι, για να φτάσουμε στη σύσκεψη στις 3/10 όπου συμμετείχαν οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΕΕΚ, η Κομμουνιστική Οργάνωση Ανασύνταξη, ο σύλλογος «Γιάννης Κορδάτος», η ΟΚΔΕ, το Σχέδιο Β και ανένταχτοι (Γ. Ρούσσης κ.ά.). Μετά «ξανάναψαν τα αίματα», διαπιστώθηκαν ασυμφωνίες, αντιρρήσεις βγήκαν στο προσκήνιο. Στην αντιπαράθεση που έχει ξεκινήσει ανάμεσά τους παρέβηκαν με αποφάσεις τόσο οργανώσεις (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΝΑΡ, Σχέδιο Β, Κ.Ο. Ανασύνταξη) αλλά και ανένταχτοι και στελέχη των δυνάμεων αυτών (Γ. Ρούσσης, Π. Σωτήρης, Π. Δαμέλος, Π. Μαυροειδής, Α. Δραγανίγος κ.ά.).

ΠΟΥ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝ;
Παραθέτουμε σημεία από τις τοποθετήσεις (ολοκληρωμένα βρίσκονται στο διαδίκτυο.):
«Το Μέτωπο αυτό συγκροτείται στη βάση του ακόλουθου μεταβατικού προγράμματος 10 σημείων:
4. Έξοδος από το ευρώ και ελεγχόμενη διολίσθηση του εθνικού νομίσματος
5. Ρήξη με την ΕΕ, σε συνεργασία με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις της, έως και έξοδος από αυτήν στο βαθμό που η παραμονή σε αυτήν στέκεται εμπόδιο στην υλοποίηση αυτού του προγράμματος
Το παραπάνω πλαίσιο μπορεί να αποτελέσει το πρόκριμα και μιας εκλογικής συνεργασίας.» (Γ.Ρούσσης)

«Οι προγραμματικές θέσεις της μετωπικής συμπόρευσης πρέπει να αποπνέουν θετική διέξοδο, θετικό μήνυμα για τους εργαζόμενους. Δεν μπορεί να περιοριστεί σ’ ένα συνασπισμό δυνάμεων του αντί-. Ο ορίζοντάς της θα πρέπει να είναι το ενιαίο μέτωπο των εργαζομένων. Γι’ αυτό επιμένουμε ότι η μετωπική συμπόρευση πρέπει να επιτευχθεί πάνω σε προγραμματικούς στόχους με δεδομένη την αυτοτέλεια όλων των συμμετεχόντων, όπως: έξοδο από την ευρωζώνη και επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, κατάργηση των μνημονιακών μέτρων, εθνικοποίηση των τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο. Το ΣΧΕΔΙΟ Β θεωρεί τις προτάσεις του Γιώργου Ρούσση στη συνάντηση της 3ης Οκτωβρίου ως αναγκαία και επαρκή βάση για τη μετωπική συμπόρευση» ΣΧΕΔΙΟ Β

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θέτει τους όρους που πρέπει να περιέχει η συμπόρευση: «Πρώτο, τη ρητή διατύπωση της ανάγκης για ρήξη και αποδέσµευση από την ΕΕ. Δεύτερο, το ότι το αναγκαίο πρόγραμμα είναι πρόγραμμα ρήξης µε το κεφάλαιο και τον ιµπεριαλισµό και η πάλη γι’ αυτό ανοίγει το δρόµο για επαναστατικές αλλαγές σε ρήξη µε τον καπιταλισµό, σε µια σοσιαλιστική προοπτική. Τρίτο, ότι το πρόγραµµα αυτό µπορεί να επιβληθεί µε την καταλυτική παρέµβαση του µαζικού κινήµατος και του εργατικού-λαϊκού ξεσηκωµού έξω και πέρα από κάθε συνδιαχειριστική λογική.» Αυτή είναι η πλειοψηφούσα θέση και η παρακάτω -που αντίστοιχα θέτει τα δεδομένα του διαλόγου- αυτή που μειοψήφησε: «α) το μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα όπως αυτό έχει αποτυπωθεί στα παραπάνω ντοκουμέντα, β) την αντισυνδιαχειριστική λογική και την επίγνωση ότι δεν υπάρχει περιθώριο για μια «φιλολαϊκή» κυβερνητική διαχείριση στα πλαίσια του ευρώ, της ΕΕ, του ιμπεριαλισμού (ΝΑΤΟ κ.λπ.) και συνολικότερα του καπιταλιστικού συστήματος, γ) τη λογική ότι η σύγκρουση και ρήξη αυτή θα επιβληθεί με την αγωνιστική κλιμάκωση του μαζικού κινήματος, με την πάλη για τον εργατικό-λαϊκό ξεσηκωμό, δ) την επιμονή στην ανάγκη για επαναστατικές αλλαγές και για τη διεκδίκηση μιας σύγχρονης σοσιαλιστικής προοπτικής.»

Από τη μεριά μας δεν θεωρούμε σωστό να μπούμε σε μια λογική αφ’ υψηλού κριτικής αυτής της αντιπαράθεσης «αποκαλύπτοντας» βυζαντινισμούς ή σκοπιμότητες. Είναι σαφές και θεμιτό κάθε πολιτική οργάνωση να θέτει και να διεκδικεί σε κάθε συνεργασία που προτείνει το πολιτικό πλαίσιο που η ίδια θεωρεί απαραίτητο. Όμως από τη μεριά μας θα επιχειρήσουμε να θέσουμε κάποια ζητήματα.

ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Αυτό που συντελείται είναι το αποτέλεσμα των αντιφάσεων και αδιεξόδων του λεγόμενου μεταβατικού (αντικαπιταλιστικού, κομμουνιστικού, σκέτου) προγράμματος. Μια σύλληψης που τέμνει όλες αυτές τις δυνάμεις και συχνά υπόκειται σε προσαρμογές-ανανεώσεις-διαφοροποιήσεις για να εξυπηρετήσει τους εκάστοτε σχεδιασμούς τής κάθε οργάνωσης. Από τη στήριξη αριστερών αντιφατικών κυβερνήσεων (βλέπε ΣΥΡΙΖΑ) μέχρι ότι δεν υπάρχουν σήμερα δυνατότητες κυβερνητικού προγράμματος φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων (παραπάνω διατύπωση). Από «την έξοδο από την ΟΝΕ και το ευρώ και τη ρήξη με την ΕΕ του κεφαλαίου στην προοπτική της αντικαπιταλιστικής εξόδου από αυτή» μέχρι τη ρητή δέσμευση για έξοδο από την ΕΕ κ.ο.κ. Αυτά δεν παράγουν τίποτα άλλο από σύγχυση και αποπροσανατολισμό για το λαό και τους αγωνιστές της Αριστεράς, καθιστώντας τους ευάλωτους στους κυβερνητικούς ρεαλισμούς του ΣΥΡΙΖΑ.
Από τη μια κυβερνητισμός και από την άλλη άρνηση της πραγματικότητας της εξάρτησης για τον τόπο. Γιατί αυτή η συζήτηση γύρω από την Ε.Ε., όπως διεξάγεται, αντιμετωπίζει σαν «τεχνικό» ζήτημα την «αποδέσμευση» που η άρχουσα τάξη (έστω και με λαϊκή πίεση) θα «απαρνηθεί» τα ευρωπαϊκά αφεντικά της. Από τη μεριά μας βλέπουμε το ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ σαν κομμάτι της επαναστατικής ανατροπής του καθεστώτος της υποτέλειας και της εκμετάλλευσης, που φυσικά δεν θα «ξεχνά» τον εταίρο προστάτη πέραν του Ατλαντικού, που η υποτίμησή του (ολοφάνερη σε όλα τα γραπτά τους) κάθε άλλο παρά συγκροτεί τη λαϊκή πάλη απέναντι στον κίνδυνο πολεμικής ανάφλεξης στην περιοχή. Χωρίς το σπάσιμο των δεσμών του ιμπεριαλισμού δεν μπορούν να λυθούν τα οικονομικά, κοινωνικά προβλήματα του λαού μας.
Αυτά τα τελευταία στην αντιπαράθεση που διεξάγεται ουσιαστικά είναι εκτός της ατζέντας. Αιτήματα, στόχοι πάλης των εργαζομένων, της νεολαίας, του λαού μας συνολικά, φαίνεται να μη «χωρούν» στα σχέδια της συμπόρευσης που «σκέφτεται» και οραματίζεται μεγάλα πράγματα (εθνικοποίηση και εργατικός και κοινωνικός έλεγχος του τραπεζικού συστήματος και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας χωρίς αποζημίωση, με σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας κ.λπ.), προσπερνώντας βιαστικά τα «μικρά» ζητήματα -σα δεδομένα- ενώ είναι τα ζητούμενα για τη λαϊκή υπόθεση. Ουσιαστικά αποτελεί μια ιδιότυπη (αλά ΚΚΕ) αναχώρηση από την ταξική πάλη και τις απαιτήσεις της και άρνηση συμβολής στη συγκρότηση των όρων και των προϋποθέσεων Μετώπου Αντίστασης-Διεκδίκησης και Ανατροπής της επίθεσης.
Οι δυσκολίες της περιόδου, οι απανωτές ήττες των εργαζομένων έχουν οδηγήσει μια σειρά δυνάμεις σε μετατοπίσεις ρεαλιστικές και άμεσες (έτσι θεωρούν) που ουσιαστικά ακολουθούν την όλη κίνηση του πολιτικού φάσματος προς τα δεξιά (από τη ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ). Από την άλλη, οι θετικές διατυπώσεις άλλων δυνάμεων αμφιβάλλουμε αν αποτελούν μια μόνιμη αναφορά και όχι μια τακτική μετατόπιση με στοιχεία αυτοσυντήρησης.

ΚΑΙ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΕΚΛΟΓΕΣ…
Είναι σαφές ότι οι εξελίξεις αυτές προέκυψαν και από τις εκλογικές σκοπιμότητες της κάθε δύναμης. Είτε ομολογείται ανοιχτά είτε κρύβεται επιμελώς, ήδη όλες οι δυνάμεις αυτές παίρνουν θέση για τις ερχόμενες ευρωεκλογές και αυτοδιοικητικές εκλογές. Τόσο η αδιαπραγμάτευτη στάση για άμεση έξοδο από την ΕΕ όσο και η τμηματική μεθόδευση αποχώρησης από την ΟΝΕ και το ευρώ θα «συναντηθούν» στην κάλπη για το Ευρωκοινοβούλιο προσπαθώντας να ξαναφουντώσουν οι «εκλογικές ελπίδες» (αυταπάτες δηλαδή) σε έναν λαό που καθημερινά σπρώχνεται στην εξαθλίωση.
Πέρα όμως από τους εκλογικούς σχεδιασμούς υπάρχει η όξυνση της ταξικής πάλης, η μεγάλη πίεση που ασκεί η πραγματικότητα σε όλους μας. Τα κενά που έχει αφήσει η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος απαιτείται να καλυφθούν μετατοπίζοντας τους συσχετισμούς υπέρ της λαϊκής υπόθεσης. Από τη μεριά μας –το έχουμε αποδείξει- θα στηρίξουμε οποιαδήποτε συνεργασία, μετωπική συμπόρευση, συμμαχία μικρότερη ή μεγαλύτερη που θα βάζει στόχο την ανατροπή των μέτρων και της επίθεσης κυβέρνησης ΕΕ-ΔΝΤ, που θα ενισχύει τους αγώνες του λαού μας . Θα επιμείνουμε να προωθούμε με κάθε ευκαιρία τις κοινές πρωτοβουλίες και τον κοινό αγώνα ενάντια στη βάρβαρη πολιτική, με σεβασμό στη φυσιογνωμία και τις απόψεις τής κάθε οργάνωσης.
Είναι ανάγκη και απαίτηση των καιρών, κόντρα στην παράλυση και την αδράνεια της προσμονής κυβερνητικών εναλλαγών διαχείρισης της κρίσης του συστήματος, να ενισχυθεί και τελικά να επικρατήσει τόσο στους αγωνιστές της Αριστεράς αλλά και σε όλο τον κόσμο που δίνει τις μάχες του η κατεύθυνση: όλα τα ζητήματα να κριθούν στην πάλη και στο κίνημα.

20 Νοε 2013

Αλ.Τσίπρας–ΣΥΡΙΖΑ στη «σιγουριά» ΕΕ και ευρωζώνης

«Μια έξοδος δεν θα ωφελήσει κανέναν. Αντίθετα, θα πυροδοτήσει σοβαρά νέα προβλήματα - διαχείριση ενός ασταθούς νέου νομίσματος, φαινόμενα bank run, πληθωρισμός, φυγή κεφαλαίων και ανθρώπων. Για το λόγο αυτό και μόνο, η Ελλάδα δεν θα πρέπει και δεν θα το κάνει, δεν θα εξέλθει εθελοντικά από την Ευρωζώνη» (από την ομιλία Τσίπρα στο Πανεπιστήμιο του Τέξας)

Το απόσπασμα αυτό από την ομιλία του Αλ. Τσίπρα σε συνέδριο με θέμα «Μπορεί να διασωθεί η ευρωζώνη;» αποτελεί μία ξεκάθαρη τοποθέτηση που εντάσσει με τον πιο «επίσημο» τρόπο την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ στις πολιτικές δυνάμεις της χώρας που συνδέουν την τύχη της με το βαθμό εξάρτησής της από τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Συντάσσεται με τις δυνάμεις που ενάντια σε κάθε κινητοποίηση, σε κάθε διεκδίκηση, σε κάθε εστία αντίστασης του εργαζόμενου λαού επισείουν τον μπαμπούλα των δανειστών, τις συμφωνίες-θηλιά του μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων. Πέρα από όλα τα άλλα, η τοποθέτηση αυτή του Αλ. Τσίπρα στέκεται ενάντια και υπονομεύει τους αγώνες των εργαζόμενων και όλου του λαού ενάντια στην ολομέτωπη επίθεση που δέχεται από την κυβέρνηση, το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο, τους ιμπεριαλιστές της ΕΕ και του ΔΝΤ.
Ο Αλ. Τσίπρας και συνολικά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζουν πολύ καλά ότι για να έχουν το «πράσινο φως» για την ανάληψη της κυβερνητικής διαχείρισης, από αυτούς που κάνουν πραγματικά κουμάντο στις πολιτικές εξελίξεις στην χώρα μας, πρέπει να δώσουν όλες τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις ότι δεν θα κινηθούν «εθελοντικά» εκτός των δοσμένων πλαισίων της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Και πράγματι έχει «ενδιαφέρον» ότι μία τέτοια τοποθέτηση γίνεται από τις ΗΠΑ και όχι από τις Βρυξέλλες ή το Βερολίνο. Και πράγματι έχει «ενδιαφέρον» που ο Αλ. Τσίπρας «αναλαμβάνει» (;) να διαμορφώσει πολιτική–οικονομική κατεύθυνση για όλη την Ευρώπη από το…Τέξας.
Η προσπάθεια «αξιοποίησης» των ενδοϊμπεριαλστικών ανταγωνισμών από τη μεριά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ έχει και τα όριά της που δεν αφορούν μόνο τους ευρωπαίους αλλά και τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές. Γιατί είναι άλλο πράγμα να συντάσσεσαι με τον Ομπάμα «ενάντια στη λιτότητα που επιβάλλει η Μέρκελ στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη» και άλλο πράγμα η έμπρακτη αμφισβήτηση της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, έστω και αν ο «αντίπαλος» αποτελεί βασικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ. Και προφανώς η τοποθέτηση αυτή εκπέμπει προς την ντόπια αστική τάξη της χώρας τη σιγουριά που χρειάζεται σε «δύσκολους καιρούς» για το ρόλο και τα συμφέροντά της, ότι δεν θα μπει σε κίνδυνο ο στρατηγικός προσανατολισμός της ολόπλευρης εξάρτησης από τα δεσμά του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου και ακόμη περισσότερο δεν υπάρχει η πρόθεση να μπει σε περιπέτειες από μία ανατροπή του συμβιβασμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ΗΠΑ-ΕΕ για την κυριαρχία στη χώρα μας.
Δεσμεύεται η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν σκοπεύει να θίξει το πλέγμα της εξάρτησης στο οικονομικό, άρα και στο πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, ότι δεν σκοπεύει να συγκρουσθεί μετωπικά με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αλλά «διεκδικεί» να επιστρέψουν η Ευρώπη και η Ελλάδα «στις παραδοσιακές αξίες των ιδρυτών της Ευρώπης». Τις «παραδοσιακές αξίες» που ανακάλυψε ο Αλ. Τσίπρας στις ιδρυτικές προσπάθειες της «ενωμένης Ευρώπης» τις ορίζει ως: « όχι άλλοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι, καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα, ισχυρό κοινωνικό συμβόλαιο, σταδιακή σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου». Οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και οι ηγέτες τους που αποφάσισαν να συγκροτήσουν την «ενωμένη Ευρώπη» της ΕΟΚ, της ΕΕ και της ΟΝΕ για μεγαλύτερη καταπίεση και εκμετάλλευση των εργατών και των λαών εντός και εκτός Ευρώπης, για να σφίξουν ακόμα περισσότερο τα δεσμά της εξάρτησης και παραρτημοποίησης χωρών, για να μπουν ακόμα πιο δυνατά στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για παγκόσμια κυριαρχία, βρήκαν στο πρόσωπο του Αλ. Τσίπρα έναν ακόμα «αριστερό» απολογητή και υπέρμαχο.
Η γρήγορη μετάλλαξη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ από μία ρεφορμιστική αριστερή δύναμη σε έναν «κλασικό» σοσιαλδημοκρατικό πόλο αποτελεί σημείο των καιρών της επίθεσης και της συνολικής δεξιάς μετατόπισης του πολιτικού σκηνικού, για να ανταποκριθεί σε αυτή την επίθεση. Φιλοδοξώντας όχι μόνο να καλύψουν το κενό του «κεντρώου χώρου» στο αστικό πολιτικό σύστημα αλλά και να εμποδίσουν τις όποιες προσπάθειες ανασύστασής του, σχεδόν τρέχουν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις μιας τέτοιας πολιτικής μετάλλαξης. Πιθανόν αυτή τη «γρηγοράδα» να μην την επιδίωξε τόσο έντονα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, παρ’ όλα τα συνθήματα για «άμεση πτώση της κυβέρνησης» και για «αυτοδύναμη κυβέρνηση της Αριστεράς», αλλά να επιβλήθηκε από το αδιέξοδο των εξελίξεων, σαν αποτέλεσμα της έντασης των ανταγωνισμών των «προστατών» μας σχετικά με τη «βιωσιμότητα του χρέους» και το «φρακάρισμα» των διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης με την τρόικα. Ταυτόχρονα προέρχεται και από την ανησυχία των δυνάμεων του συστήματος μέσα και έξω από τη χώρα ότι χρειάζεται η «γρήγορη ωρίμανση» μιας εναλλακτικής λύσης-αναχώματος απέναντι στον κίνδυνο να εκδηλωθεί άμεσα πολιτική και κοινωνική έκρηξη από τη μεριά του λαού.
Αυτά τα μηνύματα φαίνεται πως δημιούργησαν και το ανάλογο κλίμα στη διάρκεια της τριήμερης συζήτησης στη Βουλή για την πρόταση δυσπιστίας στην κυβέρνηση, με την προσπάθεια Σαμαρά–Πάγκαλου να «αποδομήσουν» τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ, με άξονα τις δηλώσεις στο Τέξας, όχι τόσο απέναντι στο λαό αλλά κυρίως στις δυνάμεις μέσα και έξω από τη χώρα που αποφασίζουν για τις «λύσεις» και προκρίνουν «επιλογές».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καθορίζει και τα όρια του «κινήματος ανατροπής» η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθώντας να αποπροσανατολίσει το εργατικό-λαϊκό κίνημα σε σχέση με τους πραγματικούς του εχθρούς και να το περιορίσει στην κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και στους «μερκελιστές» που ακολουθούν «νεοφιλελεύθερη» κατεύθυνση. Είναι πλέον φανερή η συνειδητή προσπάθεια να καλυφθεί ο βάρβαρος χαρακτήρας του καπιταλιστικού συστήματος και της σημερινής του ιμπεριαλιστικής διάστασης που γεννά κρίσεις, εξαθλίωση και πολέμους. Οι διορθωτικές κινήσεις για την «παραγωγική ανασυγκρότηση» και την «αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης» αποτελούν ένα πρόγραμμα που κοιτάει προς τα πίσω, στον «παλιό καλό καιρό» και στις «παλιές αρχές» που κάποιες «μυστήριες» δυνάμεις παραβίασαν και οδηγηθήκαμε στη σημερινή κατάσταση.
Με αυτό το βασικό προσανατολισμό και πολιτικό φορτίο δεν είναι καθόλου τυχαία η γρήγορη προσαρμογή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ στα σημερινά και πραγματικά δεδομένα, αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά ότι ο ρεφορμιστικός «ρεαλισμός» αποτελεί το σίγουρο διαβατήριο για να βρεθούν οι οπορτουνιστές «μας» στην αγκαλιά του συστήματος της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.
Είναι προφανές ότι αυτή η «γρήγορη ωρίμανση» του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό σε μεγάλο τμήμα αριστερού κόσμου που θεώρησε ότι το σύνθημα «καμία θυσία για το ευρώ» θα μπορούσε να αποτελέσει έναν άξονα πάλης ενάντια στα δεσμά της εξάρτησης που πολλαπλασιάζουν την ένταση και τις συνέπειες της επίθεσης στο λαό. Από την άλλη πλευρά όμως δεν μπορεί από κανέναν να διαφεύγει το γεγονός ότι ο χώρος αυτός που κατά βάση έχει συγκροτήσει, σήμερα, τον ΣΥΡΙΖΑ έχει γαλουγηθεί για δεκαετίες με τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό». Από την άποψη αυτή, οι όποιες εσωτερικές διεργασίες και αντιθέσεις που έτσι ή αλλιώς έχουν τη σημασία τους κινούνται και αυτές «εντός ορίων» και έτσι θα κινηθούν και το επόμενο διάστημα, ανεξάρτητα από «κορόνες» και «πόζες».
Είναι σίγουρο ότι η «γρήγορη ωρίμανση» της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο τους συσχετισμούς στο πλαίσιο του κινήματος και δημιουργεί αρνητικά δεδομένα στους συσχετισμούς, στην πάλη του λαού με τις δυνάμεις του συστήματος. Ανεξάρτητα από το αν «εμείς τα λέγαμε», η εξέλιξη αυτή θα βαρύνει ακόμα περισσότερο στο αγωνιστικό δυναμικό που όλη την προηγούμενη περίοδο αναβάθμισε την πολιτική του συγκρότηση σε μια σειρά μάχες που δόθηκαν απέναντι στη βάρβαρη επίθεση. Από αυτή την άποψη, ο απεγκλωβισμός αριστερού κόσμου αλλά και ευρύτερα εργατικών-λαϊκών δυνάμεων από αυταπάτες κάθε είδους καθώς και λογικές «κριτικής υποστήριξης» αποτελεί ένα κρίσιμο ζήτημα της περιόδου. Η διαδικασία αυτή δεν μπορεί παρά να γίνει μέσα στο πεδίο της πάλης που σήμερα είναι αναγκαία για να μπει φραγμός στη νέα βάρβαρη επίθεση που είναι σε εξέλιξη και κλιμακώνεται γοργά.
Στην κατεύθυνση αυτή της πάλης ενάντια στην επίθεση, στην αποκάλυψη των πραγματικών εχθρών του λαού, στη συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων στο επίπεδο που απαιτεί η εποχή μας, στο άνοιγμα ενός πραγματικού δρόμου για τη λαϊκή υπόθεση, οι δυνάμεις της Λαϊκής Αντίστασης – Αριστερή Ανιιμπεριαλιστική Συνεργασία είναι υποχρεωμένες να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους.

27 Σεπ 2013

Φεστιβάλ ΚΝΕ :Λίγο κρασί λίγο θάλασσα και το αγόρι μου.

Πολύ σφυροδρέπανο, αφίσα και βερμπαλισμός του τύπου «άλλαξε τον κόσμο μπορείς» για να μην ανοίξει κανένα ζήτημα της περιόδου. Είναι απορίας άξιο το που βρίσκεται πλέων το πολιτικό στίγμα στο τριήμερο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Αυτό που μοστράρει και τις τρείς μέρες στο πρόγραμμα είναι ένα κάρο καλλιτέχνες που θα περάσουν από τις σκηνές του φεστιβάλ μαζί με τις 2 ομιλίες του γραμματέα του ΚΚΕ και της ΚΝΕ. Σε δεύτερη μοίρα οι ελάχιστες συζητήσεις με θεματολογία από την αλληλεγγύη στην σοσιαλιστική !!! Κούβα μέχρι το πώς ήταν το πανεπιστήμιο στον σοσιαλισμό και πως θα στείλουμε τα μονοπώλια στην ανεργία. Άραγε για το σχολείο και το πανεπιστήμιο σήμερα που χτυπιούνται από την επίθεση του κεφαλαίου γιατί δεν υπάρχει κουβέντα; Και για το απεργιακό μέτωπο το οποίο έχει ξεσπάσει γιατί δεν γίνεται λόγος; Για τους μαθητές που πετιούνται έξω από τα σχολεία; Για τους καθηγητές που απολύονται και τα νοσοκομεία που κλείνουν; Ο αγώνας των εκπαιδευτικών των μαθητών, των φοιτητών και των νοσοκομειακών είναι σήμερα το μέτωπο που έχει ανοίξει από πλευράς κινήματος και χρειάζεται την πιο πλατειά στήριξη προπαγάνδα και αλληλεγγύη αλλά φαίνεται πως η ΚΝΕ και το ΚΚΕ δεν νοιώθουν καμία ανάγκη να προβάλλουν αυτά, αλλά καλλιτέχνες σαν τον Μαχαιρίτσα που έχουν περάσει μέχρι και από φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ είναι ευπρόσδεκτοι. Υπάρχει ανάγκη σήμερα να υπάρξει πανεκπαιδευτικό μέτωπο και αγώνας από όλα τα πληττόμενα κομμάτια της εκπαίδευσης, πρέπει ο λαός και η νεολαία να στηρίξουν έναν αγώνα που είδη ξεκίνησε και να καταφέρουν μια νίκη σήμερα και να ανατρέψουν την πολιτική της κυβέρνησης και του κεφαλαίου. Δυστυχώς όμως η ΚΝΕ δεν φαίνεται να το έχει πάρει και πολύ ζεστά το θέμα.Το πρόβλημα της ΚΝΕ και του ΚΚΕ είναι φανερό μέρες τώρα, όταν σύσσωμη η νεολαία τους το μόνο που έκανε ήταν να κόβει εισιτήρια για το φεστιβάλ την ίδια ώρα που υπήρχαν γενικές συνελεύσεις σε ΑΕΙ – ΤΕΙ για το ζήτημα των διοικητικών και την εφαρμογή του νόμου πλαίσιο όπου σε κάποιες από αυτές αποχωρούσαν κιόλας για να μην έχουν απαρτία (βλέπε Νομική Αθήνας). Ένα είναι σίγουρο όσα εισιτήρια και να κοπούν και όσος κόσμος να περάσει από το τριήμερο το πρόβλημα δεν κρύβεται και η στάση του ΚΚΕ στη νεολαία σήμερα δεν τροφοδοτεί κίνημα.

26 Σεπ 2013

Υποκινητές ή σπεκουλαδόροι ;

Αρχηγική εμφάνιση του Αλ. Τσίπρα το προηγούμενο τριήμερο στη Θεσσαλονίκη και τη ΔΕΘ με ομιλίες σε συγκέντρωση στο Λευκό Πύργο, με τους παραγωγικούς φορείς και με την καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του προγράμματος «σωτηρίας» του ΣΥΡΙΖΑ και τη σιγουριά για την εκλογική του αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές (ποιος μίλησε για νέα διλήμματα στο λαό;).
«Το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ εγγυάται την συντεταγμένη και κοινωνικά δίκαιη έξοδο από την κρίση» μας λέει ο Αλ.Τσίπρας, προσπαθώντας να καθησυχάσει τους φόβους του κόσμου για την έκταση και την κλιμάκωση της επίθεσης του συστήματος σε όλα τα επίπεδα, από την ταξική επίθεση έως την προετοιμασία νέων πολεμικών εξορμήσεων. Η άποψη της «συντεταγμένης και κοινωνικά δίκαιης εξόδου από την κρίση» όχι μόνο δεν ακουμπάει στα πραγματικά δεδομένα των αιτιών της κρίσης του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος και των άμεσων επιπτώσεών τους στην εργατική τάξη και το λαό αλλά αποτελεί ένα ξαναζέσταμα της μικροαστικής άποψης της δυνατότητας του «θετικού κοινωνικού αθροίσματος» στο πλαίσιο του συστήματος.
Η άποψη ότι όλοι μπορούν να βγουν κερδισμένοι μέσα από την «παραγωγική ανασυγκρότηση», εργάτες, εργαζόμενοι, επιχειρηματίες μικροί και μεγάλοι, τραπεζικό σύστημα και πάει λέγοντας μπορεί να ακούγεται ευχάριστα στα αυτιά των μεσο-στρωμάτων της κοινωνίας, όπου κατά κύριο λόγο απευθύνεται, δεν μπορεί όμως να απαντήσει στην αγωνία των φτωχών και λαϊκών στρωμάτων που δέχονται τα κύρια πυρά της επίθεσης του συστήματος στο μεροκάματο, στη δουλειά, στη ζωή τους ολόκληρη. Γιατί το «πρωτογενές πλεόνασμα» που επαγγέλλεται να δημιουργήσει, πραγματικά, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με το ψεύτικο της κυβέρνησης Σαμαρά, δεν είναι μία αριστερή, εργατική ή λαϊκή κατεύθυνση, αλλά είναι βγαλμένη μέσα από τα «σπλάχνα» των θεωριών του αστικού συστήματος, που δεν αναγνωρίζει ότι στην κοινωνία παράγεται πλούτος που τον ιδιοποιείται μια μειοψηφία αλλά πλεονάσματα και ελλείμματα ενός κρατικού προϋπολογισμού. Που πρέπει να κατανεμηθούν, είτε τα μεν είτε τα δε, «δίκαια».
Το «σχέδιο» δεν σταματά εδώ διότι δεν θα ήταν ολοκληρωμένο και δεν μπορεί να εγγυηθεί την «παραγωγική ανασυγκρότηση» χωρίς την «ανακεφαλαιοποίηση – εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος» και εξ αυτού του γεγονότος την προσφορά «ρευστότητας στην αγορά». Έτσι, απέναντι στο «success story» του Σαμαρά, ο Αλ. Τσίπρας αντιπαραθέτει τη «βιώσιμη ανάπτυξη με δημόσιες επενδύσεις και κοινωνική οικονομία» - και για όποιον αγνοεί τι σημαίνουν όλα αυτά ας ανατρέξει στην «αντι-νεοφιλελεύθερη» φιλολογία και σχολή της σοσιαλδημοκρατίας. Και όλα τα παραπάνω θα πραγματώνονται ενώ θα διεξάγεται μία «σκληρή επαναδιαπραγμάτευση» για το κούρεμα του χρέους με τους δανειστές της τρόικας.
Είναι φανερή η προσπάθεια της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να «τακτοποιεί» τον προγραμματικό της λόγο και να προσαρμόζει την αντιμνημονιακή της κατεύθυνση σε αυτά που μπορεί να γίνουν αποδεκτά από τις δυνάμεις του συστήματος μέσα και έξω από τη χώρα.
Ο Αλ. Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ όσο θεωρούν ότι πλησιάζει η ώρα της αυτοδύναμης διακυβέρνησης είναι υποχρεωμένοι να δώσουν απαντήσεις και εγγυήσεις για τη «συντεταγμένη έξοδο από την κρίση» μέσα σε ένα πυρακτωμένο πεδίο, που καθορίζεται από την κλιμάκωση της επίθεσης της κυβέρνησης και των μαύρων δυνάμεων του συστήματος από τη μία αλλά και το ξεδίπλωμα μαζικών απεργιακών αγώνων και κινητοποιήσεων του εργαζόμενου λαού, από την άλλη. Έτσι, δεν είναι τυχαία η επίθεση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ σαν «υποκινητή» των αγωνιστικών κινητοποιήσεων και ότι μετακινείται στο άλλο «άκρο» από εκείνο της φασιστικής συμμορίας της ΧΑ που καταλαμβάνει το ένα «άκρο». Θέλοντας από τη μία να αποκαλύψει ότι ο «ακραίος» του χαρακτήρας δεν συνάδει με την ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών διαχείρισης και ταυτόχρονα να τον πιέσει να προσαρμοστεί στο αστικό κοινοβουλευτικό παιχνίδι ακόμα περισσότερο και ιδιαίτερα στις κρίσιμες στιγμές στις εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις.
Η κυβέρνηση Σαμαρά «ξεφωνίζει» τον ΣΥΡΙΖΑ για «ακραίο υποκινητή» για να αποτρέψει τις όποιες «οσμώσεις» έχουν ήδη δημιουργηθεί ή μπορεί να δημιουργηθούν ακόμα περισσότερες, με βάση τα αδιέξοδα του συστήματος, με τμήματα και παράγοντες της αστικής τάξης αλλά και με ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που θέλουν την «ανάπτυξη» της οικονομίας, η οποία «δεν αντέχει άλλο τη λιτότητα». Κάτι που και ο ίδιος ο Αλ. Τσίπρας συντηρεί, μη βρίσκοντας να πει ούτε μία κουβέντα, στη συγκέντρωση του Λευκού Πύργου, για την προετοιμαζόμενη ιμπεριαλιστική επέμβαση των Αμερικάνων στη Συρία, σε αντίθεση με αρκετές αντι-Μέρκελ κορόνες. Υπάρχει τέτοιος «κίνδυνος»; Φυσικά και υπάρχει. Όσο μεγαλώνει το αδιέξοδο στην ανασύνταξη της «κεντροαριστεράς» -παρά τις φιλότιμες προσπάθειες Λοβέρδου να στηρίξει τον Κουβέλη- και γίνεται επιτακτική η ανάγκη να υπάρξει και έτερος πολιτικός πυλώνας στήριξης του συστήματος, τα πάντα είναι «ανοικτά». Και επειδή η περίοδος είναι τέτοια που είναι και πολλά καθορίζονται από τους ενδο-ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, παρά την ολόπλευρη στήριξη του πολιτικού κέντρου Σαμαρά και του μαύρου του μετώπου, οι ιμπεριαλιστές έχουν αποδείξει πολλές φορές σε αυτή τη χώρα ότι το αστικό πολιτικό προσωπικό που τους υπηρετεί είναι «αναλώσιμο».
Τελικά είναι ή δεν είναι «υποκινητής» των απεργιακών κινητοποιήσεων ο ΣΥΡΙΖΑ;
Ξεπερνώντας την αντιδραστική θεωρία περί «υποκινητών», η οποία είναι βγαλμένη από την πιο σάπια αντίληψη του συστήματος για το λαό-πρόβατο που κάποιοι τον «βάζουν» και τον «υποκινούν» ενάντια στην αστική εξουσία, την καταπίεση και την εκμετάλλευση, η άποψή μας είναι ότι ο πραγματικός υποκινητής των αγώνων του εργαζόμενου λαού είναι το ίδιο το σύστημα και η ολομέτωπη επίθεσή του που καταστρέφει τη ζωή των λαϊκών ανθρώπων. Απέναντι στο φάσμα της φτώχειας και της εξαθλίωσης, των καταιγιστικών βάρβαρων μέτρων, της φασιστικοποίησης και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, ο λαός αναγνωρίζει όλο και περισσότερο ότι μοναδικό όπλο αντίστασης αποτελεί η οργάνωση και το ξεδίπλωμα παρατεταμένων αγώνων. Και αυτή η συνειδητοποίηση, παρ’ όλο που συναντάει πολλά εμπόδια, κυρίως από τις ρεφορμιστικές αριστερές δυνάμεις, παίρνει κάθε φορά νέα ορμή ωθούμενη από την αφόρητη πίεση της συστημικής επίθεσης. Και δεν είναι «στιγμιότυπα», πάνω από τρία χρόνια ο λαός ψάχνει τον δικό του δρόμο αντίστασης και διεκδίκησης.
Από την άλλη μεριά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ χρεώθηκε με το ξεπούλημα της απεργίας των εκπαιδευτικών κόντρα στην επιστράτευση το Μάιο με τη θεωρία των «όρων και των προϋποθέσεων», δείχνοντας τα όριά του μέσα στο κίνημα. Και ενώ όλο το καλοκαίρι η κυβέρνηση κλιμάκωνε την επίθεση με το κλείσιμο της ΕΡΤ και τις απολύσεις των εργαζομένων σε αυτήν, με τις ανακοινώσεις για το κλείσιμο νοσοκομείων και τις διαθεσιμότητες-απολύσεις, τα πογκρόμ σε σχολικούς φύλακες, βάζοντας στο στόχο όλη την εκπαίδευση, καθηγητές–δασκάλους-μαθητές-φοιτητές, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλ. Τσίπρας κήρυσσαν «ανένδοτο για τη δημοκρατία» από την Πλατεία Συντάγματος.
Ήταν φανερό ότι αυτή η κατεύθυνση δεν μπορούσε να πάει μακριά, με την οργή του κόσμου να βράζει και την αγωνιστική διάθεση να μεγαλώνει. Κάτω και από την πίεση ενός ευρύτατου δυναμικού του χώρου του, θύματος και αυτού της κυβερνητικής επίθεσης, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν υποχρεωμένη να μπει στο ρεύμα με τους «όρους και τις προϋποθέσεις» που η ίδια επιφυλάσσει για τον εαυτό της και την πορεία του κινήματος (κατά τα άλλα, όρκοι στην αυτονομία των κινημάτων). Αν για το ΚΚΕ «οι μόνοι αγώνες που έχουν αξία είναι αυτοί για τη λαϊκή εξουσία», για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ οι μόνοι αγώνες που έχουν αξία είναι αυτοί που μπορούν να οδηγήσουν στη «δημοκρατική ανατροπή» της κυβέρνησης Σαμαρά, τις εκλογές και την αυτοδύναμη κυβέρνηση (πού να μπλέκεις τώρα με Καμμένο και Κουβέλη).
Αυτό το είναι το όριο. Και εάν αυτό κινδυνεύει να ξεπεραστεί από τις αγωνιστικές διαθέσεις του λαού, τότε υπάρχουν όλοι αυτοί οι καλοθελητές μέσα στο κίνημα που αυτή την περίοδο όλοι τους συναντάμε, σε όλους τους χώρους, που χρησιμοποιούν τις ίδιες εκφράσεις, «και πόσο θα αντέξουμε;» και «μέχρι πού θα το πάμε;», της ηττοπάθειας και της υπονόμευσης, που προσμένουν να διαμορφώσουν ερείσματα στον αγωνιζόμενο κόσμο για να προβληθούν και «επίσημα».
Η λογική της υποταγής, τελικά, του κινήματος αντίστασης και πάλης στις κυβερνητικές και εκλογικές αυταπάτες της ρεφορμιστικής Αριστεράς που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ, με τη δικαιολογία ότι τάχα έτσι το «πολιτικοποιεί» και πολύ περισσότερο του δίνει «εφικτό» στόχο, δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά προσπάθεια να γίνει πιο ρηχή η κοίτη και να στενέψουν οι όχθες του αγωνιστικού ρεύματος μέσα στους εργαζόμενους και έτσι από ποτάμι οργής και αγανάκτησης να γίνει ανάχωμα στην αναμέτρηση με το σύστημα.

14 Σεπ 2013

Αναζητείται Αριστερά…!

Η κρίση του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος είναι αγιάτρευτη. Αναδεικνύει τα αδιέξοδα ενός συστήματος που αναπαράγεται μέσα από την εξαθλίωση των λαών, την όξυνση του ανταγωνισμού των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, την κλιμάκωση των στρατιωτικών επεμβάσεων, με το ματοκύλισμα λαών και τη διάλυση χωρών. Το κεφάλαιο και οι ιμπεριαλιστές οξύνουν την ταξική αντιπαράθεση, επιλέγουν σταθερά τον δρόμο της επίθεσης στο σύνολο των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων των εργαζόμενων μαζών, με στόχο την ολοκληρωτική εξαφάνισή τους και τη διαμόρφωση ενός «απελευθερωμένου» πεδίου για μία νέα εξόρμηση κερδοφορίας.
Παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς, το σύνολο των αντιδραστικών δυνάμεων έχουν συμπτύξει ένα μαύρο μέτωπο απέναντι στην εργατική τάξη και τους λαούς και έχουν επιστρατεύσει όλο το διαθέσιμο δυναμικό τους, δίνοντας στρατηγικό χαρακτήρα στην επίθεσή τους.
Από την άλλη μεριά όλο και μεγαλώνει μέσα στους λαούς και τους εργαζόμενους η τάση της αγωνιστικής αντιπαράθεσης και της σύγκρουσης ενάντια στις επιδιώξεις του συστήματος. Οι αγώνες και οι μάχες που δίνουν οι λαοί πολλές φορές παραμένουν χωρίς συνέχεια, ξαναγυρίζουν από εκεί που ξεκίνησαν, ανασυγκροτούν τις δυνάμεις τους και επιστρέφουν με ακόμα μεγαλύτερη ένταση.
Ζούμε μία μεταβατική περίοδο βασανιστικής ανασυγκρότησης του λαϊκού παράγοντα, του εργατικού, επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Για να πάρουν οι αγώνες και οι συγκρούσεις στρατηγικό χαρακτήρα αναμέτρησης και από την μεριά της μεγάλης εργαζόμενης πλειοψηφίας.
Είναι φανερό ότι η διαδικασία ανασυγκρότησης του κινήματος δεν μπορεί παρά να γίνει στα πλαίσια της ταξικής πάλης που σήμερα διεξάγεται με την υπεράσπιση και την διεκδίκηση όλων των βασικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων που σήμερα καρατομούνται. Και σίγουρα σε αυτή την διαδικασία ανασυγκρότησης πρωτοπόρο ρόλο οφείλουν να παίξουν οι αριστερές, επαναστατικές και κομμουνιστικές δυνάμεις που έχουν βασικό τους στόχο την πάλη για την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και των πολέμων, για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας σαν μοναδικής πραγματικής διεξόδου για την εργατική τάξη και τους λαούς.
Η πλευρά αυτή παραμένει, ακόμα, αδύναμη σαν αποτέλεσμα της ήττας και της κυριαρχίας για δεκαετίες της ρεβιζιονιστικής–ρεφορμιστικής γραμμής του συμβιβασμού και της υποταγής που διαπότισε όλους τους «αρμούς» του κινήματος. Η πάλη για μεταρρυθμίσεις στο έδαφος της κυριαρχίας του καπιταλισμού και για μία «αντι-νεοφιλελεύθερη» μεταστροφή των πραγμάτων, παραμένει η κυρίαρχη κατεύθυνση, όχι μόνο σε παραδοσιακά ρεβιζιονιστικές-ρεφορμιστικές δυνάμεις αλλά «ακουμπάει» και επηρεάζει, πολλές φορές καθοριστικά, δυνάμεις που γεννήθηκαν στην αντιπαράθεση με την αριστερά της ήττας και της υποταγής.
Από γενική άποψη αυτό αποτελεί και το κεντρικό πρόβλημα για την αλλαγή των συσχετισμών ανάμεσα στους λαούς και το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα, αποτελεί το κεντρικό στοιχείο που εμποδίζει το ξεδίπλωμα των αγώνων, της σύγκρουσης και της αναμέτρησης με τη σύγχρονη βαρβαρότητα.
Στην χώρα μας, η σχετική «παντοδυναμία» του Σαμαρά και του αστικού πολιτικού προσωπικού που έχει συνταχθεί και υποταχθεί στις επιδιώξεις του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών, αν στη μία πλευρά της οφείλεται στην στήριξη με όλους τους τρόπους και τα μέσα από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στην άλλη πλευρά της έχει σαν βάση στήριξης τα αναχώματα της αριστεράς της ήττας.
Η στάση των κυρίαρχων δυνάμεων της αριστεράς δεν είναι απλά κάτω από τις απαιτήσεις των καιρών, ανεπαρκείς, λίγες και μικροκομματικές. Το σημαντικότερο είναι ότι τείνουν να αποτελέσουν σημαντικό δεκανίκι στήριξης του συστήματος και της κυβέρνησης. Πύρινες ανακοινώσεις και ομιλίες για επικοινωνιακή κάλυψη, κινητοποιήσεις για προεκλογική και κομματική χρήση, πολιτική απογείωση και στενή ιδεολογική «αποκάλυψη» αλλά στο «δια ταύτα» πλήρης άρνηση οικοδόμησης όρων κινήματος αντίστασης και πάλης στα πραγματικά μέτωπα που ανοίγουν από την κυβερνητική επίθεση.
Με κυρίαρχες τις κυβερνητικές αυταπάτες από την μία πλευρά (ΣΥΡΙΖΑ) και τις ανέξοδες «ταξικές» κορώνες από την άλλη (ΚΚΕ) συγκροτείται η αριστερά της υποταγής και το «μέτωπο αποφυγής» της σύγκρουσης.
Ακόμα χειρότερα, με τις προτάσεις και τη γενικότερη συμπεριφορά τους σε κλάδους που βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα της επίθεσης (όπως οι εκπαιδευτικοί και οι υγειονομικοί) έχουν φανερή πρόθεση να εμποδίσουν το ξεδίπλωμα κινητοποιήσεων που θα έρθουν σε άμεση σύγκρουση με την κυβέρνηση, γιατί δήθεν δεν υπάρχουν «οι όροι και οι προϋποθέσεις». Ενώ οι εργαζόμενοι, παίρνοντας την υπόθεση της ζωής τους στα δικά τους χέρια, οικοδομούν το ΜΕΤΩΠΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, μέσα στις συνελεύσεις, στους δρόμους, στους μικρούς και μεγάλους αγώνες, οι «μεγάλοι» της αριστεράς «μας» (ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ) έχουν άλλες προτεραιότητες. Προωθούν, δήθεν, την «πολιτικοποίηση» (!) του λαού. Στην ουσία προωθούν την παραίτηση από την πραγματική αναμέτρηση που θα κρίνει τόσο τους συσχετισμούς όσο και τις εξελίξεις για άλλα πιο «σίγουρα» αποτελέσματα. Την κυβερνητική εξουσία από την μία, τη στενή κομματική επιβίωση από την άλλη.
Ενώ ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος απειλεί τον λαό της Συρίας και όλους τους λαούς της περιοχής, μαζί και του δικού μας, αυτό που «αντιστοιχεί» σε κινητοποίηση για τις ρεφορμιστικές ηγεσίες είναι από τη μία η «απαίτηση» για συζήτηση στην ολομέλεια της βουλής του ζητήματος από τον ΣΥΡΙΖΑ, και από την άλλη, οι κομματικές συγκεντρώσεις και πορείες καθώς και οι επισκέψεις του γγ του ΚΚΕ σε πρεσβείες χωρών όπως Ρωσίας, Ιράν κ.α. Μέχρι εκεί!
Μέσα στο εργατικό-λαϊκό κίνημα, το ζήτημα της πολιτικής κατεύθυνσης παίρνει κεντρικό χαρακτήρα. Ανάμεσα στις δυνάμεις που κινούνται στην γραμμή της αναμέτρησης, της πάλης και της διεκδίκησης ενάντια στην κυβέρνηση, στην κεφαλαιοκρατική αστική τάξη και στους ιμπεριαλιστές και στις δυνάμεις που κινούνται στην γραμμή της συνδιαλλαγής και της υποταγής. Η κλιμάκωση και η ένταση της επίθεσης των δυνάμεων του συστήματος γεννάει αντιστάσεις και αγώνες, δημιουργεί όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται όμως τόσο από τους συσχετισμούς του λαού απέναντι στο σύστημα όσο και από τους εσωτερικούς συσχετισμούς του κινήματος.
Η σημερινή φάση της αντιπαράθεσης των εργαζόμενων με την κυβέρνηση και τη βάρβαρη αντιλαϊκή της πολιτική είναι κρίσιμη και θα καθορίσει το πολιτικό και κοινωνικό έδαφος των νέων συσχετισμών για το επόμενο διάστημα.
Στην βάση αυτή από τη μεριά των λαϊκών δυνάμεων παίρνει αναγκαστικό χαρακτήρα η οικοδόμηση μαζικών όρων κινήματος, που αποτελούν σημαντική προϋπόθεση για τη νικηφόρα έκβαση των αγώνων. Αυτό σημαίνει ότι την υπόθεση του αγώνα, τους στόχους του και όλη την εξέλιξή του την παίρνουν στα χέρια τους τα πραγματικά υποκείμενα, αυτοί που μπαίνουν στον αγώνα με όλα τα ρίσκα και τις θυσίες, που σε μία αναμέτρηση πρέπει να θεωρούνται δεδομένα. Η οικοδόμηση αυτών των όρων θα γίνει αναγκαστικά και κόντρα στις ανοιχτές ή καλυμμένες επιδιώξεις των ρεφορμιστικών δυνάμεων της αριστεράς που αποτελούν τροχοπέδη στην αγωνιστική αφύπνιση του εργαζόμενου λαού.
Σε αυτή την κατεύθυνση οφείλουν να δώσουν όλες τους τις δυνάμεις οι οργανώσεις της αριστεράς των αγώνων και της διεκδίκησης, μέσα στον εργαζόμενο λαό και την πάλη του. Σπουδαίο ρόλο για την υλοποίηση αυτή της κατεύθυνσης θα παίξει η πανελλαδική συγκρότηση της ΠΑΑΣ καθώς και η αναβάθμιση του κινηματικού της ρόλου μέσα στο εργατικό-λαϊκό κίνημα.

13 Σεπ 2013

Κόμμα, επιχειρήσεις και απολύσεις

Η υπόθεση της πώλησης της Ραδιοτηλεοπτικής, ιδιοκτήτριας του 902, από το ΚΚΕ έγινε για άλλη μια φορά τα τελευταία χρόνια αφορμή για πολλές συζητήσεις, επιθέσεις και αντιπαραθέσεις. Ο αστικός προπαγανδιστικός μηχανισμός βρήκε την ευκαιρία να μας πει ότι όλοι ίδιοι είναι, ανεξάρτητα του τι λένε, και κυρίως σε εποχή απολύσεων να βρει την απόδειξη του μονόδρομου της πολιτικής του κλεισίματος επιχειρήσεων και των απολύσεων. Από την άλλη όμως υπάρχουν και αντιδράσεις που δίκαια εναντιώνονται στις απολύσεις. Σε αυτές τις τελευταίες βεβαίως δεν περιλαμβάνονται οι εκ του ΣΥΡΙΖΑ προερχόμενες και το γιατί εξηγείται παρακάτω. Δυστυχώς οι περισσότερες των αντιδράσεων μάλλον εστίασαν το ζήτημα σε λάθος βάση. Στις περισσότερες των περιπτώσεων εστιάζανε στην ηθική πλευρά του ζητήματος, ακόμη και στο θέμα των απολύσεων, ενώ ελάχιστα μπήκαν στην κουβέντα και στην αντιπαράθεση μια σειρά ζητήματα που εγείρονται για την αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα με αφορμή και την υπόθεση αυτή. Δεν είναι η πρώτη φορά, τα ίδια συνέβησαν και παλιότερα με τον 902, με την Τυποεκδοτική και όλες τις επιχειρήσεις του ΚΚΕ. Επιχειρήσεις τις οποίες τις έστησε με τη δικαιολογία της οικονομικής και προπαγανδιστικής στήριξης και ανεξαρτησίας του κόμματος, της μη δέσμευσής του από τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσαν να φέρουν προσκόμματα στη λειτουργία του, ιδιαίτερα στην καθημερινή έκδοση του Ριζοσπάστη αλλά και των άλλων εκδόσεών του. Στην ίδια λογική πάνω κάτω στήθηκαν και τα γραφεία του κόμματος στον Περισσό, γραφεία που και μια μεγάλη ντόπια ή πολυεθνική εταιρεία θα τα ζήλευε. Για να δουλέψουν όλα αυτά χρειάστηκε να επανδρωθούν με κόσμο. Εργαζόμενοι, κατά κύριο λόγο μέλη του κόμματος, κάτι όμως που ειδικά μετά το '90 δεν ισχύει απόλυτα, που αμειβόντουσαν και αμείβονται με βάση τα ισχύοντα στη νομοθεσία και οποίοι επιπλέον έχουν το αίσθημα, και αν δεν το έχουν τους το υπενθυμίζουν, ότι προσφέρουν στην υπόθεση του ΚΚΕ, όποια και αν είναι αυτή. Οι επιχειρήσεις αυτές, κατά δήλωση από το 2010 ακόμη (Ριζοσπάστης 16/10/2010, σελ.17) της Αλέκας Παπαρήγα, δεν θα μπορούσαν να λειτουργούν έξω από τα καπιταλιστικά πλαίσια. Αυτονόητο είναι. Λειτουργούν δηλαδή ακριβώς όπως και οι "καθαρές" καπιταλιστικές επιχειρήσεις με στόχο το κέρδος, εκμεταλλευόμενες εργατική δύναμη, άλλωστε δεν θα μπορούσε να επιβιώσουν αλλιώς, και γι' αυτό και επιδίωκαν να έχουν πελάτες και να "χτυπάνε" δουλειές, η διαφορά είναι ότι αυτό το κέρδος δεν το καρπώνεται ένας κεφαλαιοκράτης ή οι μέτοχοί τους αλλά το κόμμα. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς γιατί ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ αναγνωρίζει στον εαυτό της το δικαίωμα να διατηρεί επιχειρήσεις που δουλεύουν με καπιταλιστικούς όρους, ενώ θεωρεί ότι μπορεί να έχει το ρόλο του εργοδότη, δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα στους εργαζόμενους που απολύονται ή που δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται ή που τους κουρεύουν τους μισθούς να αντιδρούν. Να αντιδρούν όχι μόνο απέναντι στο σύστημα που με την πολιτική του εξαθλιώνει τον εργαζόμενο λαό αλλά και απέναντι στον εργοδότη που στο όνομα αυτής της πολιτικής "αναγκάζεται" να κάνει απολύσεις. Να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, ακριβώς όπως κάνει ο εργοδότης τους, με τον οποίο εξ αντικειμένου είναι σε αντίθεση. Επειδή ο εργοδότης λέγεται "κομμουνιστικό κόμμα"; Επειδή οι εργαζόμενοι μπορεί να είναι και μέλη του; Ε, και; Γιατί δηλαδή στο όνομα αυτού θα πρέπει οι εργαζόμενοι να δέχονται την απληρωσιά, το πετσόκομμα μισθών, την ανεργία; Με ποια λογική η μια πλευρά αναγνωρίζει στον εαυτό της να κινείται, εκτός από καθοδήγηση, και ως εργοδότης, ενώ η άλλη πλευρά πρέπει να ξεχάσει τη θέση της και να λειτουργεί με όρους αυτοθυσίας, δηλαδή μόνο ως μέλος αλλά όχι ως εργαζόμενος; Σε τι διαφέρει η λογική αυτή από τη λογική του κάθε εργοδότη που ζητάει τα ίδια από τους εργαζόμενους στην επιχείρησή του; Ή μήπως απολύει με άλλους όρους από αυτούς που θέτει το σύστημα; Δίνει αποζημιώσεις με βάση αυτά που διεκδικεί το ΚΚΕ για τους υπόλοιπους εργαζόμενους ή περίμενε να εφαρμοστούν οι νέες μνημονιακές διατάξεις για να προχωρήσει στις απολύσεις "βάση του νόμου", όπως γράφτηκε; Αλλά να το πάμε και λίγο παραπέρα; Με ποια λογική ένα κόμμα το οποίο ισχυρίζεται ότι θέλει να ανατρέψει το καπιταλισμό στήνει τέτοιου είδους και τέτοιας έκτασης μηχανισμούς-επιχειρήσεις και γραφεία που ξεφεύγουν κατά πολύ από την απλή στήριξη των λειτουργιών του κόμματος; Είναι ή δεν είναι η Τυποεκδοτική μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στο χώρο της, κάποτε δε η μεγαλύτερη, η οποία μάλιστα για ένα διάστημα είχε και πελάτες (ακόμη και τον ΔΟΛ) που τις έφυγαν οπότε και αναγκάστηκε να κάνει απολύσεις; Τι τις χρειάζεται ένα κομμουνιστικό κόμμα τέτοιου είδους δραστηριότητες, σε τι εξυπηρετούν το σκοπό του; Τόσο πολύ εξαρτάται από το χρήμα η ύπαρξή του και η δράση του; Τι είδους σχέσεις δημιουργούνται ανάμεσα στα μέλη του κόμματος με το κόμμα, με την καθοδήγηση, όταν αυτή η σχέση αποκτά και χαρακτηριστικά εργοδότη-εργαζόμενου; Είναι πολλά τα ιδεολογικά και πολιτικά ερωτήματα που εγείρονται και τα οποία φυσικά δεν αφορούν μόνο το ΚΚΕ. Και αν βρήκαν ευκαιρία η Αυγή, ο ΣΥΡΙΖΑ και τα άλλα μέσα που κινούνται στο χώρο του, να επιτεθούν στο ΚΚΕ ας κοιτάξουν πρώτα τα του οίκου τους γιατί και εκεί δεν είναι και τόσο ρόδινα τα πράγματα! "Διαγραφές"-απολύσεις υπήρξαν και στα δικά τους μέσα. Τουλάχιστον το ΚΚΕ, όταν εγείρονται τέτοια ζητήματα στο ΣΥΡΙΖΑ, κρατάει μια πιο συνεπή στάση! Δείχνει την αλληλεγγύη του! Τι ήταν αυτό που οδήγησε τις ηγεσίες του ΚΚΕ να προχωρήσουν σε τέτοιου είδους επενδύσεις; Ξοδεύοντας, ανάμεσα στα άλλα χρήμα και κόπο των μελών του; Τόσο σίγουροι ήταν και είναι ότι θα είναι για πάντα νόμιμο κόμμα; Εφ' όσον είναι επαναστατικό, όπως λέει, πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο της παρανομίας. 'Η μήπως είχε πιστέψει η ηγεσία του ΚΚΕ ότι θα ανατρέψει το σύστημα με ομαλό τρόπο; Μάλλον όχι. Μάλλον τελικά, όπως κάθε κόμμα που έχει υιοθετήσει τις ρεβιζιονιστικές απόψεις, που έχει αποδεχθεί τη παντοδυναμία του συστήματος και έχει επιλέξει να κινείται στα όρια του με κύρια μορφή παρέμβασής του τον κοινοβουλευτισμό, δεν θα δυσκολευτεί να στήσει και τέτοιους μηχανισμούς στήριξής του. Ένα κομμουνιστικό κόμμα δεν έχει ανάγκη από μονοπωλιακού τύπου επιχειρήσεις για να κάνει αυτά για τα οποία υποτίθεται ότι είναι ταγμένο. Η δύναμή του είναι τα μέλη του και τα στελέχη του, αυτοί γράφουν, τυπώνουν, διακινούν τα έντυπά του και τις εκδόσεις του, αυτοί παρεμβαίνουν στο λαό και τον καλούν να αλλάξει αυτή τη κοινωνία. Η επαγγελματοποίηση μελών και στελεχών θα έπρεπε να γίνεται στη βάση άλλων αναγκαιοτήτων, με πολύ σκέψη και προσωρινά. Παλιότερα ποτέ δεν είχε τα στοιχεία της μονιμότητας. Η πληρωμή τους θεωρούνταν αναγκαίο κακό και από τον αποδέκτη και από αυτούς που το αποφάσιζαν. Εδώ βρισκόντουσαν τρόποι να βγαίνουν και να διακινούνται εφημερίδες, βιβλία και κάθε είδους έντυπα σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας, δεν θα βρισκόταν τώρα; Και δε λέμε ότι δεν θα ήταν καλό να υπήρχε ένα σίγουρο τυπογραφείο ή ότι θα ήταν λάθος να χρησιμοποιούνται οι τεχνολογικές δυνατότητες και από τους κομμουνιστές, αλλά από εκεί έως την έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα υπάρχει απόσταση. Έχοντας αποδεχτεί η ηγεσία του ΚΚΕ για τα καλά την αστική νομιμότητα έχει προσαρμόσει και τη λειτουργία του ανάλογα. Αλλιώς δεν εξηγείται αυτός ο παραλογισμός(;) του να προσπαθεί να υπερασπιστεί το δικαίωμά της να απολύει κόσμο από τις επιχειρήσεις της, δίνοντας απαντήσεις του τύπου "καπιταλισμό έχουμε", "κρίση περνάμε", το "σύστημα φταίει" ή και "εσείς τα ίδια κάνετε". Φυσικά και το αστικό πολιτικό σύστημα και τα έντυπά του θα βρουν αφορμή να το χτυπήσουν και να πουν "και εσείς τα ίδια κάνετε, τι φωνάζετε για μας". Ευκαιρία ψάχνουν για να συκοφαντήσουν τους κομμουνιστές και τις ιδέες τους. Το θέμα είναι να μην τους δίνεται η ευκαιρία. Και το ΚΚΕ κάνει τα πάντα για να τους τη δώσει! Είναι πολλαπλά εκτεθειμένο. Από το 1974 που υπέγραψε ότι δεν θα καταλύσει το σύστημα για να αναγνωριστεί, μέχρι την αποδοχή των κάθε είδους χρηματοδοτήσεων από το κράτος, φροντίζει το ίδιο να δίνει τέτοιου είδους πατήματα για να βγαίνουν οι κάθε είδους κάφροι και τα τσιράκια του συστήματος να λένε στον κόσμο ότι τελικά οι κομμουνιστές δεν διαφέρουν σε τίποτα από όλους τους άλλους. Η ανεξαρτησία ενός κόμματος από το σύστημα δεν εξαρτάται από το πόσο μεγάλες επιχειρήσεις θα έχει για να εξασφαλίζει όσο το δυνατόν περισσότερο χρήμα αλλά από άλλα πράγματα. Αν και εφ' όσον λυθούν ποτέ αυτά τότε θα λυθούν και τα άλλα για τα οποία κουβεντιάζουμε σε αυτό το σημείωμα. Ως τότε ας προσπαθεί η ηγεσία του ΚΚΕ να πείσει ότι στήνει καπιταλιστικές επιχειρήσεις για να ανατρέψει τον καπιταλισμό απρόσκοπτα!

7 Αυγ 2013

Συνέδριο ΣΥΡΙΖΑ, επιβεβαίωση της δεξιάς κατεύθυνσης

«…ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πια, μετά το 1ο Ιδρυτικό του Συνέδριο, μια ιδεολογικοπολιτική διακήρυξη που είναι ένα ταυτοτικό κείμενο, έχει τις πολιτικές του αποφάσεις, οι οποίες αποσαφηνίζουν και επιβεβαιώνουν πλευρές της πολιτικής του, έχει το καταστατικό του και έχει και για πρώτη φορά τον πρόεδρό του, εκλεγμένο και νομιμοποιημένο μέσα από απόλυτα δημοκρατικές διαδικασίες ». (δηλώσεις Π. Σκουρλέτη μετά το συνέδριο).

"Η Αριστερή Πλατφόρμα θεωρεί πολύ θετικό το ποσοστό που συγκέντρωσε η λίστα της στο Ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Το ποσοστό αυτό καταδεικνύει εμπιστοσύνη προς την Αριστερή Πλατφόρμα και επιβεβαιώνει τη μεγάλη και ανοδική απήχηση που συναντούν οι θέσεις και οι εναλλακτικές προτάσεις της όχι μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε όλη την Αριστερά και τον κόσμο της και ευρύτερα στην κοινωνία» (απόσπασμα της ανακοίνωσης της Αριστερής Πλατφόρμας μετά το συνέδριο)

Σε ανάλογο ύφος κινούνται όλες οι δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και νομίζουμε ότι αυτές του Δ. Παπαδημούλη, «να τα αφήσουμε πίσω όλα αυτά και να δουλέψουμε όλοι μαζί με συντροφικότητα, αλληλεγγύη και σεβασμό », εκφράζουν την κοινή συνισταμένη τους.
Έτσι και αλλιώς, σε αυτό το συνέδριο δεν κρινόταν η γενική κατεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία έχει αποκτήσει «ταυτότητα» όλο το προηγούμενο διάστημα, αλλά τώρα απέκτησε και την «νομιμότητα» ενός ιδρυτικού συνεδρίου και φυσικά η αναβαπτισμένη ηγεσία του έλαβε την «εξουσιοδότηση» να προχωρήσει προς τους στόχους που έχει θέσει χωρίς «ταλαντεύσεις».
Οι πανηγυρισμοί (!) της Αριστερής Πλατφόρμας για την αύξηση των ποσοστών της στην διάρκεια των εκλογών για την νέα ΚΕ σε σχέση με την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, μάλλον μελαγχολία πρέπει να προκάλεσε σε όσους έχουν στηρίξει ελπίδες σε αυτό τον χώρο για την αλλαγή του «τοπίου» μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Παρόλη την μετασυνεδριακή σύμπνοια, τις αισιόδοξες δηλώσεις, τα «κοιτάμε μπροστά» και άλλα τέτοια, η διαδικασία του συνεδρίου φαίνεται ότι άφησε «στυφή» γεύση σε μέλη, στελέχη και οπαδούς του κόμματος της «κυβερνώσας αριστεράς» που περίμεναν απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα. Σε άλλους, πάλι, επιβεβαιώθηκε η πορεία προς την «εθνική σωτηρία» εντός συστήματος και δεσμών εξάρτησης και έμειναν «ικανοποιημένοι» από την διαδικασία και τα αποτελέσματά της.
Η επιλογή της ηγεσίας του να τελειώνει με την εκκρεμότητα του «ενιαίου» και απερίσπαστη να «ριχτεί στην μάχη» των…εκλογών, οι οποίες θεωρεί ότι είναι κοντά ή τέλος πάντων με τον «ανένδοτο» που έχει κηρύξει θα τις φέρει πιο κοντά, καθόρισε τον χαρακτήρα του συνεδρίου και τα αποτελέσματά του.
Παρά την εντυπωσιακή απουσία του Μανώλη Γλέζου την πρώτη μέρα του συνεδρίου, στην εναρκτήρια ομιλία του Αλ. Τσίπρα, ως έκφραση διαμαρτυρίας για την διάλυση των συνιστωσών και τη δημιουργία ενός αρχηγικού κόμματος, τελικά το ζήτημα της αυτοδιάλυσης των συνιστωσών διευθετήθηκε και δόθηκε «εύλογο χρονικό διάστημα», για να αποφασίσουν και οι υπόλοιποι που δεν προχώρησαν ακόμα, όπως ήδη έχουν κάνει ο ΣΥΝ, η ΑΚΟΑ, η ΚΟΕ, η Ρόζα. Βέβαια, στο ζήτημα αυτό, οι χειρισμοί, από όλες τις πλευρές, δεν έχουν όρια και δείχνουν το πώς αντιλαμβάνονται την εσωτερική λειτουργία ενός αριστερού κόμματος «των μελών», όπως λένε.
Άλλοι αυτοδιαλύθηκαν με πανηγυρικό τρόπο (ΣΥΝ), αφού ήδη αποτελούν την κυρίαρχη πλευρά μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, άλλοι έκαναν «αναστολή της αυτοτελούς δημόσιας παρουσίας» (ΚΟΕ), μοντέλο που μάλλον θα «φορεθεί» και από τους υπόλοιπους, άλλοι θα συμμετέχουν ως «προσωπικότητες» στην ηγεσία και τα όργανα. Σε κάθε περίπτωση, κανένας δεν φαίνεται διατεθειμένος να παραιτηθεί ολοκληρωτικά από το «έχειν» του. Η συγκρότηση τάσεων-μηχανισμών εντός του κόμματος, με όλα τα χαρακτηριστικά μίας οργανωμένης αλλά «νόμιμης» φράξιας, εξασφαλίζει την διαπραγμάτευση σε ηγετικό επίπεδο ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και πρόσφορη έξοδο διαφυγής, εάν το πράγμα «στραβώσει». Αλλά επί της ουσίας, αυτό που φάνηκε στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι το πραγματικό διακύβευμα στην υπόθεση των συνιστωσών είναι να απαλλαγεί η ηγεσία του από τα «βαρίδια» μιας προηγούμενης περιόδου και να μπει στην πλήρη συμμόρφωση και προσαρμογή στους κανόνες του αστικού πολιτικού παιχνιδιού. Μέσα στο συνέδριο δεν υπήρξε πάλη αντίθετων πολιτικών γραμμών και θέσεων και αυτό το πιστοποιεί και η διαδικασία ψήφισης της πολιτικής απόφασης. Στη διαδικασία αυτή, η Αριστερή Πλατφόρμα (ΑΠ) δεν κατέθεσε αντιθετικό κείμενο αλλά τροπολογίες, οι οποίες και καταψηφίστηκαν από την πλειοψηφία, ενώ η ΑΠ ψήφισε λευκό στο σχέδιο της απόφασης.
Πάντως ένα είναι σίγουρο. Αυτό το συνέδριο δεν απασχόλησε τον εργαζόμενο λαό, τον οποίο καταπλακώνει η ολομέτωπη επίθεση του συστήματος που έχει ρημάξει την ζωή του. Και είναι πράγματι πολύ αντιφατικό πράγμα να γίνεται ένα ολόκληρο συνέδριο κόμματος της αριστεράς για το πώς «θα σωθεί ο λαός και η χώρα» και αυτό να απασχολεί μόνο τα μέλη του συγκεκριμένου χώρου.
Για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, τα καυτά ζητήματα του εργαζόμενου λαού και οι κινητοποιήσεις του για το δικαίωμα στην δουλειά και την ζωή θα βρουν «ικανοποίηση» μόνο από την επόμενη κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ».
Εξάλλου ο Αλέξης Τσίπρας, στην εναρκτήρια ομιλία του, έθεσε το δίλημμα στον λαό, με την μορφή « μνημόνιο ή ΣΥΡΙΖΑ», για να ξεκαθαρίσει από την πλευρά του ότι η ανατροπή των βάρβαρων μέτρων δεν αποτελεί ζήτημα μαζικού κινήματος αλλά ζήτημα εκλογικής διαδικασίας. Δεν μπήκε, βέβαια, στον κόπο να εξηγήσει πώς η εκτίναξη του ποσοστού από το 4% στο 27%, και μάλιστα στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν λειτούργησε προς όφελος του εργαζόμενου λαού, όταν από τον Ιούνιο του 2012 η επίθεση κλιμακώνεται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ «προσβλέπει» στον λαό μόνο σαν «όχημα» που θα τον φέρει στην κυβερνητική εξουσία και από εκεί ξεκινάει και το μεγάλο του πρόβλημα. Στην «σκληρή διαπραγμάτευση» που σκοπεύει να κάνει με τους ιμπεριαλιστές και τους εκπροσώπους του κεφαλαίου στην χώρα, όταν αναλάβει την διακυβέρνηση, ζητάει την στήριξη του λαϊκού παράγοντα, την ίδια στιγμή που κάνει ό, τι περνάει από το χέρι του, για να τον αποσυγκροτήσει πολιτικά και οργανωτικά, είτε σπέρνοντας αυταπάτες κάθε είδους είτε ξεπουλώντας κινητοποιήσεις, όπως αυτές των καθηγητών. Οι σχέσεις που προσπαθεί να οικοδομήσει με τον λαό και το «συμβόλαιο εμπιστοσύνης» μαζί του είναι σε ευθεία «αναλογία» με τις σχέσεις που προσπαθεί να οικοδομήσει με το σύστημα της εκμετάλλευσης και το πλέγμα της εξάρτησης. Από τις αυταπάτες του 4%, το κόμμα πρέπει να περάσει στον ρεαλισμό του 27% της αξιωματικής αντιπολίτευσης και της πιθανής αυριανής διακυβέρνησης.
Εξάλλου, και κάποια «μηνύματα», όπως το άρθρο των Γκαλμπρέϊθ – Βαρουφάκη στους New York Times, ότι «μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να σώσει την Ελλάδα», γιατί «Μόνο ένα κόμμα που είναι υπέρ της Ευρώπης, αλλά αποφασισμένο να αλλάξει την πολιτική της, μπορεί να ελπίζει ότι θα το καταφέρει. Δεν υπάρχει λύση που απλώς να ακολουθεί τις ακόμη πιο καταστροφικές απαιτήσεις της τρόικας.» (εξηγήσεις Γκαλμπρέϊθ στην Καθημερινή), αποτελούν «οδηγό» για την ηγεσία του αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύουν και τις δυσκολίες του «εγχειρήματος» που κάποιοι εντός και εκτός Ευρώπης της επιφυλάσσουν. Είναι φανερό ότι η πιθανή αυριανή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του (από αριστερά έως πατριωτική δεξιά, λέει ο Τατσόπουλος) θα έχει την «έξωθεν» αλλά πιθανά και την «έσωθεν» στήριξη και θα κριθεί από το επίπεδο της «διαπραγμάτευσης» με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό, έτσι ώστε να ηττηθεί η «υφεσιακή» πολιτική της Μέρκελ. Το περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά αυτής της «διαπραγμάτευσης» περιγράφει αρκετά αποκαλυπτικά, μετά το συνέδριο, ο Γιάννης Μηλιός, σε συνέντευξή του στο tvxs: «Διότι διαπραγμάτευση σημαίνει ένα τραπέζι όπου διαφορετικά συμφέροντα, διαφορετικές προοπτικές, προσπαθούν να βρουν μια λύση που να κατοχυρώνει κατά το δυνατό και τις δύο πλευρές ή εν πάση περιπτώσει να θέτει τα αιτήματα της μια πλευράς απέναντι στην άλλη. Μέχρι τώρα δεν γινόταν διαπραγμάτευση διότι οι κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά βρίσκονται από την ίδια μεριά του τραπεζιού με τους δανειστές». Και στο ερώτημα, τι θα γίνει με την απειλή της παύσης της χρηματοδότησης, το ηγετικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ απαντάει: «Το όπλο της παύσης της χρηματοδότησης θεωρούμε σίγουρο ότι θα χρησιμοποιηθεί. Το ερώτημα είναι για πόσο χρονικό διάστημα. Διότι πρέπει να ξέρουμε ότι η χρηματοδότηση προς το ελληνικό δημόσιο προσανατολίζεται κατά συντριπτικό ποσοστό στην αποπληρωμή παρελθόντων δανείων που λήγουν. Επομένως, όταν προκύψει ένα σταμάτημα αυτής της χρηματοδότησης, θα πρόκειται για την εξώθηση της χώρας να μην μπορεί να ικανοποιήσει τα δάνεια που λήγουν. Εμείς λοιπόν λέμε ότι αυτό το ζήτημα, αρχίζοντας έτσι τη διαπραγμάτευση, θέτει στο τραπέζι το θέμα και της επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους (το ύψος, τα επιτόκια, τις άλλες ρήτρες κλπ) – σημειωτέον, εμείς επιμένουμε στη θέση να μην πληρώνονται τόκοι και χρεολύσια όσο υπάρχει ύφεση.»
Νομίζουμε ότι καμία πολιτική απόφαση του συνεδρίου δεν μπορεί να αποτυπώσει με πιο χαρακτηριστικό τρόπο από τα παραπάνω, την έκταση και το βάθος της πραγματικής πολιτικής κατεύθυνσης του ΣΥΡΙΖΑ εντός συστήματος και εντός των ιμπεριαλιστικών δεσμών και ανταγωνισμών. Το περιεχόμενο αυτής της κατεύθυνσης μπορεί να εκφράζει τμήματα μεσοστρωμάτων και κομμάτια της αστικής τάξης που ευελπιστούν σε έναν «σκληρό διαπραγματευτή» της ίδιας τους της θέσης αλλά δεν έχουν καμιά σχέση με τις αγωνίες και τις ανάγκες του εργαζόμενου λαού. Και για όσους σπέρνουν αυταπάτες, ότι αυτή η κατεύθυνση μπορεί να γίνει πιο ριζοσπαστική και πιο αριστερή, κυρίως αποτελεί προσπάθεια συγκάλυψης της δικής τους ευθύνης και του συμβιβασμού τους με μία δεξιά πολιτική κατεύθυνση για το εργατικό-λαϊκό κίνημα.

27 Ιουν 2013

Οι «χαμένες ευκαιρίες» για τον λαό και το «νέο συμβόλαιο» του ΣΥΡΙΖΑ

Με μία προεκλογικού χαρακτήρα συγκέντρωση και την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην πλατεία Συντάγματος, την Δευτέρα 17/6, «κορύφωσε» ο ΣΥΡΙΖΑ την κινητοποίησή του ενάντια στο κλείσιμο της ΕΡΤ από την κυβέρνηση Σαμαρά. Παράλληλα με την συνάντηση των αρχηγών της τρικομματικής κυβέρνησης, όπου αναζητούνταν νέα επίπεδα συμφωνίας και συμβιβασμών για την προώθηση της επίθεσης στο λαό, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έστησε μία προεκλογική συγκέντρωση «με τα όλα της». Από σκηνοθετική κάλυψη πλήθους και ανάλογο φωτισμό, μέχρι ελληνικές σημαίες διέθετε το σκηνικό, για να εμπεδωθεί η αντίληψη, ότι στις εκλογές βρίσκεται η μοναδική διέξοδος για όλα τα τμήματα του λαού που χτυπιούνται από την επίθεση της κυβέρνησης και των πιστωτών και μοναδική λύση είναι ο ΣΥΡΙΖΑ για την αντιμετώπιση της καταστροφής.
Είναι γεγονός ότι η απόφαση του Σαμαρά να κλείσει την ΕΡΤ, μέσα σε λίγες ώρες, με την φασιστικού τύπου πράξη νομοθετικού περιεχομένου, και να στείλει στην κόλαση της ανεργίας 2600 εργαζόμενους, ανοίγοντας τον «χορό» των απολύσεων στον δημόσιο τομέα, αποτέλεσε μία πρώτης τάξεως «ευκαιρία» για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να βγει από τα αδιέξοδα που η ίδια είχε οδηγηθεί με την πολιτική της.
Με νωπό ακόμα το ξεπούλημα των διαθέσεων για αγώνα των καθηγητών της μέσης εκπαίδευσης, παρά την τρομοκρατία της κυβέρνησης με την κήρυξη επιστράτευσης, έχοντας ελάχιστα αποτελέσματα από την διαχείριση της φτώχειας που επιδιώκει μέσω των λεγόμενων δικτύων αλληλεγγύης, με διαφωνίες στο εσωτερικό για τον «ενιαίο» χαρακτήρα του κόμματος και με τα γκάλοπ να δείχνουν στασιμότητα και υποχώρηση, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, αξιοποιώντας την αντίσταση των εργαζομένων στην ΕΡΤ και την μαζική κινητοποίηση του κόσμου, φεύγει «μπροστά». Κι αυτό το επιχειρεί στο πεδίο που θεωρεί ότι μπορεί να ανακάμψει από την περιθωριοποίηση που του είχαν επιφυλάξει οι δυνάμεις του συστήματος μέσα και έξω από την χώρα, με την επιλογή τους να στηρίξουν με όλους τους τρόπους και τα μέσα το «πολιτικό κέντρο» Σαμαρά. Σκορπώντας εκλογικές αυταπάτες στον λαό και χρησιμοποιώντας ως «μοχλό πίεσης» τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στην ΕΡΤ, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θέτει προς κάθε κατεύθυνση διλήμματα «δημοκρατικής κατεύθυνσης», «νομιμότητας» και «δημοκρατικής ομαλότητας», με «άξονα» την ιστορική αναφορά στην πλατεία Συντάγματος.
Η προσπάθεια συγκρότησης ενός «δημοκρατικού μετώπου» απέναντι στην εκτροπή Σαμαρά δηλώνεται σε όλους τους τόνους ότι πάει πολύ πέρα από τα πλαίσια του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εδώ «ακουμπάνε» και οι προ μηνών αναφορές, από τον Αλέξη Τσίπρα στον ιδρυτή της ΝΔ Κ.Καραμανλή, για το «μεταρρυθμιστικό» του έργο και την δημοκρατική ομαλότητα που έφερε στην χώρα.
Η προσπάθεια της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ για «επικοινωνία» με στελεχικό δυναμικό της Δεξιάς αλλά και του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, για την απομόνωση του νεοφιλελεύθερου ακροδεξιού Σαμαρά, είναι σε ευθεία αναλογία με την κατεύθυνση για ορθολογική διαχείριση του συστήματος της εκμετάλλευσης και της εξάρτησης. Με το «τελειώσατε κύριε Σαμαρά», ο Αλέξης Τσίπρας στέλνει μήνυμα εντός και εκτός της χώρας, ότι υπάρχουν πολύ πιο «υπεύθυνες» δυνάμεις, για να διαχειριστούν την κρίση, πιστές στην αστική νομιμότητα αλλά και στο βασικό πλαίσιο λειτουργίας του συστήματος. Το πόσο βέβαια θα «εισακουστεί» από τους «παραλήπτες» του μηνύματος, είναι μίας άλλης τάξης ζήτημα. Και η μέχρι τα σήμερα «ανταπόκριση» έχει φτωχά αποτελέσματα.
Ο κάθετος αποκλεισμός κάθε σκέψης για προσφυγή στις κάλπες από όλα τα κέντρα, δεν αφορούσε μόνο τον Σαμαρά, τον Βενιζέλο και τον Κουβέλη αλλά και τον Τσίπρα. Θα είναι «μακρύς» ο δρόμος για την ηγεσία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κέντρων του συστήματος, ότι μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη εναλλακτική λύση.
Δεν είναι η πρώτη φορά ούτε η τελευταία που η ηγεσία της ρεφορμιστικής αριστεράς προσπαθεί να μετατρέψει σε «ανώτατο σημείο» της πάλης του εργαζόμενου λαού τις…εκλογές. Αυτά είναι τα όρια της. Μέχρις αυτού του σημείου θεωρεί ότι μπορεί να αντιπαρατεθεί με την τρικομματική κυβέρνηση και το σύστημα της φτώχειας, της εξαθλίωσης και της εξάρτησης. Εξάλλου, με αυτή την «επιτυχημένη» πολιτική κατεύθυνση, έφτασε μέχρις εδώ, σημειώνοντας τα μεγαλύτερα εκλογικά ποσοστά για την αριστερά στην μεταπολιτευτική περίοδο, φέρνοντας πιο κοντά, για πολλούς το όραμα για μία «κυβέρνηση της αριστεράς». Το αν και κατά πόσο αυτό εμπόδισε την κλιμάκωση της επίθεσης του συστήματος στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις στην ίδια την ζωή του εργαζόμενου λαού, δεν απασχολούν τους εμπνευστές αυτής της κατεύθυνσης. Σε κάθε περίπτωση αγώνα και αντίστασης των εργαζομένων, όπως σήμερα στην ΕΡΤ , μεταφέρουν το ζήτημα στο «κεντρικό πολιτικό επίπεδο», όχι για να αποκαλύψουν τα πραγματικά χαρακτηριστικά του συστήματος και την ανάγκη για μία συνολική πάλη απέναντί του, αλλά για να περιορίσουν αυτή την πάλη και την διεκδίκηση στην εκλογική…ανατροπή της κυβέρνησης. Οι εκλογικές αυταπάτες που σκορπίζει και οι συνέπειες αυτών των αυταπατών στον κόσμο που αγωνίζεται, περιορίζουν την πολιτική και οργανωτική του συγκρότηση σε «αντίστοιχα» επίπεδα, κάνοντάς τον έτσι ευάλωτο στην επίθεση της κυβέρνησης και των δυνάμεων του συστήματος. Για αυτό και η εκλογική άνοδος, όχι μόνο δεν συνοδεύτηκε μέχρι τα σήμερα με αλλαγή στους συσχετισμούς του λαού με το σύστημα, αλλά η επίθεση κλιμακώθηκε ακόμα παραπέρα, σκορπώντας την εξαθλίωση στον κόσμο της δουλειάς. Επιβεβαιώνεται, με αυτό τον τρόπο, ο καταστροφικός χαρακτήρας αυτής της κατεύθυνσης για το κίνημα και τον λαό, ακόμα και σήμερα, την περίοδο της «προεκλογικής εφόδου». Πόσο μάλλον, όταν ο κυβερνητικός στόχος «επιτευχθεί».
Την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν την απασχολεί το επίπεδο συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων, υποβαθμίζει τις αγωνιστικές διαθέσεις του κόσμου και ταυτόχρονα κάνει και κριτική στον λαό για την «χαμένη ευκαιρία», στις εκλογές του Ιούνη του 2012, που δεν πρέπει να επαναληφθεί. Αυτά που προτείνει είναι ένα «νέο συμβόλαιο εμπιστοσύνης» και η διαβεβαίωση, ότι το στελεχικό δυναμικό που διαθέτει έχει τις ικανότητες να «πετύχει». Ζητάει, λοιπόν, από τον λαό να του αναθέσει την σωτηρία του από την καταστροφή.
Ο «άμεσος» χαρακτήρας στην εκλογική αντιπαράθεση με την τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά που δίνει ο Αλέξης Τσίπρας, για να απαλλαγεί ο λαός από τα δεινά του, συνεχίζει να ασκεί επιρροή σε τμήματα του λαού και να «διεισδύει» και σε διάφορους χώρους της αριστεράς. Από την άλλη πλευρά, όμως, η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της κυβέρνησης, με το «πρελούδιο» της ΕΡΤ, κάνει φανερό σε όλους ότι την επίθεση δεν θα την σταματήσουν τα προεκλογικά «γιουρούσια» αλλά η συγκρότηση των μετώπων πάλης και διεκδίκησης των εργαζομένων. Οι πραγματικά «χαμένες ευκαιρίες» για τον λαό και την πάλη του για την ανατροπή της βάρβαρης πολιτικής του συστήματος θα είναι κάθε φορά, όταν αποσύρεται από τα μέτωπα του αγώνα, για να υπογράψει «συμβόλαια εμπιστοσύνης» με τον κάθε επίδοξο «σωτήρα» του.

14 Ιουν 2013

ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ
8 άξονες διαχείρισης της οργής και της απελπισίας

Σε ανοικτή εκδήλωση στη Δραπετσώνα, ο Α. Τσίπρας παρουσίασε ένα πλαίσιο άμεσων προτάσεων για την αντιμετώπιση της φτώχειας που στηρίζεται πάνω σε οκτώ άξονες.
Οι άξονες αφορούν στα χρέη των νοικοκυριών, την φορολογία, τη στέγη, τη σίτιση, τη μέριμνα για το παιδί, τα κοινωνικά αγαθά, την περίθαλψη και τις μεταφορές.
Το πρόγραμμα ανακούφισης του ΣΥΡΙΖΑ, σε γενικές γραμμές, αφορά όσους διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας (ποιο άραγε είναι αυτό και πως κι από ποιόν ορίζεται;), τις πλέον ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού (άποροι, ανασφάλιστοι,άνεργοι) και τις οικογένειες χωρίς καθόλου ή με ελάχιστο εισόδημα.
Διατυπώθηκε, λοιπόν, και το πρόγραμμα καταπολέμησης της φτώχειας του ΣΥΡΙΖΑ που θεωρεί αναγκαία προϋπόθεση υλοποίησής του, όπως ο Α.Τ. δήλωσε στη Δραπετσώνα, «...να έρθουμε σε διάλογο και σε συνεργασία με όλους τους φορείς, τις ΜΚΟ και τις εθελοντικές κινήσεις των πολιτών που ήδη παράγουν κοινωνικό έργο. Και φυσικά με την Εκκλησία της Ελλάδας, που πιστεύουμε ότι μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε αυτήν την κατεύθυνση».
Είναι ή δεν είναι απαραίτητο ένα πρόγραμμα ανακούφισης; Όταν οι πολιτικές της ανεργίας, της φτώχειας, της εξαθλίωσης έχουν πάρει, τα τελευταία χρόνια, τέτοια έκταση, όταν χιλιάδες άνθρωποι είναι χωρίς δουλειά, χωρίς φαγητό, χωρίς ρεύμα, χωρίς περίθαλψη και αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης, δεν πρέπει η Αριστερά να τους ανακουφίσει;
Φαίνεται, πως, με τα 8 σημεία του, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να διατυπώσει τα δικά του κριτήρια, όχι για την ανατροπή της κατάστασης και την επαναφορά του βιοτικού επιπέδου του λαού μας πριν των μνημονίων εποχή, όπως ισχυριζόταν προεκλογικά, αλλά για να δηλώσει πιο καθαρά τις προτεραιότητες του στο νέο τοπίο της καταστροφής.
Ο Α. Τσίπρας, ολοκληρώνοντας την τριήμερη επίσκεψή του στην Ισπανία, εκτιμά, ότι φτώχεια από την κρίση θα έχουμε κι αυτό δεν ανατρέπεται, αν δεν επιτευχθεί «η ενωμένη αντίσταση των λαών του ευρωπαϊκού νότου, που θα δώσει το έναυσμα για μια μεγάλη πολιτική ανατροπή σε όλη την Ευρώπη... είναι η εναλλακτική λύση στο πρόβλημα της οικονομικής κρίσης». Εκλογές στο Νότο, για επικράτηση αντιμνημονιακών κυβερνήσεων, είναι η διέξοδός και μέχρι τότε τι;
Διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης, με δόσεις φιλανθρωπίας που θα αξιοποιήσουν ό,τι δομές διαθέτει το σύστημα (ΜΚΟ, Εκκλησία κ.λπ), για να πλασάρει ανακούφιση και εκτόνωση της οργής των ταλαιπωρημένων ανθρώπων.
Το πρόγραμμα των 8 σημείων συνδέεται άρρηκτα με την πριν από περίπου δύο μήνες συγκρότηση της πρωτοβουλίας «Αλληλεγγύη για Όλους», που, σύμφωνα με τους εμπνευστές της, αποσκοπεί στο να ενισχύσει και να συντονίσει τις δομές αλληλεγγύης οι οποίες είναι διάσπαρτες σ’ όλη την Ελλάδα και να συμβάλλει, επίσης, στη επικοινωνία, συντονισμό και διασύνδεσή τους, με ανάλογες προσπάθειες στο εξωτερικό.
Η ουσία είναι, ότι το πρόγραμμα ανακούφισης των 8 σημείων και οι δομές αλληλεγγύης του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, σίγουρα, δεν αντιμετωπίζουν τις συνέπειες, την ίδια στιγμή που προσφέρουν λίγη ανακούφιση σ’ ένα πολύ μικρό μέρος του εξαθλιωμένου λαού. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο.
Το κύριο, όμως, ζήτημα είναι αλλού. Πως ούτε στην Δραπετσώνα διατυπώθηκε και δεν θα διατυπωθεί, ως φαίνεται, η πρόταση που αποτελεί την πραγματική λαϊκή διέξοδο σε όσα περνά ο λαός αυτήν την περίοδο.
Ποια είναι τα σημεία του ΣΥΡΙΖΑ για την απόλυτη αναγκαιότητα να ξεδιπλωθούν και να δυναμώσουν οι αντιστάσεις στις πολιτικές των απολύσεων, της ανεργίας, της μείωσης των μισθών και των συντάξεων και της πλήρους διάλυσης των εργασιακών σχέσεων;
Αν κρίνουμε από τη άθλια στάση του ΣΥΡΙΖΑ στο ενδεχόμενο απεργίας των καθηγητών, παίρνουμε πληρωμένη... την απάντηση. Να μην ανησυχούν, όμως, οι δεκάδες χιλιάδες απολυμένοι εκπαιδευτικοί που θα προστεθούν στον στρατό των ανέργων. Έχουν τα 8 σημεία!
Τέλος, μπαίνεις στον πειρασμό να σχολιάσεις, πως είναι ένα θέμα ο Λαφαζάνης να εκτιμά οτι “μπαίνουμε σε περίοδο εξεγέρσεων”, άρα και αυξημένων δυνατοτήτων, λέμε εμείς, ενίσχυσης της ταξικής πάλης και του λαϊκού κινήματος αντίστασης και διεκδίκησης, και την ίδια στιγμή, το κέντρο βάρους του πολιτικού του φορέα να πέφτει στην ανακούφιση και την φιλανθρωπία.

Ήρθε η ώρα να κάνουμε …ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή μήπως κυβέρνηση;

Ο τίτλος αντανακλά το επίδικο της συζήτησης που κυριάρχησε πριν και μέσα στη συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μια συζήτηση-αντιπαράθεση, στην οποία συμμετείχαν διάφορα στελέχη του χώρου που περιγράφεται από το δίπτυχο:
1. υπεράσπιση-προβολή της «συμμετοχής της αντικαπιταλιστικής κομμουνιστικής αριστεράς σε μετωπική κυβέρνηση που θα εφαρμόσει το πρόγραμμα της με λαϊκή στήριξη», με παραλλαγή αυτής της εκδοχής της «στήριξης-συμμετοχής σε μια αριστερή αντιφατική κυβέρνηση τύπου Τσάβες» (Ρούσης- Ραχιώτης, Μαυρουδέας, Σωτήρης κα)
2. η απόρριψη των παραπάνω -αν δεν υφίσταται θέμα κατάκτησης της εξουσίας- ως «κυβερνητισμός» και που η προβολή αυτών των «κοινοβουλευτικών στόχων οδηγεί στις αγκαλιές του ΣΥΡΙΖΑ» (κυρίως από τη μεριά του ΝΑΡ Ελαφρός, Μαυροειδής, Χάγιος, Μάρκου, Χριστόπουλος κα).
Βέβαια, και τα δύο αυτά υποσύνολα θέσεων τέμνονται στο γνωστό «μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα». Σημείο τομής που συνιστά ταυτόχρονα και κυρίως, το σώμα θέσεων που έχει εγκλωβίσει όλο αυτό το δυναμικό στην αναζήτηση δρόμων ή παράδρομων μέσω διάφορων και κάθε είδους ερμηνειών εντός του. Έτσι, με το πολιτικό ντοκουμέντο-απόφαση της συνδιάσκεψης, μπορούν όλοι(;) να είναι ικανοποιημένοι. Κρυμμένα πίσω από τις κατάλληλα επιλεγμένες λέξεις-διατυπώσεις, το μεταβατικό πρόγραμμα έχει τα πάντα…

Μεταβατικό πρόγραμμα …πολυεργαλείο
Αποτελεί, το «μέσο για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης», «.. γεφυρώνει το σήμερα με το αύριο, οδηγώντας προς την επανάσταση, το σοσιαλισμό και τελικά τον κομμουνισμό», «… συνδέει και εμπνέει το αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής (ΑΜΡΑ)», «…υπό την ηγεμονία του, επιδιώκεται η δημιουργία του πόλου-πολιτικού μετώπου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς» και τέλος αποτελεί «τη πολιτική βάση της μετωπικής συμπόρευσης πολιτικών δυνάμεων…»
Το βασικό ερώτημα που πρέπει να τίθεται, για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα σε όλη αυτή την αφήγηση, είναι σε τι αναφέρεται η έννοια της μετάβασης. Εννοούνται μεταβάσεις (από μια μορφή σε μια άλλη) εντός του καπιταλιστικού συστήματος ή σε μετάβαση από το σήμερα στο σοσιαλιστικό αύριο, πριν και χωρίς να έχει λυθεί το ζήτημα της εξουσίας. Αυτό το δεύτερο απλά δεν υπάρχει. Ιστορικά, κοινωνικά πολιτικά, δεν υφίσταται τέτοια περίοδος μετάβασης που να «απαιτεί» και το αντίστοιχο πρόγραμμα. Δεν πρέπει να συγχέουμε τη μεταβατική περίοδο μετά την επανάσταση και το πάρσιμο της εξουσίας, ούτε την αναγκαιότητα εκπόνησης τέτοιου προγράμματος λίγο πριν την επανάσταση, για να είμαστε έτοιμοι. Ούτε τέλος, αν, μέσα στις εξελίξεις της ταξικής πάλης, προκύψουν επιλογές και απαντήσεις τακτικού και όχι στρατηγικού χαρακτήρα που θα απαιτήσουν συγκεκριμένες στοχεύσεις που θα ενισχύουν τον επαναστατικό δρόμο.
Στη περίπτωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ -αλλά και των άλλων δυνάμεων της αριστεράς που, μετά την εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και την πιθανότητα διακυβέρνησης απ’ αυτόν, έχουν φέρει στο προσκήνιο το ζήτημα αυτό– αποτυπώνεται τελικά ένα εναλλακτικό κυβερνητικό σχέδιο που «στο σύνολό του θα υλοποιηθεί από την πολιτική εξουσία και κυβέρνηση της εργατικής τάξης», μερικώς και στο σήμερα από μια αριστερή μετωπική κυβέρνηση με στήριγμα το ρωμαλέο λαϊκό κίνημα. Πρόκειται για ένα κατασκεύασμα που υπόσχεται έναν άλλο κόσμο, εφικτό μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, προσμένοντας την επανεμφάνιση της σοσιαλδημοκρατίας, προτάσσοντας ριζοσπαστικές αλλά και ρεαλιστικές μαζί λύσεις και ανατροπές. Προτάγματα που θεωρούνται κοινής αποδοχής ακόμα και από δυνάμεις εντός του συστήματος, καλλιέργεια αυταπατών, έξυπνοι τρόποι και εύκολοι δρόμοι αποφυγής της σκληρής αναμέτρησης που συντελείται στις μέρες μας και των απαιτήσεων που αυτή γεννά για τις αριστερές επαναστατικές δυνάμεις που θέλουν να υπηρετήσουν τη λαϊκή υπόθεση.
Θα το πούμε ακόμη μια φορά. Δεν υπάρχουν σήμερα δυνατότητες κυβερνητικού προγράμματος φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων. Η καπιταλιστική κρίση, η άγρια επιθετικότητα του κεφαλαίου, ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστών, με τελικά χαμένους τους λαούς, δεν αφήνει περιθώρια φιλολαϊκών διαχειρίσεων.

Όροι και προϋποθέσεις
Προτεραιότητα για μας και ταυτόχρονα κριτήριο για το πώς αντιμετωπίζουμε πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονται στην αριστερά είναι η προσήλωση στο στόχο της συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων. Της οικοδόμησης των όρων και προϋποθέσεων, πολιτικά-ιδεολογικά-οργανωτικά-συνδικαλιστικά κλπ, ώστε να αντιπαρατεθούν με το σύστημα και τους εκπροσώπους του, να ανατρέψουν την επίθεση και προοπτικά να νικήσουν, για να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία σε μια ανεξάρτητη χώρα. Αυτή η συγκρότηση δεν είναι -δεν ήταν ποτέ- θέμα συνταγής ή ταχύρυθμης αντιμετώπισης, αλλά θέμα ταξικής πάλης.
Θεωρούμε, ότι οποιαδήποτε κατεύθυνση- και αυτό ισχύει και για το μεταβατικό πρόγραμμα- είναι στον «αέρα», αν δεν δίνει απαντήσεις στα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη, η νεολαία ο λαός της χώρας μας και αν δε δένει με τη πάλη των μαζών. Οι απεργοί στη ΜΕΒΓΑΛ που εναντιώνονται στις απολύσεις, διεκδικώντας το ψωμί τους, θα υιοθετήσουν το μεταβατικό πρόγραμμα και «η μονομερής (από ποιον;) καταγγελία του μνημονίου», μαζί με τον «εργατικό έλεγχο», θα τους φέρει εισόδημα και δουλειά; Θα αρκούσε(;) να δει κανείς την κατάσταση της εργατικής τάξης, για να αντιληφθεί ότι η «συγκρότηση σε τάξη για τον εαυτό της», προϋπόθεση για την ανασύσταση του επαναστατικού κομουνιστικού κινήματος, απαιτείται να γίνει, για να κατανοήσει, πως η υπόθεση της Αριστεράς δεν μπορεί να απαντηθεί με κάποιο «γρήγορο κόλπο».
Και τι δίδαγμα βγαίνει από τη μάχη που δεν άφησαν να δώσουν οι καθηγητές; Ήταν η ώρα να κάνουμε ανταρσία ενάντια στην επιστράτευση της κυβέρνησης, η ώρα της σύγκρουσης, μόνο που αποδείχτηκαν κούφια τα λόγια περί ανυπακοής και αντεπίθεσης από εκπαιδευτικούς της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μάλιστα, διαπιστώνουμε πόσο εύκολο είναι να μεταβείς, μετά από μια τέτοια αρνητική εξέλιξη, ξανά στα γνωστά παραλυτικά πλαίσια (που εμφανίστηκαν πάλι σε συλλόγους που κυριαρχούν οι Παρεμβάσεις) της διαγραφής του χρέους, εθνικοποίησης τραπεζών κλπ, που, μαζί με το 14χρονο σχολείο, είχαν και έχουν τη συμβολή τους στην αδράνεια και την ήττα.
Είμαστε απόλυτοι. Οι μικρές ή και μεγάλες ανατροπές στις συνειδήσεις του κόσμου, η κατάκτηση καλύτερων θέσεων για το κίνημα συντελούνται μόνο στο πεδίο της πάλης που διεξάγεται στο σήμερα, ενάντια στον καπιταλιστικό μεσαίωνα και την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, στη λογική και πράξη της ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ και της ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ που θα διαμορφώσουν και την ΑΝΑΤΡΟΠΗ των γενικότερων συσχετισμών.
Άρνηση αυτής της κατεύθυνσης σημαίνει εκχώρηση της αρμοδιότητας διαμόρφωσης της συγκεκριμένης πραγματικότητας στις δυνάμεις τους συστήματος και υπονόμευση της προοπτικής και του μέλλοντος, όσες μεταβατικές αφηγήσεις και να εκπονήσει κανείς.

Στις δημοσκοπήσεις ξανά!
Η συνδιάσκεψη και η απόφαση –συμβιβασμός στην οποία κατέληξε, έγιναν σε μια στιγμή που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ξαναμπαίνει στα γκάλοπ με ποσοστά από 1,5% μέχρι και 2%. Είτε είναι μία συστημική κίνηση πίεσης προς ΣΥΡΙΖΑ μεριά (μαζί και η παρουσία στα γκάλοπ του Σχεδίου Β), είτε αποτελεί μια πραγματική δημοσκοπική καταγραφή, ως αποτέλεσμα της δεξιάς μετατόπισης του ΣΥΡΙΖΑ, η ουσία είναι ότι αυτό αποτελεί και τη συγκολλητική ουσία αυτού του μετωπικού σχήματος συνεργασίας για το επόμενο διάστημα. Οι εκλογές (ευρωεκλογές, δημοτικές αλλά και οι βουλευτικές) εκτιμούνται ξανά ως ευκαιρία αποκατάστασης της λεηλασίας από τον ΣΥΡΙΖΑ στις επαναληπτικές εκλογές της 12/6/2012 και ξαναμπαίνει στο προσκήνιο ο στόχος της εισόδου στη βουλή. Όμως, τα προβλήματα που συνεπάγεται ο στόχος της πτώσης της τρικομμματικής κυβέρνησης και η αυταπάτη της αντικατάστασής της με μια κυβέρνηση που μπορεί να εφαρμόσει πλευρές του μεταβατικού προγράμματος, δεν πρόκειται να σταματήσουν, τροφοδοτώντας την ΑΝΤΑΡΣΥΑ με νέες τριβές και κόντρες.
Τέλος, θα αναφερθούμε για μια ακόμη φορά στην «πρόταση μετωπικής πολιτικής συμπόρευσης των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής, αντι-ΕΕ, αντι-ιμπεριαλιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς». Σε τοποθέτηση των Μάρκου-Αναγνωστάκη-Κοσμά, αποδέκτης της παραπάνω πρότασης αναφέρεται και το ΚΚΕ(μ-λ) και το Μ-Λ ΚΚΕ. Στην πολιτική απόφαση της συνδιάσκεψης (αλλά και σε όλες τις άλλες τοποθετήσεις στελεχών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ), «κόπηκε» η όποια αναφορά. Αναμενόμενο, βέβαια, γιατί τίθεται ως προαπαιτούμενο της συμπόρευσης, η συμφωνία στο πρόγραμμα μετάβασης, στοιχείο που ισχύει για τις άλλες δυνάμεις που αναφέρονται στην απόφαση (ΜΑΑ-ΣΧΕΔΙΟ-Β, ΚΟΑ, ΕΕΚ, ΟΚΔΕ Εργατική Πάλη κα).
Έτσι, με βάση το παραπάνω, κλείνοντας, θα ξαναθυμίσουμε τη θέση μας για την ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ για την ανατροπή της επίθεσης που, ως οργάνωση, τη θέτουμε συνεχώς και είμαστε έτοιμοι να την υπηρετήσουμε και να ανταποκριθούμε σε κάθε πρόταση και πρωτοβουλία που συμβάλει στην κατεύθυνση αυτή. Θα επιμείνουμε να προωθούμε, με κάθε ευκαιρία, τις κοινές πρωτοβουλίες και τον κοινό αγώνα ενάντια στη βάρβαρη πολιτική, με σεβασμό στη φυσιογνωμία και τις απόψεις της κάθε οργάνωσης. Και πιστεύουμε, ότι έτσι συμβάλουμε στο να μη «χαριστεί» ένα σημαντικό αγωνιστικό δυναμικό στο ρεφορμισμό, να συνεχίσει αυτό το δυναμικό να βαδίζει το δρόμο της ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ και ΠΑΛΗΣ και όχι να αδρανοποιηθεί αναμένοντας κυβερνητικές εναλλαγές διαχείρισης της κρίσης του συστήματος. Ας σκεφτούμε όλοι, τι στήριγμα θα ήταν -την ώρα που ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ έδιναν εξετάσεις στο σύστημα- η υπεράσπιση του αγώνα των εκπαιδευτικών και η συμπόρευση αυτού του δυναμικού σε πανελλαδική κλίμακα.