Το ιστολόγιο της Προλεταριακής Σημαίας παύει να λειτουργεί. Από αυτό το Σαββατοκύριακο συγχωνεύεται με την ιστοσελίδα του ΚΚΕ(μ-λ) σε μια νέα κοινή ιστοσελίδα της οποίας η διεύθυνση θα είναι η http://www.kkeml.gr/.

8 Οκτ 2011

ΓΕΡΜΑΝΙΑ: Κατέρρευσε το «άλλοθι» της Μέρκελ
Με αφορμή την εκλογική αναμέτρηση στο Βερολίνο

Η εκλογική αναμέτρηση στο κρατίδιο του Βερολίνου, η τελευταία από τις επτά μέσα στο 2011, προβλέπεται να μείνει στη μνήμη των Γερμανών για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά τη συντριβή του κόμματος των Φιλελευθέρων (FDP), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον κυβερνητικό συνασπισμό αλλά και για την ίδια τη Μέρκελ, και ο δεύτερος το απρόσμενο 9% των ψήφων που συγκέντρωσε το νεοσύστατο «Κόμμα των Πειρατών» (Pirate Party).
Τα αποτελέσματα των άλλων κομμάτων κινήθηκαν σε προβλεπόμενα πλαίσια. Οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD), αν και πρώτο κόμμα με 28,3%, δεν πέτυχαν το στόχο τους για ποσοστό άνω του 30%. Οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) της καγκελαρίου Μέρκελ, παρά το πενιχρό 23%, είχαν κέρδη της τάξης του 2% σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές στο Βερολίνο. Σημαντική άνοδο είχαν οι «Πράσινοι», oι συνήθεις σύμμαχοι του SPD, που συγκέντρωσαν 17,6% και, τέλος, απώλεια μιας μονάδας είχε το κόμμα της «Αριστεράς» (Die Linke) (11,7%).

Ο κυβερνητικός συνασπισμός ωστόσο προσμετρά μια καταστροφική εκλογική χρονιά για τους Χριστιανοδημοκράτες. Πρόκειται για την 7η κατά σειρά ήττα της κυβέρνησης Μέρκελ, που ειδικά για τον κυβερνητικό εταίρο της, τους «Φιλελεύθερους δημοκράτες» (FDP), παίρνει διαστάσεις συντριβής. Το κόμμα του αντικαγκελαρίου και υπουργού Οικονομίας Φίλιπ Ρέσλερ καταποντίστηκε, αφού με το πενιχρό 1,8% δεν κατάφερε ούτε καν να εκπροσωπηθεί στο τοπικό κοινοβούλιο του Βερολίνου.
Ωστόσο, από την εξέλιξη των πραγμάτων γίνεται φανερό πως το FDP για τη Μέρκελ δεν ήταν παρά το άλλοθί της για τις ισορροπίες που προσπαθούσε να διατηρήσει τόσο στο εσωτερικό όσο και στην παραπαίουσα Ευρωζώνη στα δύο χρόνια της θητείας της.
Είναι γεγονός πως, από την αρχή της κρίσης στην ευρωζώνη, το FDP ανέπτυξε, και μάλιστα σε έντονο βαθμό, μια αντιευρωπαϊκή (και λαϊκίστικη κατά τη γνώμη πολλών αναλυτών) ρητορική η οποία προσφέρει σημαντικά στοιχεία για την ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας τόσο για τη Γερμανία όσο και για την Ε.Ε. Και ο λόγος δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι αυτό το κόμμα παραδοσιακά εκφράζει πολύ σοβαρές μερίδες του γερμανικού κεφαλαίου.
Το ζήτημα λοιπόν πως οι πιο αυθεντικοί εκπρόσωποι της «αγοράς» οδηγούνται σε μια έντονη έως ακραία αντιευρωπαϊκή ρητορική, πέρα από το γεγονός ότι είναι αυτό καθαυτό αξιοπρόσεκτο, δεν μπορεί να ερμηνευτεί μόνο ως συνέπεια της δραματικής αποδυνάμωσης των όποιων διεργασιών πολιτικής σύγκλισης των χωρών της Ευρωζώνης. Αλλωστε, και αυτό μπορεί να θεωρηθεί σύμπτωμα γενικότερων αντιφάσεων και αντιθέσεων. Στην πραγματικότητα αυτή η αποδυνάμωση των διαδικασιών πολιτικής σύγκλισης της Ε.Ε. περισσότερο παραπέμπει στο πραγματικά ανέφικτο της μετατροπής της Ευρωζώνης από «οικονομικό» σε πολιτικό υποκείμενο, παρά σε ολιγωρίες, λάθη και αστοχίες των ευρωπαίων πολιτικών. Σήμερα ωστόσο ούτε και σαν οικονομικό υποκείμενο μπορεί να προβάλει, μια και αυτό που ξανοίγεται στο άμεσο μέλλον για τους ιμπεριαλιστές της Ε.Ε. δεν είναι άλλο από τον επιμερισμό της «χασούρας» και όχι των κερδών. Σε αυτή την περίπτωση είναι πολύ φυσικό για το γερμανικό κεφάλαιο (και όχι μόνο) να αναζητεί διεξόδους και με άλλους τρόπους και ίσως και σε άλλες κατευθύνσεις.
Μόνο που οι όροι δεν δείχνουν να είναι ιδιαίτερα ευνοϊκοί μακριά από το όχημα της Ε.Ε. Ετσι και η πολιτική φιλολογία που αναπτύσσεται όλο αυτό το διάστημα στη Γερμανία (και που εν μέρει μεταφέρθηκε και σε αυτές τις τοπικές αναμετρήσεις) υπογραμμίζει το βασικό πρόβλημα που απασχολεί το γερμανικό κεφάλαιο στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται
και σε σχέση με τον αυξημένο ρόλο που θέλει να διεκδικήσει. Σε γενικές γραμμές, και όχι πάντα με έμμεσο τρόπο, καταλογίζεται στη γερμανική πολιτική σκηνή μια ουσιαστική καθυστέρηση στην αξιοποίηση των όρων των δύο προηγούμενων δεκαετιών και ιδιαίτερα μετά την ενοποίηση των δύο Γερμανιών. Μια καθυστέρηση που τη χρεώνονται και τα δύο μεγαλύτερα κόμματα. Ασχετα αν σήμερα φαίνεται να την πληρώνουν ακριβότερα οι φιλελεύθεροι του FDP.
Τελικά από αυτά τα εκλογικά αποτελέσματα, και ιδιαίτερα από αυτό του Βερολίνου, το συμπέρασμα δεν είναι τόσο προφανές όσο το παρουσιάζουν πλήθος αναλύσεις: δηλαδή το «τι επιδοκιμάστηκε» και «τι αποδοκιμάστηκε». Γιατί –για παράδειγμα– τι μπορεί πλέον να σημαίνει σήμερα, αλλά και στην προοπτική του πράγματος, το συμπέρασμα ότι η Γερμανία επιμένει ευρωπαϊκά και αποδοκιμάζει την κατάρρευση της ευρωζώνης;
Από την άλλη μεριά, το κόμμα της έκπληξης, οι «πειρατές», αντανακλά ένα μάλλον σύνθετο φαινόμενο που αναπτύσσεται στους κόλπους πολλών ευρωπαϊκών κοινωνιών. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2006 στη Σουηδία ως κίνημα υπεράσπισης του ιστότοπου της δωρεάν ανταλλαγής πολυμέσων και ως υπερασπιστής της αρχής «τα πολιτισμικά αγαθά ανήκουν σε όλους». Οι επιθέσεις της αστυνομίας έκαναν το κόμμα δημοφιλές με αποτέλεσμα το 2009 να συγκεντρώσει ποσοστό ψήφου 7,1% και να εκλέξει ευρωβουλευτή. Ταυτόχρονα δημιουργεί ένα ευρύ κίνημα αλληλεγγύης στην υπόλοιπη Ευρώπη, από το οποίο θα δημιουργηθεί και το αδερφό κόμμα της Γερμανίας.
Το «πειρατικό κίνημα» εμφανίζεται σήμερα και σε άλλες χώρες πέρα από τη Γερμανία, όπως στην Αυστρία, τη Φινλανδία, την Πολωνία, τη Γαλλία και την Ισπανία. Οι πολιτικοί αναλυτές τούς τοποθετούν στο ευρύ φάσμα της Αριστεράς και οι ίδιοι δεν φαίνεται να αρνούνται αυτή την ταυτότητα. Ωστόσο σε ζητήματα οικονομικά οι απόψεις τους κινούνται σε ένα φάσμα από το μαρξισμό μέχρι και κάποιες εκδοχές του σημερινού φιλελευθερισμού.
Πάντως η σύνδεση του κινήματος αυτού με τα τεκταινόμενα στον ευρωπαϊκό χώρο παραπέμπει άμεσα από τη μια στη ραγδαία επιδείνωση των εσωτερικών όρων ζωής σε όλες πλέον τις χώρες και από την άλλη στην ύπαρξη ενός πολιτικού περιβάλλοντος το οποίο συνεχώς ομογενοποιείται. Το ποσοστό τους στο Βερολίνο ήταν βέβαια εντυπωσιακό, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι καταγράφονται τάσεις ενίσχυσής τους και για τις επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές. Για τη Γερμανία, που διαθέτει το πιο σταθερό πολιτικό σκηνικό στην Ευρώπη μεταπολεμικά, τίθεται ένα ζήτημα. Ιστορικά και οι «πράσινοι» έτσι ξεκίνησαν (απρόβλεπτα) αλλά ενσωματώθηκαν. «Η Αριστερά», των Λαφοντέν–Γκίζι, ξάφνιασε πριν από λίγα χρόνια αλλά κοντεύει να ενσωματωθεί, αν παραμεριστούν κάποια προβληματάκια… Ωστόσο όλοι κλέβουν κάποια ποσοστά από τα μεγάλα κόμματα. Πόσες άραγε ακόμα ενσωματώσεις μπορεί να αντέξει το γερμανικό πολιτικό σύστημα ώστε να μη χάσει τη φήμη του;
Χ.Β.