Το ιστολόγιο της Προλεταριακής Σημαίας παύει να λειτουργεί. Από αυτό το Σαββατοκύριακο συγχωνεύεται με την ιστοσελίδα του ΚΚΕ(μ-λ) σε μια νέα κοινή ιστοσελίδα της οποίας η διεύθυνση θα είναι η http://www.kkeml.gr/.

29 Ιαν 2013

«Ελπίζω να σας πείσω ότι δεν είμαι τόσο επικίνδυνος…
(Αλέξης Τσίπρας στο ινστιτούτο Brookings, Ουάσιγκτον ΗΠΑ)
…όσο προσπαθούν κάποιοι να πουν».

Γνωρίζει πολύ καλά ο Α.Τσίπρας σε ποιους πρέπει να δώσει διαβεβαιώσεις για την «επικινδυνότητα» του χώρου που εκπροσωπεί. Στις παρουσίες του και στις συζητήσεις σε Γερμανία και ΗΠΑ, φανερή ήταν η προσπάθεια να εμφανιστεί σαν υπεύθυνη πολιτική δύναμη με προτάσεις διεξόδου από την κρίση, χωρίς τον κίνδυνο να γίνει η Ελλάδα μια «νέα Βόρεια Κορέα».
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ελπίζει μέσα από τη διεθνή προσέγγιση, κάτι που έτσι κι αλλιώς επιδίωκε εδώ και καιρό, να αποκτήσει ερείσματα και αναγνώριση σαν υπεύθυνη εναλλακτική πολιτική λύση στο ελληνικό πολιτικό πρόβλημα διαχείρισης. Ταυτόχρονα επιχειρεί να αξιοποιήσει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας, παίρνοντας ξεκάθαρα θέση υπέρ της κατεύθυνσης που εκπορεύεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η οποία μάλιστα «δεν έχει βυθίσει την Αμερική στην κατάθλιψη, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα».
Τότε, θα αναρωτηθεί κάποιος, αν έτσι έχουν τα πράγματα, προς τι όλη αυτή η έξαλλη επίθεση της κυβέρνησης Σαμαρά και του Δένδια;
Αν ο ΣΥΡΙΖΑ προσαρμόζεται με ταχύτατους ρυθμούς, γιατί αυτό δεν ομαλοποιεί τις πολιτικές εξελίξεις αλλά, αντίθετα, κάθε μέρα που περνάει τα ζητήματα που τίθενται από την κυβερνητική πλευρά «χοντραίνουν» όλο και περισσότερο και δίνουν την εντύπωση ότι σε λίγο θα βγάλουν εκτός νόμου τον ΣΥΡΙΖΑ, επειδή έχει πάρει το δρόμο της... ένοπλης αναμέτρησης ;
Κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσουμε ότι η ένταση που κλιμακώνεται δεν αποτελεί μια επικοινωνιακή προσπάθεια δημιουργίας κλίματος έντονου διπολισμού. Αυτό αποτελεί παρεπόμενο της κεντρικής πολιτικής του αστικού πολιτικού συστήματος και των ιμπεριαλιστών πατρώνων του.
Η κλιμάκωση της έντασης έχει ως βάση την ολομέτωπη επίθεση στα δικαιώματα και τη ζωή του εργαζόμενου λαού, στις πολιτικές και συνδικαλιστικές του ελευθερίες, στο δικαίωμά του να οργανώνεται, να παλεύει και να διεκδικεί. Ταυτόχρονα, η κλιμάκωση της επίθεσης αποτελεί το επιστέγασμα του νέου συμβιβασμού ανάμεσα σε ΔΝΤ – ΕΕ για τη διαχείριση του χρέους της Ελλάδας για το επόμενο διάστημα και τη στήριξη του μόνου αξιόπιστου αστικού πολιτικού κέντρου που σήμερα προωθεί αποφασιστικά όλα τα βάρβαρα μέτρα. Αυτή η στήριξη στο κέντρο Σαμαρά εκφράστηκε τόσο από τον Σόϊμπλε, κατά την πρόσφατη συνάντησή του με τον Τσίπρα στο Βερολίνο, αλλά και στην τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, που θεωρεί ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα έβαζε σε κίνδυνο το πρόγραμμα προσαρμογής και τη θέση της Ελλάδας στο ευρώ.
Είναι φανερό ότι οι μέχρι σήμερα προσαρμογές της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ δεν αρκούν για τις ντόπιες και ξένες δυνάμεις του συστήματος, που πιέζουν ασφυκτικά για ακόμη μεγαλύτερες. Αυτή η πίεση θα συνεχιστεί ακόμα περισσότερο, όσο «πιάνει τόπο» τόσο στη ρητορική αλλά κυρίως στην πολιτική κατεύθυνση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Όταν ο Παπαδημούλης δήλωνε «θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα» προς τη συγκυβέρνηση Σαμαρά, είναι πλέον φανερό, σήμερα, ότι αυτό αντιστοιχεί σε μια πλήρη υποταγή στην αστική νομιμότητα της αχαλίνωτης επίθεσης.
Οι δυνάμεις του συστήματος γνωρίζουν πολύ καλά, από τη μέχρι τώρα πορεία των εξελίξεων, ότι όσο τραβούν τα πράγματα σε πιο αντιδραστική κατεύθυνση τόσο περισσότερο επιτυγχάνουν και τη δεξιά αναδίπλωση δυνάμεων της αριστεράς, προεξάρχοντος του ΣΥΡΙΖΑ. Και εφόσον το σχέδιο «αποδίδει», δεν έχουν κανέναν λόγο να το εγκαταλείψουν. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο στην περίπτωση που δοθεί και η ανάλογη εντολή από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, πράγμα που δεν φαίνεται σύντομα στον ορίζοντα, εκτός και αν έχουμε απότομες εξελίξεις στην περιοχή ή την έκρηξη του λαϊκού παράγοντα στη χώρα μας.
Η διαμόρφωση ενός πολιτικού υποκειμένου σε παράγοντα και εναλλακτική πολιτική λύση δεν είναι μια εύκολη και απλή διαδικασία, ιδιαίτερα μέσα σε μια περίοδο κρίσης και έντονων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η «τρύπα» που άνοιξε η μαζική αποστοίχιση του λαού από τα αστικά πολιτικά κόμματα δεν θα κλείσει με όση ευκολία φαντάζονται κάποιες πλευρές. Η πλήρης συμμόρφωση στους κανόνες του αστικού πολιτικού παιχνιδιού είναι ένας από τους απαράβατους όρους που δεν μπορούν να ξεπεραστούν για όσους θέλουν να παίξουν υπεύθυνους ρόλους.
Από την άλλη πλευρά, η επένδυση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα μόνιμο προεκλογικό κλίμα αμφισβήτησης της κυβέρνησης, από όπου έχει αποκλειστεί η λαϊκή και εργατική διεκδίκηση και η κύρια εστίαση είναι στην «ανθρωπιστική κρίση» και τη λεγόμενη «κοινωνική αλληλεγγύη», ευνοεί σημαντικά την αντιδραστική επιθετικότητα και συμβάλλει στην κάμψη του λαϊκού παράγοντα. Παράλληλα, τα γκάλοπ δείχνουν ότι αυτή η πολιτική κατεύθυνση μπαίνει σε στασιμότητα και υποχώρηση, δημιουργώντας έτσι προβλήματα στο εσωτερικό του αλλά και σε έναν περίγυρο που θεωρούσε ότι θα ήταν εύκολη η απαλλαγή από τη βαρβαρότητα του μνημονίου με την ανάδειξη μιας νέας κυβέρνησης με «κορμό» τον ΣΥΡΙΖΑ. Όσο διαψεύδεται αυτή η αυταπάτη, η οποία ενισχύθηκε από την ηγεσία του τις παραμονές των απεργιακών κινητοποιήσεων του περασμένου Νοέμβρη, που έδινε «χρόνο ζωής» στην τρικομματική κυβέρνηση μέχρι τον Μάρτη, τόσο προκαλεί απογοήτευση και αποσυσπείρωση στο χώρο αυτό.
Η κατεύθυνση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ εκφράστηκε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στις συναντήσεις Τσίπρα - Σόϊμπλε, στις ομιλίες και στις συναντήσεις του στις ΗΠΑ. «Πυλώνες» της πολιτικής του, έτσι όπως εκφράστηκαν στο Βερολίνο, αποτελούν η «επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος μέσω της πάταξης της φοροδιαφυγής και των πλούσιων φοροφυγάδων», οι «διαρθρωτικές αλλαγές για τη συγκρότηση ενός αποτελεσματικού κράτους» και βέβαια, με πρωτεύουσα θέση, η « Ευρωπαϊκή λύση του προβλήματος του χρέους με γενναίο κούρεμα και ρήτρα ανάπτυξης για την αποπληρωμή του». Δεν είναι που αυτή η ηγεσία έχει υιοθετήσει και έχει πλήρως συμμορφωθεί με την αρχή του αστικού θεωρήματος των πλεονασματικών κρατικών προϋπολογισμών, που ανοίγουν διάπλατα το δρόμο στις ιδιωτικοποιήσεις, στην ακόμα μεγαλύτερη μείωση μισθών στο δημόσιο τομέα αλλά και των δαπανών για υγεία, παιδεία, ασφάλιση κοινωνικές υποδομές. Δεν είναι που αυτή η ηγεσία έχει υιοθετήσει την αστική και τροϊκανή ρητορική περί «αποτελεσματικού κράτους», ξεχνώντας τον ταξικό του χαρακτήρα και το ρόλο που παίζει σήμερα στο χτύπημα των δικαιωμάτων των εργαζομένων και την καταστολή των αγώνων. Είναι που προβάλλει την κατεύθυνση της «ευρωπαϊκής λύσης του προβλήματος του χρέους» με ανάλογο τρόπο όπως της Γερμανίας το 1953, σπέρνοντας έτσι την αυταπάτη ότι οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της ΕΕ, αυτές που οδηγούν το λαό στη φτώχεια και στην εξαθλίωση, θα δώσουν λύση, αφού κατανοήσουν το «αδιέξοδο» της πολιτικής τους, με τις πολιτικές λιτότητας που οδηγούν σε ύφεση. Και αν αυτή η ηγεσία δεν μπορεί να πείσει τον Σόϊμπλε και τη Γερμανία για το πόσο δίκιο έχει, δεν διστάζει να επικαλεστεί την πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ και να χαιρετίσει την προειδοποίηση προς Βρυξέλλες, Φρανκφούρτη, Βερολίνο ότι «η συμφωνία αυτή (εννοεί το μνημόνιο) έχει ξεπεραστεί από την πραγματικότητα». (από την ομιλία στο ινστιτούτο Brookings ).
Ταυτόχρονα δίνει και την κατεύθυνση που διαφοροποιείται από τη Γερμανία, ότι «θα απαιτήσουμε ένα Νέο Σύμφωνο (new deal) για την Ευρώπη που θα κινητοποιήσει τις παραγωγικές δυνατότητες της ηπείρου ενάντια στη φτώχεια και την απελπισία» (από την ίδια ομιλία). Η αναφορά στον πρόεδρο της Fed (Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ) που «μελέτησε τη μεγάλη ύφεση του 1929» σε αντίθεση με το ρόλο της ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ) στην πρόσφατη ευρωπαϊκή κρίση. Η θετική αναφορά του στον Ρούσβελτ αλλά και η διαπίστωση για την «έλλειψη κατάθλιψης σήμερα στην Αμερική» λόγω προφανώς της πολιτικής Ομπάμα, όλα τα παραπάνω κάνουν φανερή την προσπάθεια της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να αναζητήσει στήριξη για το «ευρωπαϊκό του σχέδιο» στις αμερικάνικες πλάτες. Αυτά, εξηγεί ο Τσίπρας, σημαίνουν «ριζοσπαστική αριστερά στην Ελλάδα» μαζί με τις «ριζικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος για να δημιουργηθεί ένα σταθερό περιβάλλον δικαιοσύνης, αναδιανομής του πλούτου και επενδύσεων».
Και για όσους έχουν ακόμη ενδοιασμούς για τις προθέσεις του Τσίπρα και της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, η διαβεβαίωση δίνεται με τον πιο επίσημο τρόπο: «Ήμασταν πάντα και πάντα θα παραμείνουμε ένα ευρωπαϊκό κόμμα», «η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα κρατήσει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη». Πόσο πιο ανοιχτά να στηρίξει την κατεύθυνση της υπεύθυνης καπιταλιστικής διαχείρισης μέσα στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης; Και για να αποφύγουμε κάθε παρεξήγηση σχετικά με τα λεγόμενα του Αλέξη Τσίπρα, να ενημερώσουμε τους αναγνώστες της εφημερίδας μας ότι η ομιλία στο ινστιτούτο Brookings έγινε στα ελληνικά, οπότε δεν έχουμε κανένα ζήτημα να «χαθούμε στη μετάφραση».
Η εκτίναξη του ποσοστού του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές Μάη-Ιούνη, η υπεροχή του, μέχρι πρόσφατα, στις δημοσκοπήσεις, η πλήρης κυριαρχία στο εσωτερικό του της κυβερνητικής γραμμής σαν της μοναδικής απάντησης στη βαρβαρότητα του μνημονίου, είχε δημιουργήσει πολλές αυταπάτες και ένα κλίμα «ευκολίας» για την υλοποίηση των στόχων. Η κλιμάκωση της αντιδραστικής επίθεσης της κυβέρνησης και όλων των δυνάμεων του συστήματος, με την προώθηση της φασιστικοποίησης της δημόσιας ζωής, με τα κηρύγματα περί «ανομίας» όσων τολμούν ακόμα και να σκέφτονται ότι πρέπει αντισταθούν, αποκαλύπτει ότι η «ευκολία» του ρεφορμιστικού δρόμου, που αποσυγκροτεί οργανωτικά, πολιτικά και ιδεολογικά τις λαϊκές δυνάμεις, μεγαλώνει τους κινδύνους για το λαό. Οι προσαρμογές του ΣΥΡΙΖΑ στο εξωτερικό και το εσωτερικό όχι μόνο δεν θα «κατευνάσουν» τις αντιδραστικές δυνάμεις αλλά θα τους δώσουν ακόμη περισσότερο χώρο να αναπτύξουν την επίθεσή τους. Όσο πιο δεξιά μετατοπίζεται το πολιτικό του φορτίο, τόσο πιο δυσμενείς θα γίνονται οι όροι της αντιπαράθεσης με την επίθεση που ξεδιπλώνεται. Η κυριαρχία του ρεφορμισμού στο κίνημα αποκαλύπτει την πλήρη αδυναμία του να υπερασπιστεί όχι μόνο το λαό και τα δικαιώματά του αλλά ακόμη και το «δικό» του κόσμο από τις επιθέσεις του συστήματος, που θα γίνονται όλο και πιο ωμές, όλο και πιο άγριες. Οι αυταπάτες στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ για «επαναφορά» του σε αριστερή κατεύθυνση νομίζουμε ότι πλέον έχουν αποδειχθεί αδιέξοδες για ένα αριστερό δυναμικό που εξαντλείται στο να στήνει «γέφυρες», να κάνει «σχεδιασμούς» και να ξοδεύεται σε δημιουργία «συσχετισμών» στα πλαίσιά του.
Η αντιπαράθεση στο ρεφορμισμό σήμερα όχι μόνο δεν κάνει «πλάτες» στην αντιδραστική επίθεση αλλά συμβάλλει στην πολιτική και ιδεολογική συγκρότηση ενός ευρύτατου αγωνιστικού δυναμικού που μπορεί να αποτελέσει την «πρώτη ύλη» για την ανασυγκρότηση του εργατικού-λαϊκού κινήματος, στο δυνάμωμα του ρεύματος της αντίστασης, της πάλης και της διεκδίκησης, στην ισχυροποίηση των αριστερών δυνάμεων που δεν «γυρίζουν την πλάτη» στην αναμέτρηση με το σύστημα.