Το ιστολόγιο της Προλεταριακής Σημαίας παύει να λειτουργεί. Από αυτό το Σαββατοκύριακο συγχωνεύεται με την ιστοσελίδα του ΚΚΕ(μ-λ) σε μια νέα κοινή ιστοσελίδα της οποίας η διεύθυνση θα είναι η http://www.kkeml.gr/.

26 Μαρ 2013

Οι ιμπεριαλιστές μετρούν δυνάμεις και όρια
Για τους λαούς, η αντίστροφη μέτρηση για την οικοδόμηση του δικού τους Μετώπου Αντίστασης αρχίζει!

Δεν είναι η πρώτη φορά που το πολιτικό προσωπικό της γερμανικής αστικής τάξης παίρνει πρωτοβουλίες και λειτουργεί σαν εμπροσθοφυλακή της ΕΕ, επιδιώκοντας μέσα από τέτοιες κινήσεις να κατοχυρώσει και να διευρύνει τον ηγεμονικό της ρόλο μέσα στο ευρωπαϊκό λεγόμενο οικοδόμημα. Λειτουργώντας σαν πολιορκητικός κριός κόντρα «στα τείχη» κυρίως του Νότου αλλά και προς Ανατολάς (όπου μπορεί), ουσιαστικά κοιτάζει πρώτα και κύρια τα δικά της ιμεριαλιστικά συμφέροντα και επιδιώκει να οικοδομήσει σταδιακά μια Ευρωζώνη (ή πολλές ευρωζώνες) κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της.
Έχει βέβαια την ανάγκη να παρουσιάζεται ότι λειτουργεί για λογαριασμό του γενικότερου «ευρωπαϊκού» ιδεώδους και συμφέροντος, γι' αυτό και θέλει, τουλάχιστον σ' αυτή τη ρευστή και μεταβατική φάση στο γεωπολιτικό πεδίο, να εμφανίζεται ότι έχει την ευμενή ουδετερότητα έως ανοχή των υπόλοιπων αμερικάνων και βρετανών ιμπεριαλιστών.
Θέλει δηλαδή να παρουσιάσει το μοντέλο της πυγμής και επιβολής που ακολουθεί στο οικονομικό, πολιτικό πεδίο απέναντι σε συμμάχους και υποτελείς εδώ και χρόνια σαν διασφάλιση της ευρωπαϊκής συνοχής και ενίσχυση του ρόλου τού ευρώ. Ουσιαστικά, μέσα από αυτή τη σχέση πραγμάτων που οικοδομεί με την υπόλοιπη Ευρώπη, και για λόγους που η οικονομία του άρθρου δεν επιτρέπει να αναλύσουμε, οδηγεί την άρχουσα τάξη της Γερμανίας να υπερεκτιμάει τις δυνατότητές της και να υποτιμάει τις δυνάμεις και τις δυνατότητες τόσο των υπόλοιπων συμμάχων-ανταγωνιστών της όσο και των λαών. Γι' αυτό και ακούγονται αρκετές φορές στο εσωτερικό της κραυγές που ζητούν απ' τη Γερμανία να φύγει μπροστά, που βλέπουν την Ευρώπη μόνο σαν βαρίδι, φωνές που αρκετές φορές αναγκάστηκαν να χαμηλώσουν τον τόνο μιας και οι πραγματικοί συσχετισμοί και τα πραγματικά δεδομένα δεν τους επέτρεψαν ούτε τους επιτρέπουν να γίνουν κυρίαρχοι.
Οπως και να 'χει το ζήτημα, ακόμα και η πολύ πρόσφατη ιστορία έχει δείξει ότι η Γερμανία απλώνει τα πόδια της περισσότερο απ' ό,τι έφταναν, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί ακόμα και σε άτακτες υποχωρήσεις, κυρίως απέναντι στις ΗΠΑ, οι οποίες με τη σειρά τους φροντίζουν να υπενθυμίζουν στη Γερμανία ότι συνεχίζει να βρίσκεται υπό τους όρους που διαμορφώθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Βίωσε λοιπόν πολλές φορές (όπως και στην περίπτωση της Κροατίας) η γερμανική άρχουσα τάξη την αναντιστοιχία ανάμεσα στις οικονομικοπολιτικές ιμπεριαλιστικές βλέψεις και την πραγματική της στρατιωτική ισχύ. Πολλοί αναλυτές κάνουν πως δεν βλέπουν αυτή την πλευρά και παρουσιάζουν τη γερμανική άρχουσα τάξη σαν μια υπερδύναμη, που μάλιστα ανταγωνίζεται στα ίσα τις ΗΠΑ και αφήνει έτη φωτός πίσω τη Ρωσία, τη Γαλλία, την Αγγλία κ.λπ. Θεωρούν, προφανώς λανθασμένα, ότι η γερμανική άρχουσα τάξη έχει πολύ περισσότερο αποτελεσματικά οικονομικά και πολιτικά εργαλεία απ' ό,τι όλο το πυρηνικό οπλοστάσιο των άλλων. Προφανώς και δεν είναι έτσι. Ούτε η γερμανική άρχουσα τάξη μπορεί, στηριγμένη σ' αυτά τα όπλα-εργαλεία, να επιβάλει και να συγκροτήσει εύκολα στρατηγικές συμμαχίες στις οποίες να έχει τον πρωτεύοντα ρόλο. Τέτοιες συγχύσεις έχουν καλλιεργηθεί συνειδητά ή ασυνείδητα και στη χώρα μας τα τελευταία πέντε χρόνια, αλλά αυτό είναι δεύτερο ζήτημα.
Γιατί όμως αυτή η εισαγωγή; Μα, για να έχει ο αναγνώστης ένα μέτρο της γενικής οπτικής με την οποία βλέπουμε τα ζητήματα της περιοχής μας και όχι μόνο, όταν αυτά άπτονται ευρύτερων ανταγωνισμών και διευρυμένων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.
Ας έρθουμε όμως στο θέμα μας. Το όλο ζήτημα που προέκυψε έχει σαν αφετηρία ή αφορμή μια επιθετική εν ολίγοις κίνηση της ΕΕ με μπροστάρη τη Γερμανία, που σ' αυτή τη φάση επικεντρώθηκε στην Κύπρο και ειδικότερα στο τραπεζικό της σύστημα. Και ενώ λοιπόν η κυρίαρχη προσέγγιση τις προηγούμενες μέρες στη χώρα μας, στην Κύπρο, στη Γερμανία και γενικότερα στην Ευρώπη θεωρούσε πως και αυτή η επιθετική και βίαιη κίνηση του κέντρου της ΕΕ προς το Νότο θα είχε λίγο πολύ διασφαλισμένη επιτυχή κατάληξη, ήρθαν τα πάνω κάτω και έγινε το μάλλε βράσε. Τα ερωτήματα βέβαια που προέκυψαν αφορούσαν κυρίως το τι έγινε και στράβωσε (ό,τι και όσο στράβωσε) και δευτερευόντως το γιατί έγινε αυτή η κίνηση.
Οσον αφορά τους οικονομικούς στόχους και τις πολιτικές προτεραιότητες που θα είχε η κίνηση αυτή (τουλάχιστον τα ομολογημένα) δεν έχουμε να προσθέσουμε πολλά, ούτε έχουμε να συμπληρώσουμε στους αποδέκτες (τους ομολογημένους πάλι) του μηνύματος αυτής της κίνησης. Οπως φάνηκε όμως από την εξέλιξη, η όλη κίνηση είχε και πολλούς ανομολόγητους στόχους και αρκετούς «καλυμένους» αποδέκτες. Ποιοι ήταν όμως αυτοί οι «άλλοι» στόχοι, ποιοι ήταν οι υπόλοιποι «αποδέκτες» των μηνυμάτων και πόσο πραγματικά οι υπόλοιποι ιμπεριαλιστές της Δύσης, που φάνηκαν να είναι ουδέτεροι ή και ευνοϊκά διακείμενοι, ήταν όντως τέτοιοι ή έβαλαν και αυτοί το χεράκι τους για να καταλήξει (τουλάχιστον σ' αυτή τη φάση) η Γερμανία κυρίως να φάει χαστούκι ή έστω να δεχτεί μια ύπουλη τρικλοποδιά;
Δεν υποτιμάμε τη σημασία ούτε τον αντίκτυπο των ομολογημένων στοχεύσεων της κίνησης αυτής τόσο σε βάρος του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου όσο και σε βάρος του λαού της Κύπρου, που μπαίνει κι αυτός για τα καλά στη μέγγενη. Ούτε προσπερνάμε την ανάγκη που είχε η ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική πολιτική να στέλνει τα μηνύματα προς τους λαούς και τις υποτελείς τάξεις για το τι τους περιμένει στα επόμενα στάδια της επίθεσης. Κανείς όμως ρεαλιστής δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι αντιδράσεις, οι κόντρες, οι συνειρμοί, οι επιπτώσεις φαντάζουν δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με τη φαινομενική βαρύτητα και έκταση του προγράμματος «σωτηρίας» μιας μικρής χώρας.
Όλα λοιπόν δείχνουν ότι, για να προκληθούν τόσες πολλές αντιδράσεις, η κίνηση στην πραγματικότητα στοχεύει πολύ περισσότερο, πιο βαθιά και πιο κρίσιμα από όσα στην αρχή φάνηκαν, σαν επιβεβαίωση ότι η φάση που περνάμε είναι τόσο ρευστή και αβέβαιη, οι αντιθέσεις του συστήματος στο σύνολό τους και στις διασταυρώσεις τους τόσο οξυμένες και οι διεθνείς σχέσεις βρίσκονται σε τόση ένταση, που και μια σπίθα μπορεί να φέρει ανάφλεξη.
Η κίνηση αυτή λοιπόν για λογαριασμό της Γερμανίας ήταν μια απόπειρα ανοίγματος δρόμων διείσδυσης και διεύρυνσης ερεισμάτων σε περιοχές με γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό ενδιαφέρον τεράστιο, αφού βρίσκεται δίπλα και πάνω σε περιοχή του πλανήτη που εκτός των άλλων συγκεντρώνει έντονο ιμπεριαλιστικό ενδιαφέρον. Μια κίνηση που δεν έφερνε απέναντι μόνο τους ρώσους ιμπεριαλιστές, οι οποίοι σημειωτέον βρίσκονται σε μεγάλη νευρικότητα το τελευταίο διάστημα, γιατί ενώ εκδηλώνουν όλο και πιο έντονα ιμπεριαλιστικό ενδιαφέρον, ενώ πασχίζουν να αξιοποιήσουν τις τριβές της Δύσης και παρά τις όποιες επιμέρους επιτυχίες τους, τρώνε ακόμα αρκετές «πόρτες», ιδιαίτερα κάτω από την πίεση και την απαίτηση των ΗΠΑ.
Φυσιολογικά λοιπόν η κίνηση αυτή πρέπει να δέχτηκε χτυπήματα κάτω από τη μέση και από δυτικούς συμμάχους, άσχετα αν παρουσιάστηκαν ως ουδέτεροι ή ευνοϊκά διακείμενοι. Μπορεί να μην έκαναν απλώς «τίποτα» προκειμένου να πάρει η Γερμανία ένα μάθημα που απλώθηκε σε περιοχές που δεν της πέφτει λόγος. Το ότι η κίνηση αυτή όξυνε τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ενεργοποίησε αντανακλαστικά όχι μόνο των Ρώσων εξηγεί σ' ένα βαθμό και τις παλινωδίες της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας αλλά και τα ερείσματα που βρήκε έστω προσωρινά για να αναιρέσει την πρώτη της συμφωνία, στην οποία μέσα (σιγά την έκπληξη) βρισκόταν και η τρικομματική ηγεσία της Αθήνας.
Όπως έχουν λοιπόν διαμορφωθεί τα δεδομένα, οι ιμπεριαλιστές μέτρησαν και μετρούν τις δυνάμεις τους και αξιολογούν τις όποιες απώλειες είχαν συνολικά και επιμερισμένα. Το πιο πιθανό είναι ότι σε «συνεργασία» (επιβολή δηλαδή) με τους πάσης φύσης υποτακτικούς στην περιοχή θα αναζητηθεί ένας προσωρινός συμβιβασμός μεταξύ τους και στον οποίο ο κάθε παίκτης, ανάλογα με τη βαρύτητά του και τη δυνατότητά του να διδάσκεται, θα κρατήσει ό,τι μπορεί να κρατήσει σε μια περιοχή στην οποία δυστυχώς όλο και περισσότερο ανεβαίνει η ένταση και η νευρικότητα των μεγάλων παικτών.
Δεν είμαστε σε θέση, βέβαια, να προβλέψουμε αν ο όποιος συμβιβασμός διαμορφωθεί και που θα επικεντρωθεί στο οικονομικό-πολιτικό πεδίο θα αφήσει και πόσα περιθώρια στους ρώσους ιμπεριαλιστές να μείνουν και να διευρύνουν το ρόλο τους στην περιοχή που τους ενδιαφέρει και ενεργειακά αλλά και λόγω Συρίας. Επίσης μπορούμε να προβλέψουμε ότι ο καινούριος συμβιβασμός θα υποβαθμίσει το ρόλο της κυπριακής αστικής τάξης, με τις όποιες επιπτώσεις φέρει αυτό στις ελληνοτουρκικές, ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές σχέσεις.
Παρά λοιπόν την αξιοποίηση της τριβής και των αντιθέσεων των ιμπεριαλιστών από τον κυπριακό λαό, που εξώθησε την πολιτική ηγεσία σε πιο σκληρή διαπραγμάτευση, και παρά την ικανοποίηση (την προσωρινή) που έφερε στους γειτονικούς λαούς αυτό το ΟΧΙ, το όλο κουβάρι παραμένει πολύ μπλεγμένο και η θέση όχι μόνο του κυπριακού λαού αλλά και των λαών είναι δυσμενής.
Το ανησυχητικό είναι ότι ο όποιος συμβιβασμός θα είναι εύθραυστος και προσωρινός και κυρίως θα αφήσει ανοιχτά όλα τα ζητήματα που αφορούν τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς και στρατηγική. Δεν απομακρύνει ούτε τον κίνδυνο αναφλέξεων ούτε ανακόπτει την επίθεση του κεφαλαίου σε βάρος των λαών. Το σίγουρο είναι ότι έχουμε μπει σε μια φάση μεγάλων ανακατατάξεων και ανατροπών ώστε ακόμα και η «παραμικρή» κίνηση των ιμπεριαλιστών ή μια εμφάνιση του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο μπορεί να λειτουργήσει σαν θρυαλίδα.
Η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, οι έντονες προσπάθειες των ιμπεριαλιστών να αποκτήσουν ερείσματα και έλεγχο, να μοιράσουν αγορές, να ελέγξουν χώρες, θα τροφοδοτούν σε μόνιμη βάση την ένταση και τη νευρικότητα, χωρίς να αποκλείονται ακόμα και θερμές πολεμικές αναμετρήσεις και νέες αιματοβαμμένες εξορμήσεις.
Ο καπιταλισμός, στη φάση του ιμπεριαλισμού που έχει περάσει, δεν μπορεί να αυτοελεγχθεί, να αυτοπεριοριστεί, να λογικευτεί. Θα δημιουργεί όλο και πιο έντονα όρους ραγδαίας επιδείνωσης της θέσης των λαών όχι μόνο στην περιφέρεια αλλά και στην ιμπεριαλιστική μητρόπολη.
Απέναντι σ' αυτή την κατάσταση υπάρχει, όπως δεν έχουμε κουραστεί να λέμε και πολύ περισσότερο να πασχίζουμε, ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ. Ο δρόμος της οικοδόμησης ενός ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ στη χώρα μας, στα Βαλκάνια, στην περιοχή μας. Ενα μέτωπο που θα πετάξει έξω τους ιμπεριαλιστές από τη χώρα μας, θα δημιουργήσει όρους αλληλεγγύης ώστε να γίνει εφικτή η προοπτική της εξόδου από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.